Παρθενώνας

Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας.

Iknow...

...κλείσε την ελληνική τηλεόραση...σταμάτα να μπαίνεις στο Facebook για να κρυφοκοιτάς τις ζωές των άλλων...ζήσε την στιγμή ... δέν χρειάζεται να την τραβήξεις σε βίντεο, να την ανεβάσεις στο internet για να επιβεβαιώθείς από τους δικτυακούς φίλους σου ότι πράγματι ζείς...σταμάτα επιτέλους να αναπαράγεις τις δήθεν ειδήσεις και μπουρδολογίες που ξεκινούν από το πληκτρολόγιο του κάθε μαλάκα και στρατευμένου στο ιντερνετ...μήν δέχεσαι την άποψη του κάθε τυχάρπαστου περαστικού και ότι γράφει στο twitter σαν είδηση...μην δέχεσαι να στο επιβάλει ο ο 30φυλλόπουλος ή ο κάθε Ευαγγελάτος αυτό... βγές από αυτό το blog τώρα...επιλεκτική αναπαραγωγή άρθρων κάνει... και επιτέλους ξεκίνα να διαβάζεις και κανένα βιβλίο...κατά προτίμηση όχι άρλεκιν ή μυθιστόρημα που βασίστηκε η τελευταία ταινία του κατα τα άλλα συμπαθή Batman...Μιά οθόνη μας κλείνει τον ορίζοντα, παίρνει δωρεάν τον χρόνο μας και τον πουλάει σε διαφημιστές...χωρίς να μας δίνει ποσοστό...Η ζωή μας έχει ναυαγήσει σε Ξενόφερτα προσωπεία... και εμείς σαν Έλληνες ζούμε τον 'ομαδικό μας ναρκισσισμό'...περιμένοντας με αγωνία και διάχυτο μαζοχισμό τα βραδυνά δελτία ειδήσεων για να δούμε τί σκέφτονται οι ξένοι για εμάς και με ποιό νέο τρόπο θα μας προσβάλλουν για άλλη μια φορά οι 'κουτόφραγκοι'...

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831(Ιουλιανό)στο Νάυπλιο από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. (Έργο του Χαράλαμπου Παχή β ήμιση 19ου αιώνα)

Κνωσός

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή. Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

Μέγας Αλέξανδρος κατά Δαρείου στη μάχη της Ισσού 333 π.χ.

Η Μάχη της Ισσού, ψηφιδωτό, ρωμαϊκό αντίγραφο Ελληνικού έργου του 4ου αιώνα π.Χ(Μουσείο Νάπολης).

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16/1/16

Στις ακτές των ονομάτων: Η τέχνη του οργίζεσθαι

Στις ακτές των ονομάτων:
Η τέχνη του οργίζεσθαι
Blood count (Billy Strayhorn)
Stan Getz
Αν η μελαγχολία οδηγεί στην απάθεια και την αδράνεια, τότε η οργή ως έκφραση οδύνης παρασύρει στην ανεξέλεγκτη δράση οδηγώντας στα όρια του εαυτού και την διάρρηξη της εικόνας του. Η οργή επιτρέπει στο υποκείμενο να βιώσει τον εαυτό ως σώμα με έναν έντονο σχεδόν καθαρτικό τρόπο, αλλά και να αμφισβητήσει παράλληλα τις κυρίαρχες εικόνες.
Προϋπόθεση για τα παραπάνω αποτελεί μια τέχνη του οργίζεσθαι για την διαχείριση των επικίνδυνων συνεπειών της. Έτσι ο Αριστοτέλης αναγνωρίζοντας την οργή ως δείγμα ψυχικής υγείας συμβουλεύει να την εκφράζουμε όποτε πρέπει, για όσο πρέπει και όπως πρέπει.
1 Πράγμα
που επιτυγχάνεται χάρη στην φρόνηση, η οποία επιτρέπει την εύρεση ενός κατάλληλου μέτρου
για την έκφραση της οργής ώστε αυτή να μην αποτελεί ένα ανεξέλεγκτο ξέσπασμα με δυσάρεστες
έως επικίνδυνες συνέπειες, αλλά μια ζυγισμένη λίγο έως πολύ αντίδραση. Ο Σενέκας είναι
λιγότερο μετριοπαθής όταν απορρίπτει κατηγορηματικά την αριστοτελική προσέγγιση
αντιπροτείνοντας όχι απλώς την κατίσχυση επί της οργής μέσω του ορθού λόγου, αλλά και την
οριστική εξάλειψή της. 2 Ο Πλούταρχος με την σειρά του προτρέπει ν' αποφεύγονται οι
γεννησιουργές καταστάσεις της οργής. Αν αυτή δεν μπορεί να εξαλειφθεί, τότε δεν πρέπει
εξαρχής να της δοθεί η ευκαιρία ν' αναδυθεί και να εκδηλωθεί.3 Έτσι προτείνει την καθημερινή
άσκηση ορίζοντας αρχικά κάποιες μέρες δίχως οργή και αυξάνοντας στην συνέχεια σταδιακά τον
αριθμό τους. Ο Montaigne από την άλλη βρίσκεται εγγύτερα στον Αριστοτέλη όταν συμβουλεύει
την περιοδική, αλλά όχι συχνή, εκτόνωση της οργής, ώστε να διατηρεί την αξία και την
βαρύτητά της στους αποδέκτες της.4 Επιπλέον, η σποραδική εκτόνωση της οργής συνεισφέρει
στην ψυχική ευεξία ενδεχομένως ακόμη και στην ευδιαθεσία συνεισφέροντας σε μια στάση
ανεμελιάς. Για αυτό τον λόγο ο Montaigne παροτρύνει ενίοτε να προσποιούμαστε τους
οργισμένους προτιμώντας να εκτονώνουμε την οργή μας δυνατά, αλλά σύντομα, όταν είμαστε
μόνοι μας. Τέλος, για τον Kant η οργή, όπως άλλωστε κάθε πάθος, βρίσκεται εξ ορισμού στον
αντίποδα της φρόνησης. 5 Κρίσιμη σημασία για αυτόν έχει η χρονική διάρκεια της οργής, διότι
αν συσσωρεύεται για μεγάλο διάστημα μπορεί να μετατραπεί σε πικρία, μνησικακία και μίσος.

1 Βλ. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1109b 15.
2 Βλ. Seneca, De ira (Περί οργής), III, 3.
3 Βλ. Πλούταρχος, Περί αοργησίας.
4 Βλ. Μονταίνιος, Δοκίμια ΙΙ, 31, μτφρ. Φίλιππος Δρακονταειδής, Εκδόσεις Εστία, 2003. Βλ. επίσης Balthasar
Gracian, Χρησμολόγιο και τέχνη της φρονήσεως, αφορισμός 155, μτφρ. Φίλιππος Δρακονταειδής, Εκδόσεις
Opera, 2006.
5 Βλ. Immanuel Kant, Anthropologie in pragmatischer Hinsicht, Ι. , Drittes Buch.
Για αυτό ο Kant προτείνει αντί της ελεύθερης εκτόνωσης της οργής ή της προσπάθειας να
καταπνιγεί τον αναστοχασμό επί των αιτίων της ώστε να παραμένει υπό τον έλεγχο ενός
αυτοστοχαστικού υποκειμένου.
Εμείς αν θέλουμε μπορούμε να φανταστούμε την οργή ως τον κεραυνό του θυμού. Ας
σκεφθούμε εδώ τον θυμό ως ένα βαθύτερο αίσθημα εντός μας, το οποίο πηγάζει από ένα
πρωταρχικό έλειμμα που βιώθηκε κάποτε ως αίσθημα απόρριψης ή εγκατάλειψης, αποτελώντας
έκτοτε την πηγή μιας πυρηνικής ανασφάλειας η οποία ηλεκτρίζει την ψυχή. Έτσι, υπό
προϋποθέσεις, η συνάντηση αυτής της ανασφάλειας με την πραγματικότητα δημιουργεί
εκκενώσεις οργής. Ωστόσο αυτή η ανασφάλεια είναι δυνατόν να εκφραστεί επίσης ως ανάγκη
για διάκριση ενισχύοντας την δημιουργικότητα, αλλά και εναλλακτικά ως μνησικακία.
Παράλληλα, η οργή μπορεί να συνιστά μια δικαιολογημένη αντίδραση σε μια απρεπή ή άδικη
συμπεριφορά τόσο ως προς εμάς τους ίδιους όσο και ως προς άλλους. Για αυτούς τους λόγους
ζητούμενο για μια αναστοχαστική τέχνη του βίου δεν είναι η εξάλειψη της οργής, αλλά η γόνιμη
διαχείρισή της. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει την εκτόνωση η οποία συνεισφέρει στην ψυχική
ευεξία, στοχεύοντας σε μια ευέλικτη αυτοκυριαρχία. Αυτό δεν σημαίνει την άνευ όρων παράδοση
στην οργή, αλλά ότι το υποκείμενο διατηρώντας μια σχετική με την ένταση της στιγμής
νηφαλιότητα αποφασίζει εάν, για πόσο, με τι ένταση και με ποιο τρόπο θα την εκδηλώσει. Το
φάσμα της επιλογής είναι ευρύ και κυμαίνεται από την άνευ όρων εκτόνωση της οργής μέχρι την
πλήρη καθυπόταξή της.
Η τέχνη της οργής περιλαμβάνει την πρόνοια, δηλαδή, την προετοιμασία για μια
ενδεχόμενη έκρηξη οργής με το να φανταζόμαστε τις συνθήκες που την προξενούν. Η πρόνοια
ενδυναμώνει την ψυχική ετοιμότητα, ενώ με την πάροδο του χρόνου εξασφαλίζει ότι συνηθίζει
κανείς να περιμένει τις εκρήξεις οργής με αποτέλεσμα την εξασθένισή τους. Επιπλέον, εφόσον το
υποκείμενο δεν μπορεί πάντοτε ν' αλλάξει τις συνθήκες που προξενούν την οργή, μπορεί
σημασιοδοτώντας τις συνθήκες ή ένα γεγονός εκ των προτέρων να επιλέξει καλύτερα την
αντίδρασή του. Μπορεί ν' αποφασίσει τόσο ποια στάση θα επιλέγει γενικά σε ορισμένα ζητήματα
όσο και μεμονωμένα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η αυτονομία του υποκειμένου έγκειται στο
αν ευθύς εξαρχής επιλέξει ν' αποφύγει μια περίσταση που θα προξενήσει οργή ή αν θα
αδιαφορήσει όταν βρεθεί σε αυτή. Από την άλλη μπορεί επίσης να επιδιώξει καταστάσεις όπου
προσφέρεται η ευκαιρία ελεγχόμενης εκτόνωσης της οργής, έχοντας βεβαίως προηγουμένως
προετοιμαστεί κατάλληλα.
Μια χρήσιμη τεχνική για την διαχείριση της οργής είναι η νοερή διαίρεσή της σε στάδια,
από την αρχική ελαφρά δυσφορία και το αιφνίδιο τσίμπημα που οδηγεί στην αύξηση των
καρδιακών παλμών μέχρι να βρεθούμε εκτός εαυτού. Ιδιαίτερα αποτελεσματική πρακτική είναι η
αναβολή της εκτόνωσης μέχρι την εξασθένιση και τον εκμηδενισμό της οργής, διότι αυτή ως
γνωστόν δεν έχει αντοχή στον χρόνο. Αλλά και η αλλαγή του τόπου, ο έντονος βηματισμός, το
πάνω κάτω και το πέρα δώθε καταλαγιάζουν την οργή και μετριάζουν την ταραχή. Χρήσιμη
πρακτική είναι και ο αντιπερισπασμός, δηλαδή, η απόσπαση ή η μεταφορά της προσοχής σε κάτι
ολότελα διαφορετικό από την πηγή εξόργησης. Στην περίπτωση που αποφασιστεί η εκτόνωση
της οργής σημασία έχει η επιλογή του αντικειμένου και του τρόπου. Καταρχήν μπορεί να
επιλεγεί η φρόνηση έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθούν τα επιβλαβή αποτελέσματά της. Όμως η
οργή μπορεί να εκτονωθεί και σε διαφορετική μορφή είτε ως γέλιο ή κλάμα είτε ως μετουσίωση
σε δημιουργική εργασία ή άθληση.
Προϋπόθεση όμως των προαναφερθέντων πρακτικών είναι η ικανότητα του
υποκειμένου ν' αποστασιοποιείται από καταστάσεις που προκαλούν οργή. Άραγε ο λόγος της
οργής βρίσκεται αποκλειστικά στην φαντασία μου; Μήπως πρόκειται για συκοφαντία ή ψέμα;
Μήπως εσκεμμένα προκαλούν την οργή μου για κάποιο λόγο; Γιατί να επιτρέψω σε κάποιον να
με εξοργίσει; Σε τελική ανάλυση αξίζει να εξοργιστώ; Τα παραπάνω είναι μερικά από τα
ερωτήματα που μπορούν να τεθούν κατά την αποσταστιοποίηση και συχνά χρησιμεύουν στο να
ψυχθεί η οργή. Ωστόσο η οργή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ένα μέσο για την διαμόρφωση
της σχέσης με τους άλλους. Η εκτόνωση της οργής μπορεί είτε να οδηγήσει στην διάλυση μιας
σχέσης είτε, αν η εκτόνωση είναι λελογισμένη, στην ανανέωση και τον επαναπροσδιορισμό
αυτής. Μια έκρηξη οργής επιβεβαιώνει στον άλλον ότι δεν μας είναι αδιάφορος, ότι είμαστε
ειλικρινείς όταν εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, κυρίως ότι έχουμε την επιθυμία και την
ικανότητα να τα εκφράσουμε. Άλλωστε, η οργή είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί ως ρυθμιστής της
εγγύτητας σε μια σχέση. Με την κατάλληλη χρήση της το υποκείμενο μπορεί είτε ν' απομακρύνει
είτε να φέρνει κάποιον εγγύτερα σε αυτό θέτοντας όρια στην σχέση που δεν επιθυμεί να
ξεπεραστούν.
Όμως εκτός από την οργή που νιώθουμε και εκφράζουμε οι ίδιοι, μπορεί να βρεθούμε οι
ίδιοι αποδέκτες της οργής των άλλων. Μια αναστοχαστική τέχνη του βίου περιλαμβάνει ένα
ρεπερτόριο πρακτικών οι οποίες επιτρέπουν την διαχείριση της οργής των άλλων. Χάρη στην
αποστασιοποίηση το υποκείμενο διατηρεί την αυτοκυριαρχία ώστε είτε να κατευθύνει την οργή
του άλλου σε έναν διαφορετικό στόχο είτε να την αποδεχτεί για ν' αποκτήσει καλύτερη
πρόσβαση σε αυτόν όταν θα έχει εκτονωθεί και θα είναι δεκτικότερος στον λόγο του. Η σημασία
της οργής δεν πρέπει ούτε να υποτιμηθεί ούτε να υπερτιμηθεί, είναι σημαντικό όμως να
θυμόμαστε ότι μας επιτρέπει να βγούμε εκτός εαυτού, να διαρρήξουμε δηλαδή, τα σύνορα του
ιδιοκόσμου ώστε να συναντηθούμε με τους άλλους. Η εμπειρία της οργής είναι θεμελιώδης για
την συγκρότηση του υποκειμένου και μια αναστοχαστική φιλοσοφία της τέχνης του βίου
αποβλέπει στο να βιώνεται με έναν μη καταστροφικό και όποτε είναι εφικτό ακόμη και γόνιμο
τρόπο.
Ο Peter Sloterdijk υποστηρίζει ότι πρέπει ν' ανακαλύψουμε εκ νέου το δημιουργικό
δυναμικό της οργής που έχει λησμονηθεί στις δυτικές κοινωνίες, έχοντας αντικατασταθεί υπό
την επίδραση του χριστιανισμού από μια έννοια δικαιοσύνης με πυρήνα την μνησικακία.6 Ο
Sloterdijk υπερασπίζεται την θετικότητα της οργής απέναντι στην προκατάληψη εναντίον της
στην δυτική φιλοσοφική παράδοση, θεωρώντας τον άνθρωπο ως ένα οργισμένο ον. Είναι η
κινητήριος δύναμη της οργής, ως η κεντρική αλληλεπίδραση στο πεδίο των παθών, εκείνη που
επιτρέπει την εξύψωσή του και την δημιουργία, και όχι η τιθάσευσή της. Ο Sloterdijk θεωρεί ότι
στην παρανόηση αυτή συνεισέφερε τα μέγιστα η ψυχανάλυση, δίνοντας την πρωτοκαθεδρία για
την κατανόηση του ψυχικού στην σεξουαλικότητα, δηλαδή, την επιθυμία της συνάντησης ή
ακόμη και της ένωσης με τον άλλον, υποβαθμίζοντας παράλληλα την οργή σε παθολογικό
σύμπτωμα διότι οδηγεί στην βία και το μίσος. Ενάντια στην κυρίαρχη αντίληψη των αρνητικών
συνεπειών της οργής στην κοινωνική συμβίωση, ο Sloterdijk επεξεργάζεται ένα τολμηρό
πρόταγμα αποκατάστασης της οργής με σκόπο την απελευθέρωση των αποθεματικών της
κοινωνικής δημιουργικότητας. Η, ας την ονομάσουμε ψυχοπολιτική, θεώρηση του Sloterdijk
συλλαμβάνει την οργή ως ρίζα της ανάγκης για αναγνώριση, κατανοώντας τις πολιτικές ομάδες
ως θυμικούς σχηματισμούς όπου η δράση γεννιέται από την ύπαρξη διαφορετικών κέντρων
φιλοδοξίας. 7 Σε αυτή την θεώρηση η ρητορική συνιστά την τέχνη της διαχείρισης του θυμικού,
δηλαδή, την διεκδίκηση της επιβέβαιωσης της αυταξίας από τους άλλους. Η άρνηση της
επιβεβαίωσης, δηλαδή της αναγνώρισης, οδηγεί στην έκρηξη της οργής. Ωστόσο σήμερα η έκφραση της οργής δεν είναι πλέον κοινωνικά αποδεκτή αποτελώντας το προνόμιο των κοινωνικά ισχυρών έτσι ώστε ν' απωθείται από την πλειονότητα των ανθρώπων μετασχηματιζόμενη σε μεμψιμοιρία. Η τελευταία αποτελεί σχεδόν αναγκαίο ψυχικό μηχανισμό εξισορρόπησης, διότι στην υψηλή θερμοκρασία της οργής είναι μάταιο ν' αντιπαρατίθεται η ψυχρή λογική ή η παγωμένη εργαλειακότητα.
Σύμφωνα με τον Sloterdijk οι καταστρεπτικές συνέπειες της οργής μπορούν να προληφθούν αν αυτή πάψει να τοκίζεται σε μνησικακία, η οποία την εκφυλίζει σε εκδικητικότητα, ώστε ακολούθως να επενδυθεί στο πολιτικό με στόχο «μια αξιοκρατία η οποία ενδοπολιτισμικά και διαπολιτισμικά αντισταθμίζει μια αντιαυταρχική ηθική (Moral) με αναπτυγμένη επίγνωση των κανόνων και σεβασμό για τα αναφαίρετα ατομικά δικαιώματα».8
Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς με τα παραπάνω, τα οποία μπορούμε να εντάξουμε σε μια φιλελεύθερη ανάγνωση του Nietzsche, νομίζω ότι το ανθρωπολογικό επιχείρημα του Sloterdijk ανταποκρίνεται σε περιορισμένο μάλλον βαθμό στις απαιτήσεις του πολιτικού προτάγματος που θέλει να βασίσει σε αυτό. Αν και η οργή δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού

