Παρθενώνας

Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας.

Iknow...

...κλείσε την ελληνική τηλεόραση...σταμάτα να μπαίνεις στο Facebook για να κρυφοκοιτάς τις ζωές των άλλων...ζήσε την στιγμή ... δέν χρειάζεται να την τραβήξεις σε βίντεο, να την ανεβάσεις στο internet για να επιβεβαιώθείς από τους δικτυακούς φίλους σου ότι πράγματι ζείς...σταμάτα επιτέλους να αναπαράγεις τις δήθεν ειδήσεις και μπουρδολογίες που ξεκινούν από το πληκτρολόγιο του κάθε μαλάκα και στρατευμένου στο ιντερνετ...μήν δέχεσαι την άποψη του κάθε τυχάρπαστου περαστικού και ότι γράφει στο twitter σαν είδηση...μην δέχεσαι να στο επιβάλει ο ο 30φυλλόπουλος ή ο κάθε Ευαγγελάτος αυτό... βγές από αυτό το blog τώρα...επιλεκτική αναπαραγωγή άρθρων κάνει... και επιτέλους ξεκίνα να διαβάζεις και κανένα βιβλίο...κατά προτίμηση όχι άρλεκιν ή μυθιστόρημα που βασίστηκε η τελευταία ταινία του κατα τα άλλα συμπαθή Batman...Μιά οθόνη μας κλείνει τον ορίζοντα, παίρνει δωρεάν τον χρόνο μας και τον πουλάει σε διαφημιστές...χωρίς να μας δίνει ποσοστό...Η ζωή μας έχει ναυαγήσει σε Ξενόφερτα προσωπεία... και εμείς σαν Έλληνες ζούμε τον 'ομαδικό μας ναρκισσισμό'...περιμένοντας με αγωνία και διάχυτο μαζοχισμό τα βραδυνά δελτία ειδήσεων για να δούμε τί σκέφτονται οι ξένοι για εμάς και με ποιό νέο τρόπο θα μας προσβάλλουν για άλλη μια φορά οι 'κουτόφραγκοι'...

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831(Ιουλιανό)στο Νάυπλιο από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. (Έργο του Χαράλαμπου Παχή β ήμιση 19ου αιώνα)

Κνωσός

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή. Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

Μέγας Αλέξανδρος κατά Δαρείου στη μάχη της Ισσού 333 π.χ.

Η Μάχη της Ισσού, ψηφιδωτό, ρωμαϊκό αντίγραφο Ελληνικού έργου του 4ου αιώνα π.Χ(Μουσείο Νάπολης).

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βυζάντιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28/6/13

Αυγουσταίον Κωνσταντινούπολης - Augustaion of Constantinople

Αυγουσταίον
Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα
3d αναπαράσταση του Αυγουσταίον. Πηγή http://www.antoine-helbert.com/fr/portfolio/annexe-work/byzance-architecture.html

 1. Εισαγωγή

Το Αυγουσταίον1 είναι η πλατεία που βρίσκεται νότια του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.2 Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στην οποία είχε απονεμηθεί ο τίτλος της αυγούστας. Στο χώρο αυτό βρισκόταν άγαλμά της πάνω σε στήλη.3 Οι διαστάσεις του Αυγουσταίου δεν είναι δυνατό να καθοριστούν με ακρίβεια.4 Διατήρησε την αίγλη του ανά τους αιώνες εξαιτίας της γειτνίασής του με κτήρια που σχετίζονται με τη δημόσια ζωή και διοίκηση. Είχε μεγάλη ιδεολογική και συμβολική σημασία, καθώς συνέδεε το μεγάλο ναό της Ορθοδοξίας με το αυτοκρατορικό εθιμοτυπικό.

