1. Στρατολόγηση και εκπαίδευση
Οι γενίτσαροι (yeni çeri, που σημαίνει «νέος στρατός») ανήκαν στους «δούλους της πύλης / του σουλτάνου» (kapıkulları). Ο θεσμός αυτός, η χρήση δηλαδή βασιλικών σκλάβων στο στρατό και τη διοίκηση, εντάσσεται σε μια μακραίωνη μεσανατολική παράδοση (με καταβολές στο αρχαίο Ιράν, την κεντρική Ασία και τους Σελτζούκους) και εξασφάλιζε θεωρητικά την απόλυτη κυριαρχία του σουλτάνου, που είχε έτσι στη διάθεσή του ένα σώμα αφοσιωμένων και πειθαρχημένων ακολούθων, επάνω στους οποίους είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου. Οι σκλάβοι αυτοί συνήθως ήταν αιχμάλωτοι πολέμου ή όμηροι από νεοκατακτημένες περιοχές. Επίσης μπορεί να προέρχονταν από σκλαβοπάζαρα, ή, τέλος, από το περιβόητο παιδομάζωμα (devşirme).1
Οι πρώτες αναφορές για το παιδομάζωμα χρονολογούνται στα τέλη του 14ου αιώνα· η ακμή του θεσμού τοποθετείται στο 15ο και 16ο αιώνα, ενώ τελευταίες αναφορές γι' αυτό έχουμε στις αρχές του 18ου. Κατά τακτά χρονικά διαστήματα, ειδικοί αξιωματούχοι από την Κωνσταντινούπολη γύριζαν σε χριστιανικά χωριά των Βαλκανίων, κυρίως της Αλβανίας και της Σερβίας, αλλά και της Μικράς Ασίας, και επέλεγαν αρσενικά παιδιά χριστιανών 8-20 ετών. Τα παιδιά αυτά μεταφέρονταν στην πρωτεύουσα και εκεί περνούσαν από μια πρώτη διαδικασία επιλογής: τα εξυπνότερα και ικανότερα ονομάζονταν iç oğlanı και έμεναν στο παλάτι, ενώ τα υπόλοιπα στέλνονταν σε οικογένειες Τούρκων στην ύπαιθρο προκειμένου να μάθουν τη γλώσσα και τους τύπους της θρησκείας, λίγα χρόνια μετά εκπαιδεύονταν στη στρατιωτική τέχνη και πειθαρχία (οπότε και ονομάζονταν acemî oğlan) και εντάσσονταν σε επίλεκτα σώματα τυφεκιοφόρων, τους περίφημους καθαυτό γενίτσαρους (yeniçeri), ή και σε άλλα έμμισθα σώματα, όπως τους «οπλουργούς» ή cebeci, τους «πυροβολητές» και κατασκευαστές κανονιών (topçu), τους λογχοφόρους ιππείς ή σπαχήδες (kapukulu süvarileri, sipahişer, οι σπαχήδες αυτοί δεν πρέπει να συγχέονται με το ομώνυμο σώμα τιμαριούχων ιππέων).
Τα σώματα αυτά αποτελούσαν τις τρόπον τινά επίλεκτες μονάδες του οθωμανικού στρατού, ιδίως κατά το 15ο και 16ο αιώνα, οπότε και χρησιμοποιούσαν πυροβόλα όπλα (το μεγάλο πλεονέκτημα των Οθωμανών) σε αντίθεση με τους λογχοφόρους σπαχήδες. Από το 17ο αιώνα και μετά και άλλα σώματα (κυρίως μισθοφορικά) χρησιμοποιούν πλέον μουσκέτα, ο ρόλος των γενιτσάρων όμως στον πόλεμο παραμένει σημαντικός, καθώς ουσιαστικά αποτελούν το κύριο σώμα του μόνιμου στρατού της αυτοκρατορίας.
Δεν ήταν όμως μόνο στρατιωτικός ο σκοπός του παιδομαζώματος. Τα παιδιά που επιλέγονταν για υπηρεσία στο παλάτι, τα iç oğlanı, εκπαιδεύονταν στα γράμματα, μάθαιναν γραφή και ανάγνωση, καθώς και διάφορες τέχνες· ύστερα από δύο ως εφτά χρόνια περνούσαν από μια δεύτερη διαδικασία επιλογής και τέλος έβγαιναν από το παλάτι με διάφορους βαθμούς της στρατιωτικής και διοικητικής ιεραρχίας. Από τα μέσα του 15ου αιώνα και μετά, όλη η ανώτερη και ανώτατη διοίκηση, του μεγάλου βεζίρη συμπεριλαμβανομένου, αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τέτοιους δούλους του σουλτάνου.2
2. Παρακμή του συστήματος στρατολόγησης
Ήταν τέτοιες οι προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας από την ένταξη στο σώμα των δούλων του σουλτάνου ώστε πολύ σύντομα μουσουλμανικές οικογένειες άρχισαν παράτυπα να επιδιώκουν, με διάφορους τρόπους, την ένταξη των παιδιών τους στην κατηγορία αυτή. Για το λόγο αυτό άλλωστε οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας κατέκτησαν από νωρίς το δικαίωμα να συμμετέχουν στο παιδομάζωμα όπως και οι χριστιανοί.