6 Peter Sloterdijk, Zorn und Zeit : Ein politisch-psychologischer Versuch, Suhrkamp Verlag, 2006.
7 Ο.π., σ. 36-37.
8 Ο.π., σ. 305.

ως παθολογικό σύμπτωμα και συνδέεται με την ανάγκη αναγνώρισης, διαθέτοντας ως εκ τούτου
όντως ένα σχετικό δημιουργικό δυναμικό, πιστεύω ότι η καθημερινή εμπειρία υπονομεύει μια
τόσο θετική θεώρηση της οργής όπως αυτή που αναπτύσσει ο Sloterdijk. Υποθέτω ότι οι περισσότεροι έχουν βιώσει, δυστυχώς, την εμπειρία του ανικανοποίητου που αφήνει η εκτόνωση της οργής. Σίγουρα λοιπόν αυτή μπορεί να συνιστά κινητήριο δύναμη, αλλά καθώς δεν εκτονώνεται ποτέ πλήρως και δεν επιφέρει μια ψυχική γαλήνη αφού εκτονωθεί, λειτουργεί διαλυτικά οδηγώντας τελικά στο μίσος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θύματα βιασμών ή επιζώντες βασανιστηρίων θέλουν να κοιτάξουν τους θύτες στα μάτια. Η συγχώρεση επιτελεί εκείνο που η οργή αδυνατεί να φέρει εις πέρας. Τέλος, στην γενεαλογία της οργής που σκιαγραφεί ο Sloterdijk μοιάζει να λησμονεί ότι ενώ η οργή χαρακτηρίζει τον ομηρικό πολεμιστή κατά την ηρωική περίοδο του αρχαιοελληνικού πολιτισμού όταν την διαδεχθούν οι δημοκρατικές πόλεις θα αντικατασταθεί από την αιδώ ως κεντρικό γνώρισμα του πολίτη. Ίσως γονιμότερη σήμερα για τις δυτικές κοινωνίες θα ήταν αντί της επανακάλυψης της οργής η
διαύγαση της πολιτικής διάστασης της αιδούς.
Δημοσιευμένο στο περιοδικό Κοράλλι (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2015)

29/12/15

Καστοριάδης, η πανουργία της αυτονομίας


«Οι μόδες περνούν, το στιλ παραμένει», μότο που βλέπουμε να επαληθεύεται κατά τα τελευταία χρόνια, περίοδο της ελληνικής, αλλά και παγκόσμιας

27/12/15

Οδύνη και θνητότητα στην φιλοσοφία της τέχνης του βίου

Του Θεοφάνη Τάση
"Ο θάνατος συνιστά το ύστατο σύνορο, η επιτακτικότητα του µας αφυπνίζει ως προς τον τρόπο µε τον οποίο θα επιλέξουµε να βιώσουµε την ζωή µας. Δίχως τον θάνατο δεν θα υπήρχε λόγος ν' αναζητήσουµε µια τέχνη του βίου προκειµένου να διεκδικήσουµε έναν επιθυµητό, έναν όµορφο βίο. Ως γνωστόν οι θεοί δεν φιλοσοφούν. Ο θάνατος µας προτρέπει να προσανατολιστούµε

2/12/15

Το δικαίωμα αντίστασης στη διδασκαλία του Αριστοτέλη

Δημήτριος Κούτρας καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών

Ξεκινώντας την εισήγησή μου προβληματίζομαι με τις δύο βασικές έννοιες της θεματικής, δικαίωμα και αντίσταση. Πώς νοείται εν προκειμένω το δικαίωμα και πώς η αντίσταση; Νομιμοποιείται η χρήση της εννοίας του δικαιώματος, όταν αυτό δεν νοείται από πλευράς νομικής ως εκχώρηση και έλλειψη παρέμβασης εσκεμμένη εκ μέρους του κράτους

3/11/15

Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής



του Π. Κονδυλη

Η διάγνωση των κινητήριων δυνάμεων της σημερινής πλανητικής πολιτικής, όπως επιχειρείται σ’ αυτό το βιβλίο, κατατείνει στη διαγραφή ορισμένων μελλοντικών προοπτικών, των οποίων την πραγμάτωση απεύχομαι προσωπικά, αλλά τις οποίες ως αναλυτής οφείλω να διατυπώσω με σαφήνεια. Μπροστά μας ανοίγεται μια εποχή πλανητικών και περιφερειακών συγκρούσεων, πού θα καταστήσουν πολύ δύσκολη, αν δεν ματαιώσουν, την παγίωση μιας διεθνούς τάξης, καθώς οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες πολιτικές, οικονομικές και γεωπολιτικές τους αιτίες θα συντήκονται όλο και περισσότερο με τις μακροπρόθεσμες οικολογικές και πληθυσμιακές πιέσεις, γεννώντας χρόνιες κρίσεις και ανεξέλεγκτους παροξυσμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τέλος των ιδεολογιών του 19ου αιώνα, οι οποίες κυριάρχησαν και στον 20ό, δεν θα συνεπιφέρει τον κατευνασμό των αντιθέσεων, παρά απλώς τη μετατόπισή τους σ’ ένα πεδίο στοιχειακό, υπαρξιακό και βιολογικό, στο επίκεντρο του οποίου θα βρίσκεται απροκάλυπτα το πρόβλημα της κατανομής των αγαθών σε παγκόσμια κλίμακα. Ό, τι σήμερα προσφέρεται ως νέα πυξίδα προσανατολισμού της πολιτικής δράσης και ως πανάκεια — προ παντός ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων — κατά πάσα πιθανότητα θα μεταβληθεί σε ένα νέο πεδίο μάχης, όπου η πάλη των ερμηνειών θα






19/9/15

Ευπρέπεια, ο νέος ριζοσπαστισμός

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΑΣΗΣ*

Ενδυματολογικές συμβάσεις και πρωτόκολλα συμπεριφοράς πολιτικών στη Βουλή ενίοτε προσαρμόζονται επιπόλαια στις ιδιωτικές προτιμήσεις.

Η​​ ευπρέπεια δεν πρέπει να συγχέεται με τον κομφορμισμό και την άκριτη υπακοή σε άγραφους κανόνες συμπεριφοράς εντός ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού ορίζοντα. Μπορεί να είναι κανείς ευπρεπής σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια ή αμφισβητώντας την υπάρχουσα κοινωνική θέσμιση. Η ευπρέπεια δεν συνιστά γνώρισμα μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης, ενώ χωρίς πνευματικότητα είναι δυνατόν να συνιστά συστατικό ενός ατομικιστικού ωφελιμισμού, ενός προσεγμένου κομφορμισμού ή μιας εύσχημης μορφής ξένωσης. Η ευπρέπεια δεν ορίζεται με βάση το δίκαιο και το άδικο, καθώς απρεπείς συμπεριφορές δεν ρυθμίζονται νομικά και δεν επιφέρουν δικαστικές ποινές. Επιπροσθέτως, δεν ορίζεται ούτε με βάση το καλό ή το κακό, διότι μια απρέπεια δεν συνιστά ανήθικη πράξη. Η ευπρέπεια δεν ανάγεται σε καμία από αυτές τις κατηγορίες και ενώ ορίζεται δύσκολα αναγνωρίζεται εύκολα. Οπως και η πνευματικότητα δεν διέπεται από τα κίνητρα της εξουσίας, της δόξας και του χρήματος. Αμφότερες κατοικούν στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ του ηθικού και του πολιτικού, δίχως να εξαγοράζονται ή να εξουσιάζουν άλλα αγαθά. Η ευπρέπεια ως έκφραση

11/3/13

Μόδα, φιλοσοφία και life style

Θεοφάνης Τάσης.


Η δυνατότητα να ντυνόμαστε όπως μας αρέσει, να υιοθετούμε συμπεριφορές, να υποδυόμαστε ρόλους, εν ολίγοις να επιλέγουμε ελεύθερα την εικόνα μας αποτελεί ένα από τα όψιμα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας, το οποίο ήταν άγνωστο τόσο στη Δύση πριν από τον 20ό αιώνα όσο και στο σύνολο των υπόλοιπων πολιτισμών στην Ιστορία. Η συντριπτική πλειονότητα των κοινωνιών που γνωρίζουμε καθόριζαν αυστηρά τους ρόλους των τάξεων, των γενεών, των φύλων και, σε συνάφεια με αυτούς, τους τρόπους ένδυσης και συμπεριφοράς, δηλαδή την εικόνα, επιτρέποντας ελάχιστες και αυστηρά καθορισμένες εξαιρέσεις, κυρίως στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών, όπως αν μιλάμε, λ.χ., για τη Δύση κατά τη λατρεία του Διόνυσου ή αργότερα στα αναγεννησιακά καρναβάλια.

1/1/13

Καλή χρονιά με μια καταπληκτική συνέντευξη του Θεοφάνη Τάση στο Αντίφωνο

Καλή χρονιά με μια καταπληκτική συνέντευξη του Θεοφάνη Τάση (λέκτωρ φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου) στο Αντίφωνο
Αξίζει να αφιερώσετε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας για να την δείτε και ίσως λίγο παραπάνω για να την κατανοήσετε...

29/12/12

Το δικαίωμα της αντιστάσεως στην Τραγωδία



Μια συζήτηση

Γεώργιος Γιατρομανωλάκης
επίκ. καθηγητής της κλασικής φιλολογίας 
στο πανεπιστήμιο Αθηνών

Σε ένα κλασικό βιβλίο για την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία (που λίγοι το συμβουλεύονται πιά στις μέρες μας) στην Γέννηση της Τραγωδίας του Φ. Νίτσε διαβάζουμε (σε μετάφραση του Κ. Μεραναίου) ότι «η πιό πονεμένη μορφή της ελληνικής σκηνής, ο δύστυχος Οιδίποδας, επινοήθηκε απ' τον Σοφοκλή ως ο ευγενικός και γενναιόψυχος άνθρωπος, ο καταδικασμένος, παρά τη σοφία του, στην πλάνη και την αθλιότητα [...] ο μύθος ψιθυρίζει στο αυτί μας πως η σοφία, κι ακριβώς η διονυσιακή σοφία, είναι μία παρα φύση βδελυγμία· πως εκείνος, που με τη γνώση του, γκρεμίζει τη φύση στην άβυσσο του μηδενός, θα πρέπει, περιμένοντας, να δοκιμάσει πάνω στο ίδιο το κεφάλι του τα αποτελέσματα της αποσύνθεσης της φύσης, η αιχμή της σοφίας γυρίζει πάλι εναντίον του σοφού· η σοφία είναι έγκλημα κατά της φύσης (69 - 71).

Απέναντι σε αυτή «τη δόξα της παθητικότητας», όπως χαρακτηρίζεται η περίπτωση που ανήμπορου (ή αρνούμενου) να αντιδράσει Οιδίποδος, ο Φ. Νίτσε τοποθετεί και συγκρίνει «το φωτοστέφανο ενεργητικότητας» που περιβάλλει τον αισχυλικό Προμηθέα. «Εκείνο» γράφει 71 κε.. «που ο στοχαστής Αισχύλος ήθελε να μας πεί εδώ, που όμως ωσάν ποιητής μας άφησε μόνο να το προαισθανθούμε με το σύμβολο, ο νέος Γκαίτε μας το αποκάλυψε σ' αυτά τα τολμηρά λόγια του Προμηθέα του:

Κάθομαι εδώ και πλάθω τους ανθρώπους σύμφωνα με τη μορφή μου. Μία ράτσα που μου μοιάζει, για να πονάει και να κλαίει, για να χαίρεται και να απολαμβάνει, και για να μή σε σέβεται, όπως κι εγώ!

Ο άνθρωπος, ανυψούμενος ίσαμε τον Τιτάνα, κατακτά για τον εαυτό του τον πολιτισμό του κι αναγκάζει τους Θεούς να συμμαχήσουν μαζί του, γιατί χάρη στη σοφία, που είναι δική του, κρατάει στα χέρια του την ύπαρξη των Θεών και τα όρια της εξουσίας τους. Το θαυμαστότερο όμως που υπάρχει στο ποίημα αυτό του Προμηθέα, που (στη θεμελιώδη του σκέψη) είναι ο αληθινός ύμνος της ασέβειας, είναι ακριβώς το βαθύ αισχύλειο συναίσθημα της δικαιοσύνης. Απο τη μια η απροσμέτρητη οδύνη του τολμηρού «ερημίτη» κι απ' την άλλη, η θεία αθλιότητα, το προαίσθημα του «λυκαυγούς».

Διάλεξα να αρχίσω το θέμα μου με αυτές τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και προκλητικές συνάμα απόψεις του Νίτσε σχετικά με την ενεργητική συμπεριφορά του Προμηθέα επειδή πιστεύω οτι σε αυτή την τραγωδία του Αισχύλου (όπως φυσικά και στη σοφόκλεια Αντιγόνη) μπορούμε να δούμε δραματοποιημένη μια δραστηριότητα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πράξη αντιστάσεως και ανταρσίας απέναντι στην εξουσία (για να μείνουμε σε αυτήν τουλάχιστον τη διάσταση). Μολονότι, όπως ελπίζω θα δείξω, η έννοια της αντιστάσεως (όπου περιλαμβάνεται και το συναφές δικαίωμα) δέν ευρίσκεται στην αρχαία Τραγωδία, εδώ στον Προμηθέα (όπως και στην Αντιγόνη) έχουμε την πλήρη ανάπτυξη ενός μοντέλου συμπεριφοράς του τραγικού ήρωα που ορθώνεται απέναντι σε μια Τάξη πραγμάτων στον βαθμό της αντίστασης ή ακόμη και της ανταρσίας.