2. Λειτουργία

Το Αυγουσταίον αρχικά λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Όταν προστέθηκαν οι στοές που το περιέβαλλαν, άρχισε να χάνει σταδιακά το χαρακτήρα της δημόσιας πλατείας. Μετά την ανοικοδόμηση ενός μεγάλου κτηρίου, του Θωμαΐτη, τον 7o αιώνα, η Αγία Σοφία συνδέθηκε με το Αυγουσταίον πιο στενά. Από τους ιστορικούς μόνο ο Προκόπιος5 αποκαλεί το χώρο «αγορά». Οι υπόλοιποι θεωρούν το Αυγουσταίον προαύλιο προσαρτημένο στην Αγία Σοφία. Οι μεσοβυζαντινές και υστεροβυζαντινές πηγές το χαρακτηρίζουν «αυλή», «αυλαία», «προαύλιον» κτλ.6 Προοριζόταν για τις αυτοκρατορικές πομπές. Ο βασιλιάς διέσχιζε το Αυγουσταίον για να εισέλθει στην Αγία Σοφία, ενώ κατά τη στέψη των αυτοκρατόρων εκεί συγκεντρώνονταν ο λαός και το στράτευμα. Η ύπαρξη των πυλών καθώς και το γεγονός ότι ήταν κλειστό με τοίχους και στοές μαρτυρούν ότι η πρόσβαση στο χώρο δεν ήταν πάντα ελεύθερη.

3. Ιστορία του μνημείου – Οικοδομικές φάσεις

Το Αυγουσταίον στη μακραίωνη ιστορία του έχει δεχτεί αλλαγές και έχουν επισημανθεί διάφορες οικοδομικές φάσεις.

3.1. 2ος-3ος αιώνας

Ο Σεπτίμιος Σεβήρος κατασκεύασε μία πλατεία με τέσσερις περιμετρικές στοές, το λεγόμενο «Τετράστωον»,7 η οποία λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Οι πληροφορίες για το μνημείο είναι περιορισμένες. Το Αυγουσταίον κατέλαβε ένα μέρος αυτής της πλατείας. Στο κέντρο του Τετραστώου υπήρχε πάνω σε στήλη άγαλμα που απεικόνιζε τον Ήλιο.8

3.2. 4ος αιώνας

Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας το 330 στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσε δημόσια οικοδομήματα και εξωράισε παλαιότερα, με αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη της αρχαίας πόλης. Στις άκρες μιας από τις στοές του Τετραστώου χτίστηκαν οι ναοί της Ρέας και της Τύχης. Στο ανατολικό τμήμα της πλατείας κατασκευάστηκε το Αυγουσταίον. Στα νοτιοδυτικά του Αυγουσταίου βρίσκονταν οι Θέρμες του Ζευξίππου,9 ενώ στα ανατολικά η μία από τις δύο Συγκλήτους που οικοδομήθηκαν από τον αυτοκράτορα. Στα βορειοδυτικά εκτεινόταν το Μίλιον, από όπου μετρούνταν οι αποστάσεις από την Κωνσταντινούπολη, και η Βασιλική, μια προϋπάρχουσα κατασκευή. Από το Μίλιον και το Αυγουσταίον ξεκινούσε μία οδός με στοές, η Ρηγία ή Μέση, η οποία οριοθετούσε τη νότια πλευρά της πλατείας. Το 360 χτίστηκε η πρώτη Αγία Σοφία, η οποία παραμένει σε αυτή τη θέση –ανεξαρτήτως των όποιων αλλαγών– μέχρι σήμερα.

3.3. 5ος αιώνας

Το 404 κάηκαν η Αγία Σοφία και η Σύγκλητος και ξαναχτίστηκαν στην ίδια περιοχή. Κοντά στο Αυγουσταίον υπήρχαν στοές, μαγαζιά, εργαστήρια, ιδιωτικές οικίες, το τριβουνάριον10 και ένα μοναστήρι. Ανάμεσα στην Αγία Σοφία και στο Αυγουσταίον χτίστηκε το Πατριαρχείο. Στην ανατολική πλευρά της πλατείας δίπλα στη Σύγκλητο βρισκόταν η Χαλκή Πύλη,11 η μνημειώδης είσοδος του Μεγάλου Παλατιού. Το 459 επί Λέοντος Α΄ ο έπαρχος Θεοδόσιος12 περιέβαλε κατά πάσα πιθανότητα το Αυγουσταίον με στοές.