Ο τιτανικός Προμηθέας βρίσκεται αντίθετος σε μια Εξουσία, παραμένει ανένδοτος στις αρχές του και αντιστέκεται με όλες του τις δυνάμεις απέναντι σε άδικη και σκληρή (όπως περιγράφεται) μορφή εξουσίας, προκειμένου να υπερασπισθεί ένα αίτημα καθολικής σημασίας και σπουδαιότητας. Δρά με πλήρη συνείδηση και προκαλεί υβριστικά το αντίπαλον κράτος καταδικάζεται για αυτή του την αυθάδεια και ανευλάβεια, υφίσταται τα φοβερότερα μαρτύρια και οδηγείται (τουλάχιστον στη φάση αυτή της τριλογίας) στη σωματική εξόντωση, στο πάθος κατα την αριστοτελική έννοια του όρου.

Όμως υπάρχουν κάποιες διαφορές ανάμεσα στα δύο δράματα. Η δράση του Προμηθέα και η όποια αντίστασή του κινείται στις σφαίρες των Ουρανών.
Το επίπεδο συγκρούσεως βρίσκεται μάλλον στη σφαίρα του κοσμολογικού και λιγότερο του πολιτειακού συστήματος (χωρίς ωστόσο να ελλείπουν οι αντίστοιχοι συμβολισμοί και υπαινιγμοί. Ο λόγος της τιτανικής ανταρσίας είναι η τιμή που δείχνει ο Τιτάνας στους ανθρώπους, η φιλανθρωπία του. Αντίθετη η Αντιγόνη δρά μέσα στα όρια της Πόλεως και ο λόγος για τον οποίο έρχεται σε σύγκρουση με τις εξουσιαστικές δυνάμεις της γής έχουν σχέση με τον Ουρανό ή και με τους θεϊκούς νόμους. Επιπλέον η πράξη της αντιδράσεως ή αντιστάσεως στον Προμηθέα Δεσμώτη έχει συντελεσθεί εκτός του δράματος και απλώς παρακολουθούμε τον κολασμό του Αντάρτη Θεού. Στην Αντιγόνη η αντίσταση εκδηλώνεται εντός του δράματος και επομένως μπορούμε να παρακολουθήσουμε και τη συλλογιστική της, όπως αυτή εκφράζεται εν θερμώ. Έτσι τα δύο αυτά δράματα μοιάζουν να συμπληρώνει το ένα το άλλο και μας παρέχουν τις καλύτερες (άν όχι τις μοναδικές) ιστορίες δραματοποιημένης αντιστάσεως.

Ωστόσο, προτού δούμε από πιο κοντά αυτό το μοναδικό είδος συμπεριφοράς του Προμηθέα και της Αντιγόνης, θα επιθυμούσα να σταθούμε λίγο και να θυμηθούμε ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες της τραγωδίας (μέσω φυσικά του Αριστοτέλη). Έτσι, πιστεύω, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε βαθύτερα και πληρέστερα το θέμα μας και ίσως καταλάβουμε γιατί η έννοια της αντιστάσεως και το δικαίωμα αντιστάσεως, όπως το εννοούμε σήμερα, δέν φαίνεται να απασχολεί πολύ τους τραγικούς, αντίθετα απο ό,τι συμβαίνει στη σημερινή λογοτεχνία. Αλλά και γενικότερα εξετάζοντας την ΑΕ Λογοτεχνία (το έπος λχ ή τη λυρική ποίηση) βρίσκουμε πως η έννοια της αντίστασης (όπως γίνεται αντιληπτή μέσα στα πλαίσια του δημόσιου δικαίου) δέν απασχολεί πολύ τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Μπορούμε μάλιστα να υποστηρίξουμε (μιλώντας πάλι γενικά) οτι η έννοια της κρατικής εξουσίας αντιμετωπίζεται στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, όπως τούτο φαίνεται στο έπος, στη λυρική ποίηση και στο δράμα, αδιάφορα. Δέν αναφερόμαστε φυσικά στην αντίθεση των Ελλήνων απέναντι στα βαρβαρικά καθεστώτα, βλ. λχ τους Πέρσες ή στις πολιτειακές επαναστάσεις και στις συνακόλουθες ανατροπές των πολιτικών συστημάτων. Η πολιτειακή εξουσία, όπως λχ περιγράφεται στην τραγωδία, δέν κρίνεται απο τη μορφή της. Δέν ενδιαφέρει δηλαδή το πολιτειακό σύστημα μέσα στο οποίον συντελείται η τραγική πράξις, μολονότι η Τραγωδία είναι γέννημα της Δημοκρατίας.
Η εξουσία κρίνεται (όταν κρίνεται) απο τον τρόπο με τον οποίον ασκείται και ειδικότερα απο το βαθμό καταχρήσεώς της. Ποτέ δέν τίθεται θέμα αλλαγής του καθεστώτος.

*

Ας δούμε πρώτα κάποιες θεμελιώδεις αρχές της Τραγωδίας. Και ας ξεκινήσουμε ορίζοντας την Τραγωδία με ένα δικό μας τρόπο, απλούστερο και διαφορετικό απο τον γνωστό αριστοτελικό ορισμό: μπορούμε λοιπόν να πούμε οτι η τραγωδία αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα λόγου και λογικής, ένα απο τα ανώτατα είδη της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Έχει καθορισμένη μορφή, κοινή θεματική, γνωστό (λίγο - πολύ) περιεχόμενο και σαφείς στόχους: Κάθε φορά ο τραγικός ποιητής διαχειρίζεται με τρόπο δραματικό (σκηνικό) ένα γνωστό υλικό (μυθολογικού χαρακτήρος) για να δείξει μέσα απο τη δραματική πορεία των πραγμάτων τους εντελώς συγκεκριμένους σκοπούς του. Οι σκοποί αυτοί δέν είναι παρά παιδευτικοί και ψυχαγωγικοί (με την ευρύτερη σημασία του όρου). Το τέλος της τραγωδίας, η ηδονή της τραγωδίας, προκύπτει μόνο μέσα απο την ανέλιξη του συγκεκριμένου μύθου και έγκειται στο εξής (κατα παράφραση του αριστοτελικού ορισμού): Να φανερωθεί ΠΩΣ μέσα απο το φρικτό και το βέβηλο, ΠΩΣ μέσα απο το ακάθαρτο και το φοβερό είναι δυνατόν να προκύψει μια νέα, αγαθή κεκαθαρμένη κατάσταση και τάξη. ΠΩΣ ο άνθρωπος μπορεί να μάθει απο τα παθήματα και τα λάθη του. ΠΩΣ άγεται στο φώς, στη γνώση και στην αλήθεια μέσα απο μια σκοτεινή περίοδο δράσης.

Μελετώντας τα όσα λέει ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του σχετικά με την εσωτερική δομή της τραγωδίας, σχετικά δηλ. με τα στοιχεία που απαρτίζουν το ποιόν της, παρατηρούμε οτι εκείνο που τονίζεται συνεχώς είναι η προτεραιότητα του μύθου, η πράξις ή σύστασις πραγμάτων. Ό,τι βαραίνει στην τραγική πράξη δέν είναι ο ήρωας, το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά ολόκληρο το σύστημα μέσα στο οποίο ζεί και ενεργεί ο ήρωας. Τον τραγικό ποιητή ενδιαφέρει το πλέγμα και ο ρούς των συμβάντων, όχι οι πράκτορες αυτών των ενεργειών.
Οι ήρωες, οι δρώντες χρειάζονται μόνο για να φέρουν σε πέρας και να διεκπεραιώσουν μια κατάσταση.

Όμως για να μπορέσουν τα όντα αυτά να ανταποκριθούν στον ρόλο τους πρέπει να

15/12/12

Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να ασπαστούν μια άποψη μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή


Οι αντιδράσεις μας σε μια ομιλία είναι ανάλογες με τις συνήθειες μας, διότι έχουμε την απαίτηση να λέγονται τα πράγματα με τον τρόπο που εμείς έχουμε συνηθίσει,.
Αριστοτέλης Μετά τα Φυσικά

Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο - Arthur Schopenhauer

Δεν υπάρχει γνώμη, όσο παράλογη κι αν είναι που οι άνθρωποι να μην είναι έτοιμοι να την ασπαστούν μόλις πειστούν πως είναι κοινώς αποδεκτή. Το παράδειγμα των άλλων επηρεάζει τόσο τη σκέψη τους όσο και τις πράξεις τους. Είναι σαν πρόβατα που ακολουθούν τον αρχηγό του κοπαδιού όπου τους οδηγήσει. Θα προτιμούσαν να τον ακολουθήσουν στο θάνατο παρά να σκεφτούν από μόνοι τους.

14/12/12

O Gödel και το θεώρημα της μη πληρότητας


"Κάποιοι δεν μπορούν να πουν την αλήθεια, άλλοι δεν μπορούν να πουν ψέματα, αλλά κανείς απ' ότι φαίνεται δεν ξέρει τη διαφορά."

Φανταστείτε ότι φτιάχνετε ένα πρόγραμμα για υπολογιστή στο οποίο περιλαμβάνετε την ακόλουθη πρόταση:"Αυτή η πρόταση είναι ψευδής".Ύστερα ρωτάτε τον υπολογιστή να σας απαντήσει αν η προηγούμενη πρόταση είναι σωστή ή λάθος.Αν ο υπολογιστής απαντήσει 'σωστό', τότε η πρόταση είναι ψευδής. Αν απαντήσει 'λάθος', τότε η πρόταση είναι αληθής.Ο υπολογιστής θα πέσει σ' έναν ατέρμονο βρόγχο (loop), από τον οποίο δεν θα καταφέρει να βγει παρά μόνο με black- out! Το προηγούμενο παράδοξο ονομάζεται 'παράδοξο του ψεύτη' (liar paradox). Σαν κάποιος (εικόνα ) να μας λέει με .... απόλυτη ειλικρίνεια: 'Μην πιστεύεις τίποτε απ' ό,τι σου λέω!'.

Υπάρχουν παραλλαγές του παραδόξου όπως οι προτάσεις: 'Η προηγούμενη πρόταση είναι σωστή', 'η επόμενη είναι λάθος', κοκ. Η βασική αρχή πάντως που παραβιάζεται σε κάθε περίπτωση είναι η συνέπεια (consistency). Κάθε λογική μας πρόταση θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από συνέπεια. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα σωστή και λάθος, συντακτικά και νοηματικά. Αυτή είναι και η βασική αρχή της επαγωγικής λογικής. Αυτό θα μπορούσε κάποιος αμέσως να σκεφτεί στην προηγούμενη ερώτηση: "Ποια ερώτηση;". Θα χρειαζόταν δηλαδή κάποια επιπλέον πρόταση, η οποία δεν περιέχεται στην προηγούμενη πρότασή μας.

Ο Gödel ήταν αυτός που επεξέτεινε το παραπάνω παράδοξο για να δείξει ότι δεν μπορεί να κατασκευαστεί ποτέ μια 'τέλεια μηχανή της αλήθειας', γιατί ακριβώς δε θα μπορούσε να απαντήσει αν η πρόταση: "Δεν θα πεις ποτέ ότι αυτή η πρόταση είναι αληθής", είναι αληθής ή ψευδής. Κατάφερε μάλιστα να μαθηματικοποιήσει το παραπάνω παράδοξο, στο θεώρημα της μη πληρότητας, το οποίο απλά λέει ότι σε κάθε σύστημα υπάρχει πάντοτε μία παραδοχή η οποία είναι αληθής, αλλά που δεν μπορεί να αποδειχθεί μέσα από το σύστημα. Σε συντομία, για κάθε θεωρία Τ υπάρχει η αντίστοιχη πρόταση G που λέει "Η πρόταση G δεν

16/8/12

Η Πλατωνική Αλληγορία της Σπηλιάς


Η αλληγορία αυτή διηγείται πως σε ένα σπήλαιο, κάτω από τη γη, βρίσκονται  άνθρωποι αλυσοδεμένοι με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να δουν μόνο τον απέναντί τους τοίχο. Δεν μπορούν να κοιτάξουν ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Πίσω τους ωστόσο είναι αναμμένη μια φωτιά. Έτσι οτιδήποτε εκδηλώνεται πίσω από την πλάτη τους αναπαριστάνεται ως σκιά στον απέναντι τους τοίχο. Επειδή οι άνθρωποι αυτοί σε ολόκληρη τη ζωή τους τα μόνα πράγματα που έχουν δει είναι οι σκιές των πραγμάτων, έχουν την εντύπωση ότι οι σκιές που βλέπουν πάνω στον τοίχο είναι τα ίδια τα πράγματα. Εάν όμως κάποιος από τους αλυσοδεμένους ανθρώπους του σπηλαίου κατορθώσει να ανέβει πάνω στη γη και, κάτω από το φως του ήλιου πλέον, δει τα πράγματα, θα καταλάβει την πλάνη στην οποία ζούσε όσο ήταν κάτω από τη γη. Θα αντιληφθεί τότε ότι οι σύντροφοι του, που εξακολουθούν να βρίσκονται αλυσοδεμένοι στο σπήλαιο, ζουν βυθισμένοι μέσα στις ψευδαισθήσεις. Κατά τον Πλάτωνα, ο απελεύθερος δεσμώτης είναι ο φιλόσοφος, ο οποίος βλέπει τα ίδια τα όντα, τις ιδέες, και όχι τα είδωλά τους. Οι

15/8/12

Η έννοια της αιτιότητας και η προσέγγισή του Αριστοτέλη και του Χιούμ

Καταρχήν, πριν ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας με τις προσεγγίσεις του Αριστοτέλη και του Hume στο ζήτημα της αιτιότητας είναι αναγκαίο να κατανοηθεί η έννοια αυτής. Όταν κάποιος κάνει λόγο για αιτιότητα αναφέρεται στη σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, δηλαδή στο πως κάτι επιδρά στο διπλανό του. Η έννοια της αιτιότητας είναι παλαιότερη του Αριστοτέλη, την συναντούμε ήδη στον φιλόσοφο Αναξίμανδρο από τη Μίλητο ο οποίος σημειώνει: «όλα τα πράγματα πληρώνουν ανάμεσά τους ποινή και αποζημίωση για την αδικία που παθαίνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα». Μέσα από την μελέτη της αιτιότητας κερδίζουμε γνώση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την απόκτηση δύναμης πάνω στη φύση. Εάν δηλαδή γνωρίζουμε τα αίτια κάποιων ανεπιθύμητων γεγονότων που διαδραματίζονται στη φύση, όπως πυρκαγιές, πλημμύρες ή σεισμοί μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα αποτρέψουμε από το να συμβούν.

Τη συζήτηση γύρω από την αιτιότητα τη διακρίνουμε σε δύο μέρη, το ένα είναι το μεταφυσικό και το άλλο, το γνωσιολογικό. Το πρώτο μέρος είναι η φύση της σύνδεσης ανάμεσα στην αιτία και του αποτέλεσμα. Η απάντηση δηλαδή στο ερώτημα πώς η αιτία θα φέρει το αποτέλεσμα. Το δεύτερο κομμάτι είναι το επιστημονικό μέρος το οποίο ασχολείται με το ερώτημα εάν και κατά πόσο είναι δυνατή η αιτιακή γνώση. Κι αν τελικά αυτή είναι δυνατή με ποιο τρόπο μπορεί να αποκτηθεί.


Προσέγγιση του ζητήματος της αιτιότητας από τον Αριστοτέλη

Εκείνος που έθεσε τις βάσεις του αιτίου και του αιτιατού ήταν ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.). Η έννοια της αιτιότητας αποτελεί ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα που ασχολείται ο Αριστοτέλης στα βιβλία του Φυσικά αλλά και Μετά Φυσικά. Για τον Αριστοτέλη κάθε γεγονός έχει και μια αιτία και η γνώση των αιτιών αυτών είναι επιστήμη. Στο Β’ βιβλίο του στα Φυσικά αναφέρει ότι για οποιοδήποτε αποτέλεσμα είναι αναγκαία τέσσερα αίτια φυσικών

13/8/12

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης στην εκπομπή "Παρασκήνιο"


Το "Παρασκήνιο" αφιερωμένο στον Κορνήλιο Καστοριάδη, σε μια εκπομπή που την έρευνα έκανε η Τέτα Παπαδοπούλου και τα κείμενα διαβάζει η Λίνα Νικολακοπούλου.
O Κορνήλιος Καστοριάδης γεννήθηκε το 1922 στην Κωνσταντινούπολη και υπήρξε ένας φιλόσοφος που το έργο του μέσα από την διεπιστημονικότητα και την πολυεδρικότητα του κατάφερε να είναι οικουμενικό. Η συμμετοχή του σε ποικίλες πολιτικές και φιλοσοφικές συγκρούσεις αλλά και η σύζευξη γνωστικών πεδίων όπως της φιλοσοφίας, της πολιτικής, της ψυχανάλυσης, της οικονομίας, της βιολογίας τον καθιστούν έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Έφυγε από τη ζωή στις 26 Δεκεμβρίου του 1997..

11/7/12

Κωνσταντίνος Καβάφης «Η Σατραπεία»



Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται•
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει•
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε•
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία•
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

«Ο ποιητής δεν υπονοεί κατ’ ανάγκην τον Θεμιστοκλέα ή τον Δημάρατον, αλλ’ ούτε και άνθρωπον πολιτικόν [...] Το υπονοούμενον πρόσωπον είναι εντελώς συμβολικόν. το οποίον δέον να παραδεχθώμεν μάλλον ως ένα τεχνίτην ή και επιστήμονα [...] Αξιοσημείωτος είναι ο εν παρενθέσει στίχος «η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις» [στ. 8], ο οποίος αποτελεί την βάσιν ολόκληρου του ποιήματος.» (Καβάφης)

Η Σατραπεία είναι ένα ψευδοϊστορικό ποίημα του Καβάφη, εμπνευσμένο από την τακτική κάποιων σημαινόντων Ελλήνων να καταφεύγουν στους βασιλιάδες της Περσίας, όταν συνειδητοποιούσαν πως οι συμπολίτες τους δεν αναγνώριζαν την αξία και την προσφορά τους. Προσωπικότητες όπως ο Θεμιστοκλής (πολιτικός και στρατηγός, νικητής στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, 480 π.Χ., που εξοστρακίστηκε από τους Αθηναίους το 471 π.Χ. και κατέφυγε στον Αρταξέρξη) και ο Δημάρατος (βασιλιάς της Σπάρτης μέχρι το 491 π.Χ., κατέφυγε στην αυλή του Δαρείου Α΄, όταν έχασε την εξουσία με την κατηγορία ότι δεν ήταν γνήσιο παιδί του Αρίστωνα). Οι Πέρσες υποδέχονταν τους Έλληνες αποστάτες και τους προσέφεραν πλούσια δώρα, με αντάλλαγμα την παροχή πολύτιμων πληροφοριών και υπηρεσιών κατά των Ελλήνων.

15/6/12

Άκου ανθρωπάκο ...


Σε φωνάζουν Ανθρωπάκο, Κοινό Άνθρωπο. Λένε πως χάραξε η εποχή σου, η «Εποχή του Κοινού Ανθρώπου».

Μα δεν είσαι συ που το λες, ανθρωπάκο. Το λένε εκείνοι, οι αντιπρόεδροι των μεγάλων εθνών, οι εργατοπατέρες, οι μετανιωμένοι γιοι των αστών, οι πολιτικοί και οι φιλόσοφοι. Σου προσφέρουν το μέλλον, μα δε ρωτούν για το παρελθόν σου.

Κι όμως, είσαι κληρονόμος ενός τρομερού παρελθόντος. Τούτη η κληρονομιά καίει στη χούφτα σου σα διαμάντι φλεγόμενο. Εγώ αυτό έχω να σου πω.

Ο γιατρός, ο τσαγκάρης, ο μηχανικός ή ο εκπαιδευτικός, για να προκόψουν στη δουλειά τους και να κερδίσουν το ψωμί τους, πρέπει να γνωρίζουν τις ελλείψεις τους. Εδώ και κάμποσες δεκαετίες παίρνεις παγκοσμίως τα ηνία στα χέρια σου. Το μέλλον της ανθρωπότητας θα εξαρτηθεί από τις σκέψεις και τις πράξεις σου. Όμως, οι δάσκαλοι κι οι αφέντες σου δε σου μιλάνε για τον τρόπο που σκέφτεσαι πραγματικά. Δε σου λένε ποιος είσαι στα αλήθεια. Κανένας δεν τολμά να σε φέρει αντιμέτωπο με τη μοναδική πραγματικότητα που έχει τη δύναμη να σε καταστήσει κύριο του πεπρωμένου σου. Είσαι «ελεύθερος» από μια άποψη μονάχα: ελεύθερος από την αυτοκριτική, που μπορεί να σε βοηθήσει να κουμαντάρεις τη ζωή σου.

Δε σ' άκουσα να παραπονιέσαι ποτέ: «Με εκθειάζετε σαν το μελλοντικό αφέντη του εαυτού μου και του κόσμου μου. Αλλά δε μου λέτε πώς γίνεται κανείς αφέντης του εαυτού του. Δε μου λέτε ποια είναι τα λάθη και τα ελαττώματά μου, πού σφάλλω στον τρόπο που σκέφτομαι και πράττω».

Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν τη δύναμη εν ονόματι «του ανθρωπάκου». Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός. Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη. Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις. Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ' έπιασαν κορόιδο.

Σε καταλαβαίνω! Κι ετούτο επειδή αντίκρισα αμέτρητες φορές γυμνό το κορμί και την ψυχή σου. Σε είδα δίχως τη μάσκα σου, την κομματική σου ταυτότητα ή την εθνική σου υπερηφάνεια. Γυμνό σα νεογέννητο, γυμνό σα στρατάρχη ξεβράκωτο. Σ' άκουσα να κλαις και να οδύρεσαι. Μου μίλησες για τα προβλήματά σου, τις αγάπες και τους πόθους σου. Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω. Και θα σου πω τι είσαι, ανθρωπάκο, επειδή πιστεύω πραγματικά στο τρανό σου μέλλον. Μα επειδή το μέλλον σού ανήκει, αναμφίβολα σου ανήκει, ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου. Κοίτα τον όπως είναι πραγματικά. Άκου αυτό που κανένας από τους ηγέτες και τους αντιπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι «άνθρωπος μικρός, κοινός». Συλλογίσου τη διπλή έννοια που έχουν τούτες οι λέξεις, «μικρός» και «κοινός»...

Μην το βάζεις στα πόδια! Βρες το κουράγιο να αντικρίσεις τον εαυτό σου!


«Με ποιο δικαίωμα μου κάνεις κήρυγμα;» Βλέπω την ερώτηση στο τρομαγμένο βλέμμα σου. Σ' ακούω να την ξεστομίζεις όλο αυθάδεια. Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Φοβάσαι την κριτική, όσο και τη δύναμη που σου υποσχέθηκαν. Αλήθεια, πώς σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τη δύναμή σου; Δεν ξέρεις. Φοβάσαι και να σκεφτείς ακόμη πως μπορεί κάποια μέρα να 'σαι διαφορετικός: ελεύθερος αντί φοβισμένος, ειλικρινής αντί ραδιούργος, να χαίρεσαι τον έρωτα, όχι σαν τον κλέφτη μες στη νύκτα, αλλά ανοικτά, στο φως του ήλιου. Απεχθάνεσαι τον εαυτό σου, ανθρωπάκο. Αναρωτιέσαι, «Ποιος είμαι εγώ που θα 'χω άποψη, θα κουμαντάρω τη ζωή μου και θα αποκαλώ ολάκερη την οικουμένη δική μου;» Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που θα διεκδικήσεις τη ζωή σου; Ε, λοιπόν, θα σου πω ποιος είσαι.

3/6/12

Κωνσταντίνος Καβάφης «Θυμήσου, σώμα... »



Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στη φωνή - και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες - πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Το «Θυμήσου, σώμα...» είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ποιήματα της καβαφικής δημιουργίας, το οποίο με τις δύο κιόλας λέξεις του τίτλου του φέρνει στην επιφάνεια δύο κεντρικές θεματικές της ποίησης, αλλά και της προσωπικής ζωής του Καβάφη. Τη μνημονική λειτουργία, την ανάκληση δηλαδή εμπειριών του παρελθόντος και τη σωματική απόλαυση του έρωτα.
Ο Καβάφης από νωρίς αντιλαμβάνεται το γοργό πέρασμα του χρόνου και αποδίδει έτσι, στις εμπειρίες της νεότητας, την ιδιαίτερη αξία που τους αναλογεί. Ο ποιητής γνωρίζει πως η φθορά που επέρχεται στο σώμα και στη μορφή του, θα του στερήσουν σύντομα τη δυνατότητα να διεκδικεί το ερωτικό ενδιαφέρον και να απολαμβάνει τον έρωτα, όπως ο ίδιος τον επιθυμεί. Συλλέγει, γι’ αυτό με προσοχή τις νεανικές του μνήμες και τις αποτυπώνει στους στίχους του, προφυλάσσοντάς τες από τη διαβρωτική επενέργεια της λήθης και συνάμα καθιστώντας τες πολύτιμο κτήμα της συλλογικής μνήμης. Ερωτικές απολαύσεις, καλαίσθητα σώματα και άρτια εφηβικά ή νεανικά πρόσωπα, βρίσκουν διαρκές καταφύγιο στους τολμηρούς στίχους του Καβάφη.
Ο ποιητής αυτός θα περάσει πολλές στιγμές στα χρόνια της ωριμότητάς του, που θα αφήνεται στο νοσταλγικό κάλεσμα του ηδονικού παρελθόντος του. Όσα, καθώς μεγαλώνει δεν μπορεί να τα ζήσει ξανά, τα αναζητά στα νεανικά του χρόνια και τα αναβιώνει υπό το αδύναμο φως των κεριών, στην κάμαρά του. Η ανάκληση παρελθοντικών εμπειριών, η κυριαρχία της μνημονικής διαδικασίας και φυσικά η θλίψη που φέρνει η επίγνωση πως οι απολαύσεις της νεότητας ανήκουν πια στο παρελθόν, αποτελούν επανερχόμενα στοιχεία στην ποίηση του Καβάφη.
Στα πλαίσια μιας τέτοιας αναπόλησης συντίθεται και το «Θυμήσου, σώμα...», με τον ποιητή να ζητά από το σώμα του να θυμηθεί, όχι μονάχα τις απολαύσεις που γνώρισε, αλλά και τις επιθυμίες που ξύπνησε, χωρίς ποτέ να τις γευτεί. Ο ποιητής, εδώ, απευθύνεται στο σώμα του κι όχι στη μνήμη του, όπως κάνει σε άλλα ποιήματα, καθώς θέλει να αναβιώσει την ερωτική εκείνη αίσθηση της επιθυμίας που διεγείρει κυρίως το σώμα. Δεν αποζητά, απλώς, την ανάμνηση του πόθου που προκάλεσε, αλλά και την έλξη και την αναστάτωση που βίωσε κι ο ίδιος.
Θυμήσου, σώμα τις επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά και τρέμανε μες στη φωνή. Οι σωματικές εκείνες αντιδράσεις που προδίδουν την ερωτική επιθυμία και καθιστούν εναργέστερο το ηδονικό κάλεσμα, η έλξη που φανερώνεται στο κοίταγμα και η αναστάτωση που κάνει τη φωνή να τρέμει, είναι τα στοιχεία που θέλει ο ποιητής να θυμηθεί ξανά το σώμα του. Τώρα πια, είναι οι αποδείξεις πως κάποτε υπήρξε κι εκείνος ποθητός, τότε ήταν οι ενδείξεις που ξυπνούσαν μέσα του κυρίαρχη την ερωτική επιθυμία.
Επιθυμίες ισχυρές, οι οποίες όμως δεν έφτασαν ποτέ στην πραγμάτωσή τους, γιατί κάποιο τυχαίο εμπόδιο τις ματαίωσε. Με το πέρασμα όμως του χρόνου, μοιάζει σα να δόθηκε το σώμα και σ’ αυτές τις απολαύσεις, σα να τις έζησε κι αυτές στην πληρότητά τους.
Ο ποιητής παραμερίζει τα κρεβάτια στα οποία πλάγιασε, τις ερωτικές εμπειρίες δηλαδή που πραγματικά απόλαυσε, κι αφήνει το σώμα του να θυμηθεί κι ακόμη περισσότερο να γευτεί κι εκείνες τις επιθυμίες που τότε δεν μπόρεσε να ζήσει. Ο ποιητής αποζητά πλέον να αισθανθεί, όχι μόνο ό,τι συνέβη, αλλά κι εκείνο που θα μπορούσε να είχε συμβεί, ιδωμένο πλέον σε μιαν άρτια φαντασιακή ολοκλήρωση, χωρίς περιττές μεταμέλειες και χωρίς μοιραία εμπόδια.
Το ποίημα κλείνει επαναλαμβάνοντας το κάλεσμα του ποιητή στο σώμα του να θυμηθεί τις επιθυμίες εκείνες που φανερά προκάλεσε, έστω κι αν δεν τις απόλαυσε, παρουσιάζοντας έτσι με έμφαση τη σκέψη του ποιητή πως υπήρξε μια σειρά πολύτιμων ηδονικών εμπειριών που θα μπορούσε να είχε βιώσει, μα δεν το κατάφερε. Εμφανής είναι η αίσθηση απώλειας του ποιητή μπροστά στη συνειδητοποίηση όλων αυτών των χαμένων ευκαιριών για ηδονική απόλαυση, όπως εμφανής είναι και η διάθεσή του να αφήσει τη μνήμη του να επανορθώσει τις απώλειες αυτές που προκλήθηκαν από τυχαίες περιστάσεις και εμπόδια

31/5/12

Τα ήθη των νέων : Αριστοτέλης, Ρητορική

Οι νέοι αισθάνονται σφοδρές επιθυμίες και μπορούν να εκπληρώσουν εκείνο που επιθυμούν. Από τις επιθυμίες πάλι που σχετίζονται με το σώμα αισθάνονται κυρίως τις ερωτικές και δεν μπορούν να κυριαρχήσουν επάνω τους. Είναι ευμετάβλητοι και γρήγορα χορταίνουν με κείνα που επιθύμησαν, και γι' αυτό, ενώ δοκιμάζουν σφοδρές επιθυμίες, πολύ γρήγορα αδιαφορούν. Επειδή η θέλησή τους, ενώ είναι έντονη δεν είναι ταυτόχρονα και μεγάλη-όπως συμβαίνει στον άρρωστο με την πείνα και με τη δίψα. Έχουν ροπή προς την οργή, παραφέρονται εύκολα και ακολουθούν εκείνο που αποφάσισαν πάνω στο θυμό τους, χωρίς να μπορούν να συγκρατηθούν. Και τούτο, επειδή από εγωισμό δεν δέχονται την περιφρόνηση και αγανακτούν όταν νομίζουν πως αδικούνται. Αγαπούν τις τιμές κι ακόμα πιο πολύ τη νί-κη, επειδή τα νιάτα θέλουν να υπερέχουν και η νίκη είναι ένα είδος υπεροχής. Αγαπούν αυτά τα δύο πιο πολύ παρά το χρήμα ή -καλύτερα -δεν τους ενδιαφέρει το χρήμα ολότελα, επειδή ακόμα δεν έχουν δοκιμάσει τι θα πει φτώχεια κι αυτό εκφράζει το γνωστό απόφθεγμα του Πιττακού για τον Αμφιάραο.

«Μα εσύ δεν είχες ακόμα δοκιμάσει τον έρωτα προς το χρήμα, πώς λοι-πόν τα χέρια σου ήταν έτοιμα να αρπάξουν;».

Οι νέοι δεν έχουν κακές διαθέσεις. Είναι μάλλον καλοί, επειδή δεν είδαν ακόμη πολλά παραδείγματα διεφθαρμένων ανθρώπων. Είναι ευκολόπιστοι, επειδή ακόμα δεν τους έχουν εξαπατήσει συχνά. Είναι γεμάτοι ελπίδες, κι αυτό συμβαίνει επειδή η φύση τούς έχει προικίσει με κάποιο είδος θέρμης, σαν εκείνη που νιώθουν αυτοί που έχουνε πιει πολύ κρασί. Αλλά η ιδιότητά τους αυτή οφείλεται και στο ότι δεν έχουν ακόμα δοκιμάσει πολλές αποτυχίες. Ζούνε κυρίως με την ελπίδα, επειδή η ελπίδα αφορά το μέλλον, ενώ η ανάμνηση το παρελθόν. Και για τους νέους το μέλλον είναι μεγάλο, ενώ το παρελθόν μικρό. Αλήθεια, στην αρχή της ύπαρξης δεν μπορεί να υπάρξει καμιά ανάμνηση, ενώ όλες οι ελπίδες επιτρέπονται. Και γι’αυτό το λόγο εύκολα εξαπατώνται, επειδή και εύκολα σχηματίζουν ελπίδες. Και επειδή ρέπουν προς την οργή και προς την ελπίδα, είναι γενναίοι επειδή η μια ιδιότητά τους συντελεί στο να μη φοβούνται, ενώ η άλλη τους δίνει θάρρος. Αλήθεια, κανένας δεν φοβάται όταν είναι θυμωμένος, ενώ η ελπίδα της επιτυχίας μας κάνει θαρραλέους. Είναι ντροπαλοί, επειδή ξέρουν μόνο εκείνα που έχουν διδαχθεί σύμφωνα με τους νόμους και δεν υποθέτουν πως υπάρχουν κι άλλα ευχάριστα πράγματα. Είναι μεγαλόψυχοι, επειδή δεν τους ταπείνωσε ακόμα ο αγώνας της ζωής, ούτε δοκίμασαν ανάγκες. Εξάλλου όποιος πιστεύει πως είναι άξιος μεγάλων πραγμάτων είναι και  μεγαλόψυχος. Αυτό όμως το πιστεύουν όσοι έχουν πολλές ελπίδες.

Προτιμούν να κάνουν ό,τι τους φαίνεται ωραίο παρά ό,τι τους συμφέρει,επειδή οι πράξεις τους υπαγορεύονται πιο πολύ από την καρδιά παρά απότον ψυχρό υπολογισμό-κι ενώ αυτός λογαριάζει το συμφέρον, η αρετή λογαριάζει το ωραίο. Οι νέοι αγαπούν τους φίλους τους και τους συντρόφους τους πιο πολύ, παρά όσοι βρίσκονται σε μεγαλύτερη ηλικία, και τούτο, επειδή νιώθουν μεγάλη ευχαρίστηση να ζουν μαζί με τους άλλους και ακόμα δεν έχουν αρχίσει να σχηματίζουν κρίσεις με βάση το συμφέρον τους για κανένα πράγμα,· λοιπόν ούτε και για τους φίλους τους. Όλα τα σφάλματάτους προέρχονται από την υπερβολή, επειδή οι νέοι δεν τηρούν το λόγο του Χίλωνα (μηδέν άγαν). Αλήθεια, υπερβάλλουν σε όλα. Αγαπούν υπερβολικά, μισούν υπερβολικά και το ίδιο συμβαίνει και για όλες τις άλλες πράξεις τους. Πιστεύουν πως ξέρουν τα πάντα κι ανακατεύονται στα πάντα και γι'αυτόν ακριβώς το λόγο είναι υπερβολικοί. Αν συμβεί να διαπράξουν κάποιο αδίκημα, αυτό οφείλεται στην αυθάδεια και όχι σε κακία. Αισθάνονται εύκολα οίκτο, επειδή θεωρούν όλους τους ανθρώπους απλούς και ενάρετους. Αλήθεια, κρίνουν τους άλλους με τη δική τους αθωότητα και γι’ αυτό πιστεύουν ότι, κάτι που παθαίνει κάποιος άλλος, δεν αξίζει να το πάθει.

Αγαπούν τα γέλια και γι’ αυτό τους αρέσουν τα πειράγματα, όπου με ευγένεια στρέφονται κατά των άλλων.
Αριστοτέλης,  Ρητορική, Μετάφραση Ηλία Ηλιού

16/12/11

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ (ή περί Έρωτος)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΝΙΚ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
1912

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο πίνακας παραρομάτων έχει ληφθεί υπόψη. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

I.
Ανάλυσις του διαλόγου.

Εις συμπόσιον δοθέν υπό του Αγάθωνος την επομένην της ημέρας κατά την οποίαν ενίκησε με την πρώτην αυτού τραγωδίαν, συνδαιτυμόνες μεταξύ των άλλων είνε ο Σωκράτης, ο Φαίδρος, ο Ερυξίμαχος, ο Παυσανίας και ο Αριστοφάνης. Επειδή δε και την προτεραίαν οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν μαζί εορτάζοντες την νίκην, ως εκ τούτου δε διετέλουν ακόμη υπό τους ατμούς του οίνου ο οποίος είχε ρεύσει άφθονος, αποφασίζεται, κατά πρότασιν του ιατρού Ερυξιμάχου, να διεξαχθή η συναναστροφή χωρίς μέθην, ν' αποπεμφθή η αυλητρίς και να ληφθή ως θέμα ομιλίας ο Έρως, του οποίου καθένας με την σειράν θα έπλεκε το εγκώμιον. Ο Σωκράτης δεν έχει καμμίαν αντίρρησιν εις την απόφασιν αυτήν, τόσω μάλλον καθ' όσον αυτός τίποτε άλλο δεν γνωρίζει ειμή τα ερωτικά.

Και έτσι ο Πλάτων εισέρχεται εις το θέμα του.

Σημειωτέον ότι κατά τεχνοτροπίαν όχι ασυνήθη εις τον Πλάτωνα, τα πρόσωπα ταύτα δεν εισάγονται απ' ευθείας διαλεγόμενα, αλλά τα περί του Συμποσίου και των κατ' αυτό λεχθέντων διηγείται, μετά πάροδον χρόνου μακρού, προς φίλους του ο Αθηναίος Απολλόδωρος, ο οποίος πάλιν δεν παρευρέθη ο ίδιος εις το Συμπόσιον, αλλά τα ήκουσε μεν προ καιρού παρά τινος Αριστοδήμου παρευρεθέντος, τα ενθυμείται όμως καλά, διότι προσφάτως είχε λάβει αφορμήν να τα διηγηθή εις κάποιον άλλον φίλον του. Εις τρόπον ώστε τα κυρίως πρόσωπα του διαλόγου είνε δύο, ο Απολλόδωρος ούτος και ένας από τους φίλους εις τους οποίους τα διηγείται, μη ονομαζόμενος.

***

Κατά την αφήγησιν λοιπόν αυτήν, πρώτος ομιλεί περί του Έρωτος ο Φαίδρος, έπειτα ο Παυσανίας, ο Ερυξίμαχος, ο Αριστοφάνης, ο Αγάθων. Τελευταίος εις την σειράν έρχεται ο Σωκράτης.

Καθένας από τους πρώτους παρουσιάζει κάποιαν μονομερή φιλοσοφικήν αντίληψιν. Βεβαίως δι' όλας αυτάς τας πνευματικάς υπεροχάς ο Έρως δεν είνε απλώς το κτηνώδες αίσθημα του κοινού όχλου. Είνε κάτι περισσότερον τούτου. Αλλά τι; Όλοι φαίνονται προσπαθούντες να υψωθούν έως εις ένα σημείον υψηλοτέρας αντιλήψεως. Η πλουσία ελληνική μυθολογία τους βοηθεί εις τούτο με περισσήν πολυτέλειαν. Τίποτε εν τούτοις το άρτιον, το συστηματικόν, το συνθετικόν δεν βλέπει κανείς. Εις τους λόγους των ο Έρως φαίνεται ωσάν να έχασε μέρος από τα πτερά του και είνε ανίκανος να πετάξη εις πολύ μεγάλα ύψη μαζί των. Χελώνη βεβαίως δεν είνε. Αλλ' ούτε αετός.

Ο Πλάτων, ο οποίος είνε ο ανυπέρβλητος αριστοτέχνης εις την διαγραφήν των χαρακτήρων, έχει διά τον καθένα ιδιαίτερον τρόπον σκέψεως, αντιλήψεως, διατυπώσεως, σύμφωνον προς τον χαρακτήρα και την ειδικότητα του ομιλούντος.

Διά τον νεαρόν Φαίδρον ο Έρως είνε ο πρεσβύτατος των θεών, διότι γονείς αυτού δεν αναφέρονται από κανένα ούτε ποιητήν ούτε πεζόν, πρόξενος δε μεγίστων αγαθών εις τους ανθρώπους, ως εμπνέων αισθήματα ευγενή, την αισχύνην διά τα αισχρά, την φιλοτιμίαν προς τα καλά, την αυταπάρνησιν και την αυτοθυσίαν υπέρ του αγαπωμένου. Υπό το κράνος αυτού η Άλκηστις προσφέρεται ν' αποθάνη υπέρ του ανδρός της, ο Αχιλλεύς διά να εκδικήση τον θάνατον του Πατρόκλου. Εις τρόπον ώστε ιδεώδης τύπος μιας πολιτείας ή ενός στρατοπέδου θα ήτο ν' αποτελήται από εραστάς και αγαπωμένους.

Με τον Παυσανίαν, ο οποίος ομιλεί κατόπιν, γίνεται ένα βήμα προς τα εμπρός. Ο Έρως είνε διπλούς, διότι και Αφροδίται δύο υπάρχουν· η Ουρανία και η Πάνδημος. Αφού λοιπόν ο Έρως είναι ακόλουθος της Αφροδίτης, πρέπει και εις αυτόν κατ' ανάγκην να διακρίνωμεν τον Πάνδημον από τον Ουράνιον. Ο πρώτος είνε ο Έρως των φαύλων ανθρώπων ο αποβλέπων εις τα σώματα μάλλον των αγαπωμένων, γυναικών ή νέων, ενώ ο δεύτερος αποβλέπει εις το ηθικόν και επομένως αντικείμενον έχει το άρρεν, το φύσει ρωμαλεώτερον και μάλλον νουν έχον.

Ο ιατρός Ερυξίμαχος ανοίγει ορίζοντας ευρυτέρους. Αποδεχόμενος την διάκρισιν του Παυσανίου, ευρίσκει τον Έρωτα όχι μόνον εις τους ανθρώπους και τα ζώα και τα φυτά, αλλά και εις πολλά άλλα πράγματα υπάρχοντα ως αρμονίαν των εναντίων. Εν πρώτοις εις την τέχνην του, εις την ιατρικήν δηλαδή· διότι η ιατρική, κατά τον ορισμόν τον οποίον δίδει, είνε επιστήμη των του σώματος ερωτικών ορμών προς πλησμονήν και κένωσιν, και ο καλύτερος ιατρός είναι ο δυνάμενος να διαγνώση εις αυτάς τον καλόν και τον αισχρόν έρωτα και έχων την επιτηδειότητα να καταστήση φίλα και αγαπώμενα αμοιβαίως τα εχθρικώτατα μέσα εις το σώμα διακείμενα, δηλαδή το ψυχρόν και το θερμόν, το ξηρόν και το υγρόν και όσα άλλα τοιαύτα. Έπειτα εις την μουσικήν, η οποία είνε επιστήμη των ερωτικών σχέσεων των αναφερομένων εις την αρμονίαν και τον ρυθμόν διότι αρμονία είνε η συνδιαλλαγή του βαρέος και του οξέος τόνου, όπως ρυθμός είνε η συμφωνία του ταχέος και βραδέος. Εις την σύστασιν των ωρών του έτους επίσης, εις τας οποίας ο κόσμιος έρως συνίσταται εις σώφρονα συγκερασμόν των στοιχείων που ανέφερεν ήδη, του θερμού και ψυχρού, του υγρού και ξηρού. Η μαντική ακόμη και αι θυσίαι, τα μέσα αυτά διά των οποίων ο άνθρωπος έρχεται εις επικοινωνίαν με το θείον, δεν έχουν άλλον σκοπόν ειμή την διατήρησιν και θεραπείαν του κοσμίου έρωτος. Ο Έρως λοιπόν υπάρχει παντού, κόσμιος και ευεργετικός εις ανθρώπους και ζώα και φυτά όταν υπάρχη αρμονική συνδιαλλαγή των στοιχείων, αισχρός και ολέθριος όταν επικρατή εις αυτά η ακολασία. Τοιουτοτρόπως διά του Ερυξιμάχου ο Έρως, από του ψυχολογικού επιπέδου εις το οποίον εφαίνετο τείνων να περιορισθή μέχρις αυτού, ευρύνεται τόρα πολύ, τείνει, μέσα εις κάποιον ημίφως μυστικοπαθείας τρόπον τινά, όπου ο ακροατής παύει να βλέπη καθαρά τα πράγματα και, μόλις διακρίνει σκιάς παρασυρομένας εις ένα ακατανόητον χορόν ερωτικής μέθης, να περιλάβη ολόκληρον τον φυσικόν και τον ηθικόν κόσμον.

Με τον Αριστοφάνη γίνεται φως ιλαρόν. Αι σκιαί διαλύονται τόρα· και διαλύονται με τον τρόπον ακριβώς που οι εξορκισταί του μεσαιώνος μεταχειρίζονται διά ν' αποδιώξουν τα φαντάσματα με ολίγον αλάτι δηλαδή, με το περίφημον αττικόν άλας το οποίον τόσον αφειδώς εσκόρπισεν εις τα έργα του ο μέγας της αρχαιότητος κωμικός. Ο Αριστοφάνης, πριν εισέλθη εις το θέμα του, σχετίζει την θεωρίαν του Ερυξιμάχου μ' ένα πτάρνισμά του, διά του οποίου, κατά συμβουλήν του τελευταίου τούτου, θεραπεύει τον λόξυγκα από τον οποίον είχε καταληφθή, και εκφράζει την απορίαν του πώς οι ψόφοι και οι γαργαλισμοί ενός πταρνίσματος συνετέλεσαν ώστε ν' αποκατασταθή ο κόσμιος έρως μέσα εις τον οργανισμόν του. Και κατόπιν διηγείται ένα χαριέστατον μύθον. Εις τον παλαιόν καιρόν οι άνθρωποι δεν ήσαν όπως οι σημερινοί. Εν πρώτοις τα γένη δεν ήσαν δύο, αλλά τρία, διότι υπήρχε κ' ένα τρίτον γένος εξ ανδρός και γυναικός συγκείμενον και διά τούτο ανδρόγυνον καλούμενον. Έπειτα δε και όλοι γενικώς οι άνθρωποι ήσαν διπλοί, δύο άνδρες μαζί, δύο γυναίκες μαζί, ένας άνδρας με μίαν γυναίκα, ηνωμένοι εις ένα σώμα με μίαν κεφαλήν, πρόσωπα δυο αντιθέτως βλέποντα, χείρας τέσσαρας και πόδας ισαρίθμους. Και ήσαν φοβεροί εις ρώμην οι άνθρωποι αυτοί, και διά τούτο ετόλμησαν να τα βάλουν και με τους θεούς ακόμη. Τότε ο Ζευς οργισθείς διά την αυθάδειάν των, αλλά και μη θέλων να εξαφανίση τελείως το ανθρώπινον γένος, απεφάσισε, διά να τους καταστήση ασθενεστέρους, να τους διαχωρίση εις δύο. Τοιουτοτρόπως κάθε άνθρωπος τόρα είνε μια τσέτουλα ανθρώπου κομμένου εις δύο· και επειδή τείνει να επανέλθη εις την αρχικήν του φύσιν την διπλήν, εγεννήθη ο Έρως. Ο Έρως λοιπόν δεν είνε τίποτε άλλο παρά η αναζήτησις του ημίσεως. Εάν δε η αρχαία εκείνη φύσις του ανθρώπου είνε η αρίστη, εκείνο που μας πλησιάζει περισσότερον προς αυτήν είνε επίσης το άριστον.

Δεν μένει πλέον, εξαιρουμένου του Σωκράτους, παρά ο Αγάθων, τραγικός ποιητής τρυφερός και κομψοεπής, αλλ' αερολόγος οπωσδήποτε, του οποίου δεν διεσώθη μεν κανέν έργον μέχρις ημών, πλην του τίτλου ενός πρωτοτύπου, φαίνεται, εις το είδος του δράματος επιγραφομένου Άνθος, αλλ' εάν κρίνωμεν εκ της εικόνος πού μας δίδει, περί αυτού ο Πλάτων, η ζημία δεν είνε πολύ μεγάλη. Φαίνεται μάλιστα ότι και κατά το σώμα ήτο τρυφερός την όψιν και θηλυπρεπής, αν κρίνωμεν από τας Θεσμοφοριαζούσας του Αριστοφάνους, εις τας οποίας παριστάνεται ο Ευριπίδης προτείνων εις αυτόν να ενδυθή γυναικεία φορέματα, με τα οποία να διαλάθη τας βουλευομένας θάνατον κατ' αυτού γυναίκας και χρησιμεύση πλησίον αυτών ως συνήγορός του. Ο Αγάθων λοιπόν ευρίσκει ένα κενόν εις τους λόγους των άλλων. Όλοι περιωρίσθησαν να καλοτυχίζουν τους ανθρώπους διά τα αγαθά των οποίων αίτιος είνε ο Έρως· τι πράγμα δε είνε εκείνος ο οποίος εδώρησε τα αγαθά αυτά, δεν είπε κανείς. Την έλλειψιν αυτήν θα την αναπληρώση αυτός. Λοιπόν ο Έρως είνε ο ευδαιμονέστατος των θεών, διότι είνε ο ωραιότατος. Και είνε ωραιότατος, διότι πρώτον είνε νεώτατος και πάντοτε νέος, αντιθέτως προς όσα είπεν ο Φαίδρος, όστις τον θέλει τον πρεσβύτατον των θεών· απόδειξις δε της νεότητός του είνε ότι αποφεύγει το γήρας· έπειτα είνε απαλώτατος και λεπτότατος, διότι την οίκησιν αυτού εγκαθιστά μέσα εις τα ήθη και τας ψυχάς θεών και ανθρώπων. Δίκαιος προς τούτοις, διότι η βία είνε ξένη προς τον Έρωτα και μόνον θεληματικώς δουλεύει καθένας προς αυτόν. Είνε σώφρων, ανδρείος, αφού κρατεί υπό την εξουσίαν του τον ανδρειότατον όλων, τον Άρην, σοφός, αφού έχει την δύναμιν να μεταβάλλη τους άλλους εις ποιητάς και τεχνίτας. Και ο Αγάθων τελειώνει εις ένα ρητορικόν λυρισμόν με ηχηράς λέξεις και φράσεις.

***

Τελευταίος μένει ο Σωκράτης, εις τα λεγόμενα δε αυτού ακριβώς πρέπει να ζητηθή η Πλατωνική περί του Έρωτος θεωρία. Ζητεί εν πρώτοις την άδειαν ν' απευθύνη ολίγας ερωτήσεις εις τον Αγάθωνα, τον οποίον αναγκάζει να ομολογήση ότι ο Έρως δεν είνε ούτε ωραίος ούτε αγαθός, διά τον απλούστατον λόγον ότι ποθεί το ωραίον και μαζί με αυτό και τα αγαθά, τα οποία είνε επίσης ωραία· δεν ποθεί δε κανείς παρά εκείνο του οποίου στερείται. Επομένως ο Έρως στερείται και δεν έχει κάλλος. Και ο Σωκράτης αφίνει εδώ τον Αγάθωνα, ομολογούντα ότι, δεν ημπορεί να τα βάλη μαζί, του, διά να εκθέση όσα περί του Έρωτος εδιδάχθη από μίαν σοφήν ξένην, την εκ Μαντινείας Διοτίμαν. Αποτελεί ίσως τούτο σιωπηράν διαμαρτυρίαν διά την μέχρι της στιγμής εκείνης παραγνώρισιν της σημασίας της γυναικός επί τοιούτου θέματος.

Λοιπόν κατά την Διοτίμαν αυτήν ο Έρως δεν είνε ούτε ωραίος ούτε αγαθός, όπως απεδείχθη ήδη. Έπεται εκ τούτου ότι ο Έρως είνε άσχημος και κακός; Καθόλου, αφού υπάρχει και μέσον τι μεταξύ ωραιότητος και ασχημίας, μεταξύ αγαθότητος και κακίας.

Ουδέ καν θεός είνε ο Έρως, αφού στερείται των αγαθών και των ωραίων, πράγμα το οποίον δεν ημπορεί να λεχθή διά τους θεούς. Είνε λοιπόν θνητός; Ούτε· αλλ' όπως είνε μέσον τι μεταξύ ωραιότητος και ασχημίας, κατά τον αυτόν τρόπον είνε μέσον τι μεταξύ θνητού και αθανάτου. Με άλλας λέξεις ο Έρως είνε δαίμων μέγας, διότι παν δαιμόνιον είνε μέσον τι μεταξύ θεού και θνητού, μέσον διά του οποίου συμπληρώνεται το μεταξύ κενόν, εις τρόπον ώστε το σύμπαν αυτό συνδέεται προς εαυτό τοιουτοτρόπως, και διά του οποίου ο άνθρωπος επικοινωνεί με το θείον.

Είνε δε ο Έρως του Πόρου και της Πενίας υιός, δηλαδή θεού και θνητής. Εντεύθεν εξηγείται και η φύσις αυτού. Από την μητέρα του έχει σύντροφον παντοτεινόν την ένδειαν, και αντί ωραίος και απαλός, είνε, εξ εναντίας, ξηρός και ταλαιπωρημένος και ανυπόδητος και άστεγος, μικρός και ταπεινός ων πάντοτε και μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι. Ως εκ του πατρός του δε πάλιν, είνε ανδρείος, άφοβος, ορμητικός, επινοητικώτατος δε, δεινός γόης και μάγος και σοφιστής, αποβλέπων πάντοτε εις τα ωραία και τα αγαθά και φιλοσοφών διά παντός του βίου.

Εις ολίγας λέξεις, έρως είνε η επιθυμία του κατέχειν το αγαθόν διά παντός, το διακρίνον δε αυτόν πάσης άλλης επιθυμίας του αγαθού, ήτις άλλως είνε κοινή εις όλους τους ανθρώπους, είνε τούτο, ότι δι' αυτού επιδιώκει τις να γεννήση, είτε κατά το σώμα είτε κατά την ψυχήν, μέσα εις το ωραίον. Αιτία δε τούτου είνε ότι η θνητή φύσις ζητεί κατά το δυνατόν την διακόνισιν και την αθανασίαν, διότι ο πόθος του αγαθού συνυπάρχει αναγκαίως μετά του πόθου της αθανασίας, αφού έρως είνε η επιθυμία του έχειν το αγαθόν διά παντός. Και τούτο μόνον διά της γεννήσεως είνε δυνατόν να το επιτύχη, καθόσον δι' αυτής καταλείπει άλλο νέον αντί του παλαιού. Ακολουθία τούτου είνε ότι οι μεν κατά τα σώματα εγκύμονες όντες τρέπονται προς τας γυναίκας, διά παιδογονίας αθανασίαν και μνήμην και ευδαιμονίαν, όπως νομίζουν, ποριζόμενοι διά τον έπειτα χρόνον πάντα· οι δε κατά τας ψυχάς, προς όσα αρμόζουν εις της ψυχής τας συλλήψεις και τα γεννήματα, προτιμώντες μεν και ούτοι, ως κυοφορούντες, τα ωραία σώματα από τα άσχημα, αλλ' επιδιώκοντες προ παντός το ψυχικόν κάλλος, μέσα εις το οποίον, όταν το εύρουν, θα γεννήσουν όσα εγκυμονούν, γινόμενοι αμέσως εύγλωττοι εις λόγους περί αρετής προς τον άνθρωπον τούτον και επιχειρούντες να τον διδάξουν.

Έως εδώ τα ερωτικά αποτελούν απλήν προπαρασκευήν διά να χωρήση τις προς τον τελικόν σκοπόν, όστις είνε η διά του έρωτος εξύψωσις του ανθρώπου μέχρι του θείου και όστις αποτελεί την ουσίαν της περί έρωτος πλατωνικής θεωρίας.

Η εξύψωσις αυτή γίνεται δι' αναβάσεως τρόπον τινά από βαθμίδος εις βαθμίδα, αρχής γινομένης εκ των κάτω. Πρώτην δε βαθμίδα αποτελεί η προσήλωσις προς ένα μόνον ωραίον σώμα. Αφού γεννήση τις ενταύθα λόγους καλούς και εννοήση ότι το εις ένα οιονδήποτε σώμα υπάρχον κάλλος είνε αδελφόν του εις άλλο σώμα υπάρχοντος, αναβαίνει εις τα δύο σώματα και από τούτων εις όλα τα ωραία σώματα. Έπειτα από των ωραίων σωμάτων αναβαίνει εις το ψυχικόν κάλλος, αρκούμενος εις αυτό και αυτό μόνον επιζητών, από τούτον δε, αφού αντιληφθή ότι το ωραίον είνε παντού το αυτό, προχωρεί εις τα ωραία έργα και από τούτων εις την ωραιότητα της μαθήσεως, έως ότου από μαθήσεως εις μάθησιν καταλήξη εις την γνώσιν αυτού του απολύτου καλού, του αναλλοιώτου και αιωνίου, του απηλλαγμένου από ανθρωπίνας σάρκας και χρώματα και την άλλην περισσήν ματαιότητα της ανθρωπίνης φύσεως, αυτού δηλαδή του θείου κάλλους του μοναδικού εις το είδος του.

Μόνον ο φθάσας μέχρι του τέλους αυτού ημπορεί να γεννήση όχι είδωλα αρετής, ως ερχόμενος εις συνάφειαν όχι με είδωλον, αλλ' αληθινήν αρετήν, ως ερχόμενος εις συνάφειαν με το αληθές.

***

Εδώ φαίνεται λήγον το θέμα του διαλόγου και επιπολαίως κρίνων τις θα ενόμιζεν ότι τα παρακάτω αποτελούν προσθήκην έξω του θέματος. Δεν έχει όμως ούτω το πράγμα. Εξ εναντίας, ο διάλογος δεν θα ήτον πλήρης, εάν ετελείωνεν εδώ. Διότι δεν ήρκει να εκτεθή μία τόσον αλλόκοτος διά τον αμύητον θεωρία περί έρωτος, αλλ' έπρεπε να προστεθή και οποίον απεργάζεται τον άνθρωπον ο πλατωνικός αυτός έρως.

Και ιδού εισβάλλει μεθυσμένος ο Αλκιβιάδης, υποβασταζόμενος από μίαν αυλητρίδα και από άλλους φίλους των οργίων του.

Τον άνθρωπον αυτόν η μοίρα εμοίρανε με ό,τι δύναται θνητός να ποθήση εις τον κόσμον αυτόν· κάλλος τοιούτον, ώστε ο Ξενοφών να λέγη περί αυτού ότι ήτον αδύνατον να του αντισταθή και η σεμνοτέρα των γυναικών· γένος περίλαμπρον — Αιακίδης εκ πατρός, Αλκμαιωνίδης εκ μητρός· πλούτον, επαυξηθέντα κατόπιν διά γενναίας προικός· σωματικήν διάπλασιν και ρώμην τοιαύτην, ώστε να του είνε εύκολος πάσα δίαιτα, από της Σπαρτιατικής σκληραγωγίας μέχρι της Περσικής τρυφηλότητος και πολυτελείας· ευφυίαν και ευστροφίαν πνεύματος, την οποίαν μετεχειρίσθη εις κορεσμόν της αχαλινώτου φιλοδοξίας του και εις καταστροφήν της πατρίδος του, εξωθήσας τους πρέσβεις των Λακεδαιμονίων εις την διάπραξιν της μοναδικής εκείνης εις την διπλωματικών ιστορίαν του κόσμου αστοχίας, άλλα να ειπούν εις την βουλήν και άλλα εις την εκκλησίαν του δήμου· ανδρείαν, της οποίας δείγματα έδωκεν από της πρώτης αυτού νεότητος, διακριθείς κατά την εις Ποτίδαιαν εκστρατείαν, ουδέποτε δε νικηθείς ως στρατηγός. Αλλά μαζί με τα χαρίσματα αυτά, ωσάν να μετενόησε διά το έργον της, τον επροίκισε με περισσήν αναισχυντίαν, της οποίας ενωρίτατα επίσης έδωκε δείγμα, όταν, μαθών ότι ο μέγας Περικλής, ο και κηδεμών του, δεν ηυκαίρει να τον δεχθή διότι εσκέπτετο πώς να δώση λόγον εις τους Αθηναίους, είπε: «Και δεν σκέπτεται καλύτερα πώς να μη δώση λόγον;»

Ο αναίσχυντος λοιπόν αυτός άνθρωπος είνε ο μόνος κατάλληλος διά να δειχθή με την ζωηροτέραν αντίθεσιν ο χαρακτήρ του Σωκράτους. Είνε δε προς τούτοις και μεθυσμένος, διά να ειπή όλην την αλήθειαν, με όλην την ωμότητα του γυμνού. Και έτσι η μεγάλη, η υπεράνθρωπος, η αληθώς θεοείκελος εκείνη μορφή του μεγάλου της αρχαιότητος φιλοσόφου, όστις, όπως έλεγε, δεν εγνώριζε τίποτε άλλο από τα ερωτικά, ευρίσκει εις το στόμα του Αλκιβιάδου τον ακούσιον τρόπον τινα υμνητήν της. Χωρίς άλλο την εικόνα αυτήν του Σωκράτους είχεν υπ' όψιν, πολλούς αιώνας βραδύτερον, ο Χριστιανός Έρασμος, όταν ανεφώνει εν κατανύξει:

 — Άγιε Σωκράτη, προσευχήσου υπέρ ημών.

Μετά το εγκώμιον του Σωκράτους υπό του Αλκιβιάδου εισελαύνει όμιλος κωμαστών και η μέχρι της στιγμής εκείνης κρατήσασα εις το συμπόσιον τάξις και ευκοσμία πνίγεται μέσα εις όργια μέθης, υπό τους ατμούς της οποίας οι συμπόται υποκύπτουν ο ένας μετά τον άλλον και ή ανεχώρησαν πλέον ή απεκοιμήθησαν. Οι μόνοι, εκτός του Σωκράτους, αντέχοντες ακόμη, ο Αριστοφάνης και ο Αγάθων, νυστάζουν τόρα και αυτοί και επί τέλους αποκοιμώνται. Εν τω μεταξύ ο ήλιος ανατέλλει, το φως των λύχνων ωχριά, και μόνον ανέσπερον εν μέσω τόσων ηθικών συντριμμάτων εξακολουθεί να λάμπη μέχρι τέλους του Συμποσίου το φως της μεγαλοφυίας του Σωκράτους.

ΙΙ
ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤOΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΝ

Ας το είπωμεν ευθύς εξ αρχής. Ο έρως αποτελεί μέρος ολοκληρωτικόν του όλου συστήματος της Πλατωνικής φιλοσοφίας. Δεν είνε τι ανεξάρτητον του όλου συστήματος, μία βιολογική τρόπον τινα παρένθεσις μέσα εις αυτό, αλλά συνάπτεται στενώτατα με όλας τας κυριαρχούσας εις τούτο θεμελιώδεις ιδέας, είνε η κλεις, αν θέλετε, η ανοίγουσα την θύραν εις ό,τι έχει σκοτεινότερον και μυστηριωδέστερον η Πλατωνική φιλοσοφία. Αφηρέσατε απ' αυτής τον έρωτα; Είνε ως να εσβύσατε το φως. Δεν απομένει πλέον παρά ένα σύνολον αυθαίρετον με πολλά χάσματα. Και τωόντι τοιαύτα χάσματα διέκριναν σοβαρώτατοι μελετηταί της Πλατωνικής φιλοσοφίας, τα οποία και έσπευσαν να επικρίνουν με την ευκολίαν εκείνην με την οποίαν επικρίνεται συνήθως το έργον των μεγάλων.

Θ' αρκεσθώμεν εδώ εις ένα μόνον παράδειγμα, διότι η εξέτασις της ως άνω τεθείσης αρχής καθ' όλην την έκτασιν της εφαρμογής αυτής εις τας λεπτομερείας θα ήτον έργον ειδικής μελέτης υπερβαινούσης τα στενά όρια ενός προλόγου, όστις σκοπόν έχει να δώση εις χονδράς γραμμάς ιδέαν, όσον το δυνατόν περισσότερον εύληπτον και απηλλαγμένην από τα σκότη της μεταφυσικής, της σημασίας του έρωτος εις την πλατωνικήν φιλοσοφίαν.

Ούτως εις το ουδείς εκών κακός του Σωκράτους, όστις επρέσβευεν ότι η διάπραξις του κακού είνε αποτέλεσμα αγνοίας, λέγων, κατά τον Ξενοφώντα, «και την δικαιοσύνην και την πάσαν άλλην αρετήν σοφίαν είναι», αντετάχθη η ηθική καλουμένη ελευθερία, ως εκ της οποίας, μολονότι γνωρίζοντες το καλύτερον, είνε δυνατόν εν τούτοις να προτιμήσωμεν το χειρότερον (video meliora probo"ue; deteriora se"uor). Κατά την ιδέαν αυτήν ο Σωκράτης, και μαζί με αυτόν ο Πλάτων, όστις πιστώς ηκολούθησε την σωκρατικήν αυτήν θεωρίαν (μολονότι ηναγκάσθη δήθεν να την μετριάση οπωσδήποτε, προσθέσας τον θυμόν),παρεγνώρισαν εντελώς την ηθικήν ελευθερίαν, και τούτο εις εποχήν κατά την οποίαν ο Ευριπίδης έθετεν εις το στόμα της Μηδείας τους στίχους:

    Και μανθάνω μεν οία δραν μέλλω κακά,
    θυμός δε κρείσων των εμών βουλευμάτων,
    όσπερ μεγίστων αίτιος κακών βροτοίς.

Η αρετή είνε γνώσις, είνε επιστήμη· ιδού η βάσις της Σωκρατικής και Πλατωνικής ηθικής. Αλλ' είνε επιστήμη απορρέουσα εκ του θείου έρωτος, είνε η διά του έρωτος επίγνωσις του απολύτου καλού, και υπό την έποψιν αυτήν έρως, επιστήμη, ηθική συγχέονται ή μάλλον ταυτίζονται. Με άλλας λέξεις ο έρως ενταύθα συμπίπτει προς την θριαμβεύουσαν χάριν των θεολόγων. Και είνε μεν αληθές ότι και οι θεολόγοι άλλοτε μεν εθεώρησαν την θείαν χάριν ανίκητον και άλλοτε αντέταξαν εις αυτήν την ηθικήν ελευθερίαν, αλλ' επίσης βέβαιον είνε ότι οι εξοχώτεροι αντιπρόσωποι της ταυτίσεως του θείου έρωτος και της καθαράς επιστήμης, οι συνδυάσαντες εις την ζωήν των θεωρίαν και πράξιν, ο Σωκράτης και ο Σπινόζας, διά ν' αναφέρωμεν μόνον αυτούς, έζησαν βίον όσιον.

Ελέχθη επίσης ότι οι Αλεξανδρινοί, διά να συμβιβάσουν τον Πλάτωνα μετά του Αριστοτέλους, επενόησαν την έκστασιν. Αλλ' η έκστασις του νεοπλατωνισμού δεν είνε τίποτε άλλο παρά ο έρως εν ενεργεία τρόπον τινά, και την έκστασιν αυτήν την βλέπομεν διαρκούσαν κάποτε, κατά την εις Ποτίδαιαν εκστρατείαν, επί ολόκληρον εικοσιτετράωρον, κατά το οποίον ο Σωκράτης έμεινε, κατά την αφήγησιν του Αλκιβιάβου, όρθιος και ακινητών, προσηλωμένος εις κάτι.

Εκ των ανωτέρω εννοείται ποίαν σημασίαν είχεν η παροιμιώδης κατάστασης διαβεβαίωσις του Σωκράτους ότι τίποτε δεν γνωρίζει και ότι όλαι αι γνώσεις του περιορίζονται εις τα ερωτικά, εις τον έρωτα διά του οποίου και μόνου, όπως λέγει, είνε κατορθωτή η γέννησις αληθινής αρετής και όχι ειδώλων αρετής. Διά τον Σωκράτη «ο μεν περί τα τοιαύτα [τα ερωτικά ιδίως] σοφός, δαιμόνιος ανήρ, ο δε άλλο τι σοφός ων ή περί τέχνας ή χειρουργίας τινάς, βάναυσος». Ο Εκκλησιαστής βεβαίως δεν έχει διάφορον γνώμην, όταν λέγη:

«Του πονήσαι βιβλία πολλά ουκ έστι περασμός, και μελέτη πολλή κόπωσις σαρκός».

***

Αλλ' η λέξις έρως είνε τόσον πολυσήμαντος και τόσον ποικίλας και διαφόρους περιλαμβάνει εννοίας, ώστε ορισμός αυτού δυνάμενος να περιλάβη όλας αυτάς τας εννοίας είνε αδύνατος. Ο Βολταίρος, νομίζω, επεχείρησεν απαρίθμησιν των σημασιών αυτού αρχίσας από την ζωολογίαν και καταλήξας εις την θεολογίαν, ο δε Σπένσερ περιωρίσθη εις ανάλυσιν των στοιχείων από τα οποία αποτελείται το αίσθημα αυτό, περιέχον θαυμασμόν, στοργήν, την ευφροσύνην που προξενεί η καλλονή κλπ., ενώ ο Λειβνίτιος, κλείων τον έρωτα μέσα εις ασφυκτικώς στενόν ηθικόν κύκλον, περιορίζει αυτόν εις χαράν διά την ευτυχίαν του άλλου και εις αίσθησιν της ευτυχίας του άλλου ως ιδίας. Ο Σοπενάουερ είνε οπωσδήποτε γενικώτερος, θεωρών τον έρωτα επάνω κάτω ως ένστικτον διά του οποίου η θέλησις εκδηλώνει την αιωνιότητά της εις τα είδη.

Αλλ' όλαι αύται αι απόψεις και όσας άλλας θα ήτον δυνατόν ν' αναφέρωμεν ενταύθα, περιορίζονται εις κύκλον κατά το μάλλον ή ήττον στενόν, άλλοτε βιολογικόν, άλλοτε ηθικόν, μεταφυσικόν, ψυχολογικόν κλπ. Αυτός είνε ίσως ο λόγος διά τον οποίον και ο Πλάτων απέφυγε πάντα ορισμόν του έρωτος. Διότι το μορφήν ορισμού έχον συμπέρασμα, κατά το οποίον έρως είνε η επιθυμία του κατέχειν το αγαθόν διά παντός, δεν είνε ορισμός, αφού αμέσως κατωτέρω εξετάζεται το ζήτημα, εις τι πρέπει ν' αναβλέπη η προσπάθεια των διωκόντων το αγαθόν διά να χαρακτηρισθή ως έρως. Επίσης δεν πρέπει να νομισθή ότι έρως κατά την πλατωνικήν αντίληψιν είνε γενικώς ο πόθος της αθανασίας. Διότι μη λησμονώμεν ότι του έρωτος μετέχει και το θείον, όπερ αποτελεί τον έτερον των πόλων των αναγκαίων εις γέννησιν της αληθινής αρετής, και επομένως τοιαύτη αντίληψις ήθελεν εξωθήσει τον Πλάτωνα εις ταπεινόν ανθρωπομορφισμόν αναιρούντα αυτήν την υπόστασιν του Απολύτου. Διά τούτο αρκείται απλώς να ειπή ότι ο έρως, ο έρως της θνητής φύσεως, είνε και της αθανασίας έρως.

Προ παντός όμως πρέπει να εννοηθή ότι ο Πλατωνικός έρως δεν είνε ποτέ, υπό οσονδήποτε περιωρισμένην ηθικήν έποψιν και αν εξετασθή, το απλούν στοργικόν αίσθημα, το άγονον και στείρον. Ο Πλατωνικός έρως, είτε εις τον οργανικόν κόσμον είτε εις τον ηθικόν ή μεταφυσικόν αναφέρεται, είνε δύναμις γονιμοποιός. Και διά να εννοηθή καλύτερον οπωσδήποτε η έκτασις, η σημασία, ακόμη δε και η αρχή αυτού, επιβάλλεται ευρυτέρα κάπως επισκόπησις.

***

Εις οσονδήποτε μακρυνόν παρελθόν και αν ανατρέξωμεν, θα εύρωμεν μέσα εις το χάος των κοσμογονικών μύθων, αλληγοριών, παραδόσεων, θρησκευτικών δοξασιών και συμβόλων, κυριαρχούσαν αμετάβλητον διά μέσου των αιώνων, από της πλέον σκοτεινής εποχής έως σήμερον, υπό μορφάς εξωτερικεύσεως διαφόρους, άλλοτε φωτεινάς και άλλοτε καλυπτομένας από τον ζόφον της μεταφυσικής ή της μυστικοπαθείας, την ιδέαν του Έρωτος.

Και εν πρώτοις σαφώς ευρίσκομεν εκφραζομένην την ιδέαν του ανδρογύνου της θεότητος εις την αρχαιοτάτην των θρησκειών, την Ινδικήν. Σύμβολον λατρείας εις αυτήν είνε το άνθος του λωτού εν ερμαφροδίτω αναπαραστάσει με τον Λίνγαμ (φαλλόν), το διακριτικόν σημείον της γονιμοποιού δυνάμεως του άρρενος, και τα λοιπά γεννητικά όργανα (1). Εις τους κατακλυσμούς, κατά την ινδικήν μυθολογίαν, ο λωτός λαμβάνει σχήμα λέμβου ιστιοφόρου διά να σώση το ανθρώπινον γένος από του καταποντισμού.

Εις την Αίγυπτον παρά τον Όσιριν ευρίσκομεν την Ίσιδα, εκ της συναφείας των οποίων εγεννήθη ο Ώρος. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και τα τέσσαρα πολυθρύλλητα στοιχεία τα οποία τινές των παλαιοτάτων ελλήνων φιλοσόφων έθεσαν ως κοσμογονικήν αρχήν, δηλαδή το ύδωρ, το πυρ, η γη και ο αήρ, παριστάνονται ως ιδιαιτέρα χορεία θεών, κατά ζεύγη άρρενος και θήλεος έκαστον, με κεφαλήν ανθρωπίνην μεν ή βατράχου οι άρρενες θεοί, όφεως δε αι θέαιναι. Και εις μεν το ζεύγος το παριστάνον το ύδωρ ο θεός καλείται Νουν και η θεά Νουντ — το τ είνε δηλωτικόν του θηλυκού γένους — εις το παριστάνον το πυρ ο θεός καλείται Χεχ και η θεά Χεχτ, εις το ζεύγος της γης Κεκ ο θεός και Κεκτ η θεά, και τέλος το του αέρος φέρει τα ονόματα Νι και Νιτ.

Προκειμένου μάλιστα ενταύθα περί των στοιχείων ως αρχής κοσμογονικής, δεν είνε ίσως άσκοπον να προστεθή ότι ο Αριστοτέλης, ομιλών περί του Θαλού όστις ως αρχήν του παντός εθεώρει το ύδωρ, παρατηρεί ότι εις την υπόθεσιν αυτήν ωρμήθη πιθανώς «διά το πάντων τα σπέρματα την φύσιν υγράν έχειν, το δε ύδωρ αρχήν της φύσεως είναι τοις υγροίς»

Ας μη λησμονώμεν προς τούτοις ότι εις τους Αιγυπτίους η Σφιγξ, η συμβολίζουσα το αίνιγμα της ζωής, έχει μεν σώμα ταύρου, όνυχας λέοντος και μορφήν ανθρωπίνην, αλλά το στήθος της είνε στήθος γυναικός συμβολίζον τον Έρωτα, προς τούτοις δε φέρει και πτέρυγας, όπως και ο Ελληνικός Έρως.

Παρατρέχομεν τους Σίνας με το ζεύγος των Γυάγγ και Γυν και ερχόμεθα εις τους ιδικούς μας προγόνους.

Εδώ πλέον ευρισκόμεθα εις την δυσκολίαν της εκλογής εν μέσω τόσου πλούτου μύθων, παραστάσεων, αλληγοριών. Παρατρέχοντες την θεογονίαν του Ησιόδου, κατά την οποίαν εκ του Χάους εγεννήθησαν πρώτον η Γη και ο Έρως, ερχόμεθα εις την Ορφικήν θεογονίαν.

Εν πρώτοις, κατά Ορφικόν στίχον, ο Ζευς και άρσην γένετο και άμβροτος νύμφη.

Έρχεται έπειτα ο θαυμάσιος μύθος περί του Φάνητος, όστις είνε αυτός ο Έρως υπό άλλο όνομα, καλούμενος ούτω, ότι πρώτος εν αιθέρι φαντός έγεντο. Ο έρως άλλως απαντάται υπό πολλά ονόματα μέσα εις το χάος των περί αυτού μύθων. Τον ευρίσκομεν ως Φάνητα, ως Μήτιν, ως Ηρικαπαίον, ως Διόνυσον, ως Ευβουλήα, ως Ανταύγην κλπ. Ο Φάνης λοιπόν αυτός ή Φαέθων ή απλούστερον Έρως εγεννήθη πρώτος εκ του κοσμογονικού Ωού, του περικλείοντος εν σπέρματι ολόκληρον τον κόσμον, όστις εξ αυτού βαθμηδόν λαμβάνει ύπαρξιν, όπως τα πτηνά εκ των αυγών. Παρίστανον δε τον Έρωτα οι Ορφικοί ως απειρομέγεθες τρόπον τινα ζώον αποτελούν τον κόσμον ολόκληρον, με κεφαλήν μεν τον ουρανόν, πόδας την γην, οφθαλμούς τον ήλιον και την σελήνην, και κέρατα την ανατολήν και την δύσιν. Και εκ μεν των δακρύων αυτού εβλάστησε το οϊζυρόν, το δυστυχισμένον γένος των βροτών, εκ δε του γέλοντος οι αθάνατοι θεοί.

Αλλά και ολόκληρος η Διονυσιακή λατρεία, εις την οποίαν οφείλει την αρχήν της η δραματική ποίησις, εις τον έρωτα αναφέρεται, με σύμβολον τον φαλλόν, εκ τον οποίον και το έθιμον της φαλλοφορίας (2).

Θα εμακρύναμεν πολύ τον λόγον, εάν ηθέλαμεν να ενδιατρίψωμεν εις όλους τους μύθους οι οποίοι συνδέονται με την λατρείαν τον Διονύσου. Διά τούτο θα περιορισθώμεν εις τον ορφικόν εκείνον μύθον εις τον οποίον οφείλεται το μέχρις ημών διασωθέν έθιμον του μεταμφιεσμού της Αποκρέου. Κατά τον μύθον αυτόν οι Τιτάνες, χρίσαντες το πρόσωπον αυτών με γύψον διά να μη γνωρισθούν, κατώρθωσαν να πλησιάσουν τον Διόνυσον, τον οποίον ο Ζευς είχεν εγκαταστήσει βασιλέα επί του Ουρανίου θρόνου, και να τον φονεύσουν, διαμοιρασθέντες τα μέλη αυτού μεταξύ των. Η Παλλάς όμως αρπάσασα την καρδίαν αυτού την εκόμισε πάλλουσαν ακόμη εις τον Δία, όστις καταπιών αυτήν ανεγέννησε τον Διόνυσον, κατεκεραύνωσε δε τους Τιτάνας, εκ της τέφρας των οποίων εγεννήθησαν οι άνθρωποι. Ώστε και εις τους ανθρώπους υπάρχει ο Διόνυσος, αλλά διαμελισμένος. Αυτός δε μετά της Κόρης μέλλουν να ελευθερώσουν, κατά τας δοξασίας των Ορφικών, τους ανθρώπους και τας ψυχάς αυτών, καθαριζομένας βαθμηδόν από παντός ρύπου, απαράλλακτα όπως εις την ινδικήν θρησκείαν ο λωτός είνε ο μέλλων να διασώση το ανθρώπινον γένος από του κλυδωνισμού των παθών, έως ότου φθάση εις την αιωνίαν μακαριότητα, εις την ποθητήν νιρβάναν.

Αποφεύγομεν να εξετάσωμεν εδώ, ως μη σχετιζόμενον αμέσως με το θέμα μας, το ζήτημα εάν η ινδική νιρβάνα είνε η πλήρης εκμηδένισις, όπως πιστεύεται γενικώς. Βέβαιον είνε μόνον ότι, όπως εις τους Ορφικούς και εις τον Πλάτωνα (3), ούτω και εις την ινδικήν θεοσοφίαν ευρίσκομεν τον έρωτα στενώς συνδεόμενον προς την μετενσάρκωσιν, αποτελούντα τον αΐδιον και αναλλοίωτον νόμον της κάρμας, όστις διέπει τας διαδοχικάς μέχρι της οριστικής τελειώσεως μετενσαρκώσεις του ανθρώπου, συντελούντα δηλαδή, κατά τους καββαλιστάς, εις τον σχηματισμόν του φλοιού, του υλικού τρόπου τινα αυτού σκηνώματος της ψυχής μετά θάνατον, το οποίον αντιστοιχεί προς το φθαρτόν σώμα της εν τη γη ζωής και εκ του οποίου κρίνεται η τύχη της αμέσως επομένης μετενσαρκώσεως.

Μεταξύ των μύθων αυτών ιδιάζουσαν αναμφιβόλως σημασίαν πρέπει ν' αποδώσωμεν εις τον υπό του Πλάτωνος αναφερόμενον περί της γεννήσεως του Έρωτος, ως συμβολίζοντα την πτώσιν του ανθρωπίνου γένους. Κατά τον μύθον αυτόν, τον οποίον ανεφέραμεν και ανωτέρω, ο Έρως είνε τέκνον του Πόρου και της Πενίας, παρήχθη με άλλας λέξεις εκ της συζεύξεως του κατά Πλάτωνα όντως όντος μετά του μη όντος, της ιδέας δηλαδή μετά της ύλης.

Ανάλογον αναμφιβόλως είνε το εν τη Γενέσει (κεφ. ς') αναφερόμενον:

«Και εγένετο ηνίκα ήρξαντο οι άνθρωποι πολλοί γίνεσθαι επί της γης και θυγατέρες εγεννήθησαν αυτοίς, ιδόντες δε οι άγγελοι του θεού τας θυγατέρας των ανθρώπων ότι καλαί εισίν έλαβον εαυτοίς γυναίκας από πασών ων εξελέξαντο».

Διεξοδικώτερον ακόμη επί του αντικείμενου αυτού είνε το καλούμενον βιβλίον του Ενώχ, το οποίον όμως η Εκκλησία δεν δέχεται μεταξύ των ιερών βιβλίων.

***

Εις την επιτροχάδην αυτήν παρέλασιν των κυριοτέρων επί του Έρωτος μύθων της αρχαιότητος μικρόν, πολύ μικρόν μέρος περιελήφθη ως δείγμα τρόπον τινα της κυριαρχίας του έρωτος. Ουδέ καν περί όλων των εθνών έγεινε λόγος. Παρελείφθησαν οι Βαβυλώνιοι, οι Φοίνικες, οι Ρωμαίοι και τόσοι άλλοι, διά να μη δοθή έκτασις πολύ μεγάλη εις την κατ' ανάγκην σύντομον αυτήν εισαγωγήν.

Τα ολίγα όμως εκτεθέντα πολύ ατελή θα παρείχον ιδέαν του πράγματος, εάν παραλλήλως δεν παρασχεθή ασθενής εικών των οργίων εις τα οποία εξώκειλεν η ανθρωπότης κατά την ερωτολατρείαν αυτήν.

Τωόντι τοιαύτα όργια, όργια πορνείας και μέθης, απετέλουν μέρος αναπόσπαστον της λατρείας της Αφροδίτης και του Διονύσου, των μυστηρίων του Αδώνιδος, της Κυβέλης, του Πριάπου, της Χλωρίδος.

Κατά τον Στράβωνα ο εν Κορίνθω πλουσιώτατος ναός της Αφροδίτης είχεν εις την ιδιοκτησίαν του περισσότερον από χιλίας πόρνας, δούλας ή ιερείας, δωρηθείσας εις την θεάν υπό διαφόρων, ανδρών ή γυναικών.

Αι γυναίκες της Βύβλου ώφειλον ή να θυσιάσουν την κόμην των εις το πένθος του Αδώνιδος ή άλλως να παραδοθούν, προς εξαγνισμόν της τοιαύτης ασεβείας, εις τους ξένους επί ολόκληρον ημέραν.

Εις την Αρμενίαν αι κόραι των μεγαλυτέρων οικογενειών αφιερώνοντο παρθένοι ακόμη εις τοιαύτην θρησκευτικήν εκπόρνευσιν.

Η Βαβυλών ολόκληρος μετεβάλλετο κατ' έτος εις ένα απέραντον πορνείον χάριν της Βαβυλωνείου Αφροδίτης, η οποία εκαλείτο Μύλιττα. Όλαι αι γυναίκες με τα εορτάσιμά των μετέβαινον εις τον ναόν αναμένουσαι τους προσκυνητάς του έρωτος, οι οποίοι συνέρρεον εξ όλων των μερών του κόσμου, προσελκυσμένοι από την φήμην της ωραιότητός των. Από της ταπεινοτέρας δούλης μέχρι της μεγαλυτέρας δεσποίνης καμμία δεν παρέλειπε το ιερόν αυτό καθήκον. Αι πλούσιοι, αι μη θέλουσαι ν' αναμιχθούν μετά του όχλου, μετέβαινον εποχούμενοι επί πολυτελών αρμάτων, ενδυμέναι πολυτελέστατα, ακολουθούμενοι από πλήθος θεραπαινίδων, στολισμέναι με όλα των τα κοσμήματα. Εκεί ετάσσοντο κατά στίχους, μεταξύ των οποίων αφίνετο διάβασις διά τους προσκυνητάς. Ο διερχόμενος ξένος έρριπτεν ένα νόμισμα εις εκείνην την οποίαν εξέλεγεν, επικαλούμενος το όνομα της θεάς. Οποιοσδήποτε δε και αν ήτο ούτος, Έλλην ή Ιουδαίος, Αιγύπτιος ή Πέρσης, Ασσύριος ή Αιθίωψ, και οσονδήποτε ευτελές και αν ήτο το δώρον του, η εκλεγομένη ώφειλε να τον ακολουθήση και να παραδοθή μαζί του εις τα όργια εκείνα της σαρκός με τα οποία η Βαβυλών εμέθυσκε τότε τον κόσμον ολόκληρον.

***

Η οργιαστική αυτή χρήσις του έρωτος εις την λατρείαν του θείου συνέβαλεν αναμφιβόλως όχι ολίγον εις την πλήρη εκείνην εξάρθρωσιν της κοινωνίας και της οικογενείας την οποίαν ευρίσκομεν κατά τους πρώτους του χριστιανισμού χρόνους. Και ο λόγος ευνόητος. Εφ' όσον ο έρως, εκτός των άλλων φιλοσοφικών ή θρησκευτικών εννοιών τας οποίας εσυμβόλιζε, παρουσιάζετο και ως μέσον προσαναβάσεως από της γης εις τον ουρανόν, ο εκτροχιασμός αυτός ήτον αναγκαία ακολουθία διά τας συνήθεις φύσεις, διά τον φυσικόν ζωάνθρωτον, αφού ως πρώτην βαθμίδα παρουσιάζει το αισθητηριακώς αντιληπτόν κάλλος, αντιπροσωπευόμενον από μίαν φύσιν σπαργώσαν και διαρκώς οργιάζουσαν εις βλάστησιν, εις σάρκα, εις όργια φωτός και χρώματος, με προσεπικουρούσαν την φαντασίαν εις όργια Σειληνών και Σατύρων και Νυμφών και Αμαδρυάδων.

Διά τας εκλεκτάς όμως φύσεις ο έρως παρέμεινε πάντοτε η κλίμαξ του Ιακώβ διά της οποίας άγγελοι καταβαίνουν και άγγελοι αναβαίνουν, ή ο αθάνωρ των αλχημιστών διά του οποίου τα αγενή μέταλλα μεταβάλλονται εις χρυσόν.

Υπό το κράτος αυτού ο Σολομών ψάλλει το άσμα ασμάτων, το ύπατον αυτό ερωτικόν παραλήρημα, εις το οποίον η άγνοια τόσον ευκόλως ηκόνισε πάντοτε τα βέλη της σατύρας της:

«Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού· ότι αγαθοί οι μαστοί σου υπέρ οίνον, και οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα. Μύρον εκκενωθέν όνομά σου. Διά τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε.».

«Τι ωραιώθησαν διαβήματά σου εν υποδημασί σου, θύγατερ Ναδάβ; ρυθμοί μηρών σου όμοιοι ορμίσκοις, έργω χειρών τεχνίτου. Ομφαλός σου κρατήρ τορευτός, μη υστερούμενος κράματος· κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη εν κρίνοις· δύο μαστοί σου ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος».

Η αυτή ερωτική μέθη διαπνέει επίσης, πολλούς εκ των ψαλμών του Δαβίδ:

«Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε ο Θεός».

«Ο Θεός ο Θεός μου προς σε ορθρίζω· εδίψησέ σοι η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σαρξ μου, εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω». «Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου· η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα».

«Άκουσον, θύγατερ, και ίδε και κλίνον το ους σου, και επιλάθου του λαού σου και του οίκου του πατρός σου, και επιθυμήσει, ο βασιλεύς του κάλλους σου· ότι αυτός έστιν ο κύριός σου».

«Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων, εξεχύθη χάρις εν χείλεσί σου· διά τούτο ευλόγησέ σε ο Θεός εις τον αιώνα. Περίζωσαι την ρομφαίαν σου έτι τον μικρόν σον, δυνατέ τη ωραιότητί σου και τω κάλλει σου. Και έντεινον και κατευοδού και βασίλευε ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης».

Παραλλήλως προς τας μεγάλας αυτάς της Εκκλησίας μορφάς βλέπομεν τον Πλούταρχον, τον σοβαρόν εκ Χαιρωνείας φιλόσοφον με τας μεγάλας ηθικάς αρχάς, θύοντα, γέροντα πλέον, εις τον Έρωτα επί του Ελικώνος, όπως διηγείται ο ίδιος, και άγοντα χορούς περί τον βωμόν του Απόλλωνος, του οποίου ήτον ιερεύς.

Αλλ' εκεί όπου η ερωτική μέθη λαμβάνει χαρακτήρα αληθούς παραληρήματος είνε αι εκστάσεις της Αγίας Θηρεσίας, εις όλα τα γραφόμενα της οποίας γίνεται λόγος περί ηδονικών εκλύσεων, περί γεύσεως καρπού αρρήτου γλυκύτητος, περί παραδεισίων απολαύσεων κλπ. Δι' αυτήν ο Χριστός είναι αληθινός νυμφίος διά τον οποίον μεταχειρίζεται τας τρυφερωτέρας και ηδονικωτέρας εκφράσεις. Ακούσατε:

«Είμαι όλη ιδική σου. Πάρε την καρδιά μου, το σώμα μου, την ζωήν μου, την ψυχήν μου, τα σπλάγχνα μου, τον έρωτά μου. Γλυκέ σύζυγε, δος μου την ζωήν ή τον θάνατον».

Αλλά πρέπει να σημειωθή εδώ ότι εις την εποχήν αυτής ο χριστιανικός έρως αρχίζει να εκπίπτη εκεί όπου εξέπεσε και ο έρως της αρχαιότητος. Μία μυστική ερωτοπάθεια κατέχει τας ψυχάς εις όλα τα θήλεα μοναστήρια της Δύσεως, έξυπνοι δε κληρικοί την εξάπτουν περισσότερον ή την εκμεταλλεύονται. Αυτός αυτότατος ο Διάβολος με σάρκα και οστά λαμβάνει μέρος ενεργόν εις ερωτικάς περιπετείας κωμικάς ή τραγικάς, παίζει αστεία παιγνίδια εις ζηλοτύπους συζύγους, προεδρεύει των Σαββατιαίων οργίων, όπου οι πιστοί και αι πισταί φιλούν περιπαθώς τα οπίσθιά του, βοηθεί τας μοιχαλίδας, συνταράσσει εις οργασμόν τα μοναστήρια, σκανδαλίζει αθώας παρθένους. Παρερχόμεθα.

***

Εφθάσαμεν ανεπαισθήτως εν πλήρει πλέον χριστιανισμώ.

Εδώ επιβάλλεται κάποια επιφύλαξις. Η άγνοια είνε τόσον εύκολος εις παρανοήσεις. Αρκούμεθα μόνον να υπενθυμίσωμεν ότι και εδώ επίσης το μέλλον να συντρίψη την κεφαλήν του όφεως είνε το σπέρμα της γυναικός, της υπάτης ταύτης ιερείας του έρωτος επί της γης.

Αλλ' οι μαργαρίται δεν πρέπει να παραδίδωνται εις τους χοίρους, κατά την έκφρασιν του Ευαγγελίου, και ο πέπλος της Ίσιδος γίνεται πολύ πυκνότερος τόρα. Ο Ωριγένης, είς των πατέρων της Εκκλησίας, παραπλανάται εις το σκότος αυτό και καταφεύγει εις τον ευνουχισμόν, διά να μετανοήση κατόπιν, εννοήσας το σφάλμα του όταν πλέον ήτον αργά. Η Γνώσις εξ άλλου, η επικινδυνωδεστέρα των αιρέσεων του Χριστιανισμού, η απειλήσασα να τον βαραθρώση εις φαλλικήν ερωτολατρείαν, εξοκέλλει εις το άλλο άκρον.

Η ψυχή, κατά τους Γνωστικούς, είνε άσπιλος ως εκ της ουσίας της, δεν είνε δυνατόν να μολυνθή, και αν ακόμη ευρίσκεται μέσα εις το κέντρον της αμαρτίας και της διαφθοράς, όπως ο χρυσός δεν είνε δυνατόν να σκωριάση οσονδήποτε και αν μείνη μέσα εις την λάσπην. Παρ' αυτώ τω θεώ η ανάπτυξις δεν είνε δυνατή άλλως ειμή διά της συναφείας ενός αιώνος άρρενος προς ένα αιώνα θήλυν (4). Η σαρκική συνουσία λοιπόν δεν είνε τίποτε άλλο ειμή ανταύγεια των μυστικών συζεύξεων του Πληρώματος. Ενωθώμεν λοιπόν έκαστος εκάστη.

Εννοείται ότι με τας ιδέας αυτάς οι οπαδοί της Γνώσεως ελάμβανον μέρος με την αυτήν ευκολίαν εις τα Κρόνια των εθνικών και εις τας Αγάπας των χριστιανών.

Αυτός ο Σταυρός διά τους Γνωστικούς απετέλει σχηματικόν σύμβολον της ενώσεως των δύο φύλων. Του συμβολισμού αυτού αποφεύγομεν να δώσωμεν σαφεστέραν εξήγησιν διά λόγους ευνοήτους εις τους δυναμένους να υψωθούν μέχρι της υπερβατικής αντιλήψεως του έρωτος. Προσθέτομεν μόνον ότι και ο αιγυπτιακός Όσιρις παρίσταται φέρων σταυρόν επ' ώμου. Επίσης αποφεύγομεν ν' αναφέρωμεν όσα άλλα, σχετικά προς τον έρωτα, απεδόθησαν εις τους Γνωστικούς και τα μυστήρια αυτών. Τα περισσότερα υπερβαίνουν κάθε όριον ευσχημοσύνης, στερούνται δε και αληθοφανείας, όπως λ. χ. η υπό τινος των Πατέρων αναφερομένη διάδοσις περί αυτών, ότι προέβαινον εις αμβλώσεις γυναικών διά να παρασκευάσουν εκ των εμβρύων μετάληψιν, πράγμα το οποίον δεν φαίνεται πιθανόν δι' ανθρώπους όχι κοινής αναπτύξεως και μορφώσεως.

Εις κάποιον Ευαγγέλιον το οποίον εχρησίμευσε διά τους πρώτους χριστιανούς της Αλεξανδρείας και περί του οποίου κάμνει μνείαν Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, καλών αυτό πρωτόπλαστον, ανεφέρετο, φαίνεται, ότι ο Θεάνθρωπος, ερωτηθείς υπό της Σαλώμης πότε θα γείνουν όσα έλεγεν (επρόκειτο περί της βασιλείας του), απήντησεν:

 — Όταν σεις αποβάλετε το ένδυμα της αιδούς και οι δύο γείνουν ένα, ούτε άρρεν ούτε θήλυ.

Η ρήσις, και αν δεν είνε αληθής, δεν είνε όμως αναξία του Θεανθρώπου και φαίνεται έχουσα πολλήν αναλογίαν προς την δικαιολογίαν με την οποίαν συνώδευσε την προς την αμαρτωλήν συγγνώμην του, ότι πολύ ηγάπησεν.

***

Όπως βλέπομεν εκ των εκτεθέντων, ο έρως είνε κάτι περισσότερον από «ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα», κατά τον κενολόγον λυρισμόν του Ουγκώ, η δε Κυρία Σεβινιέ, η οποία βεβαίως ενόμιζεν ότι επαραδοξολόγει όταν έλεγε περί του Ρακίνα ότι αγαπά τον Θεόν όπως και τας ερωμένας του, δεν εξέφραζε τίποτε το καινόν υπό τον ήλιον. Με πολύ περισσοτέραν μεγαληγορίαν και με την μυστικοπαθή φιλοσοφικήν αντίληψιν η οποία τον διακρίνει, ο Δάντης χαρακτηρίζει τον Έρωτα ως την δύναμιν η οποία κινεί τον ήλιον και τους αστέρας.

    L' Amor che muove il Sole e l' altre stelle

Διά τον Λουκρήτιον επίσης η Αφροδίτη είνε η πότνια μήτηρ, η alma Venus, η πάντων γενέτειρα, θεών δε και ανθρώπων γλύκασμα.

Ο Έρως, η μυστηριώδης αυτή δύναμις η ωθούσα ακαταπαύστως το άρρεν προς το θήλυ, αυτός είνε επίσης ο εξανάπτων τον ακαταγώνιστον και άσβεστον εκείνον πόθον της ψυχής προς το άγνωστον όστις την ρίπτει εν εκστάσει εις τα γόνατα ενώπιον του Καλού.