3.4. 6ος αιώνας

Το 532, κατά τη στάση του Νίκα, το Αυγουσταίον και τα γειτονικά του κτήρια καταστράφηκαν από πυρκαγιά.13 Τα οικοδομήματα αυτά αποκαταστάθηκαν από τον Ιουστινιανό.14 Αυτή την εποχή η περιοχή πήρε την οριστική μορφή της.15 Η πλατεία εξακολουθούσε να γειτνιάζει με πολύ σημαντικά κτήρια, όπως η νέα Αγία Σοφία και το Μέγα Παλάτιον. Στο Αυγουσταίον στρώθηκαν μαρμάρινες πλάκες16 και τοποθετήθηκε η περίφημη στήλη του Ιουστινιανού. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, η πλατεία διέθετε στοές και στις τέσσερις πλευρές της.17 Το Αυγουσταίον διαμορφώθηκε σε κλειστό χώρο με στοές και τοίχους. Στη νότια και δυτική πλευρά της ανοίγονταν η Πύλη του Πίνσου και η Πύλη της Μελέτης, η οποία συνέδεε τη Μέση οδό με το Αυγουσταίον.

3.5. 7ος αιώνας

Κατά τον 7ο αιώνα στη νοτιοανατολική πλευρά του Αυγουσταίου χτίστηκε πιθανόν από τον πατριάρχη Θωμά Α΄ (607-610) ένα μεγάλο κτήριο, ο λεγόμενος Θωμαΐτης. Αυτή την εποχή το σώμα της Συγκλήτου συνεδρίαζε στη Μαγναύρα. Ο Θωμαΐτης ήταν μία τρίκλιτη αψιδωτή αίθουσα ακροάσεων που βρισκόταν στα ανατολικά της πλατείας του Αυγουσταίου και σχετιζόταν με το συγκρότημα του Μεγάλου Παλατιού.18 Σύμφωνα με τις πηγές το κτήριο της αίθουσας σωζόταν μέχρι το 16ο αιώνα.

3.6. 12ος-13ος αιώνας

Το 1182 κατά τη στάση του καίσαρα Ιωάννη Κομνηνού εναντίον της αυτοκράτειρας Μαρίας της Αντιοχείας19 οι στασιαστές κατέλαβαν το Αυγουσταίον, το Μίλιον20 καθώς και το ναό που ο Αλέξιος Α΄ έχτισε δυτικά της πλατείας τον 11ο αιώνα. Ο αυτοκρατορικός στρατός κατεδάφισε τις πύλες του Αυγουσταίου, για να αντιμετωπίσει αυτούς που είχαν καταφύγει εκεί.21 Μετά το τέλος της Φραγκοκρατίας, περίπου το 1268/1271, το Αυγουσταίον και κάποια άλλα γειτονικά κτήρια θεωρούνταν ιδιοκτησία της Αγίας Σοφίας.22

3.7. 15ος-16ος αιώνας

Σύμφωνα με τον Buondelmonti, στις αρχές του 15ου αιώνα το Αυγουσταίον ήταν ερειπωμένο.23 Στα μέσα του 16ου αιώνα, κατά τον Pierre Gyllius, από την πλατεία απέμεναν τα θραύσματα μόνο επτά κιόνων.24

4. Διάκοσμος

Το Αυγουσταίον ήταν διακοσμημένο με αγάλματα, τα οποία συνήθως τοποθετούνταν πάνω σε τιμητικές στήλες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έστησε άγαλμα της μητέρας του αυγούστας Ελένης πάνω σε στήλη από πορφυρό μάρμαρο. Στην πλατεία υπήρχε και ανδριάντας του Κωνσταντίνου πάνω σε κίονα, τη βάση του οποίου περιέβαλλαν τα αγάλματα των τριών γιων του, του Λικίνιου και αργότερα του Ιουλιανού. Ο συγκεκριμένος ανδριάντας αντικαταστάθηκε από τον ασημένιο έφιππο ανδριάντα του Μεγάλου Θεοδοσίου. Και σε αυτή την περίπτωση η στήλη πλαισιωνόταν από τα αγάλματα των γιων του αυτοκράτορα. Από τα σπουδαιότερα μνημεία ήταν η στήλη του Ιουστινιανού με τον κολοσσιαίο έφιππο ανδριάντα του (αυτή η στήλη πήρε τη θέση του αγάλματος του Μεγάλου Θεοδοσίου, από το οποίο προερχόταν πιθανώς το άλογο).25 Ο Ιουστινιανός κρατούσε στο αριστερό χέρι του μία σφαίρα, ενώ το δεξί του υψωνόταν προστατευτικά προς την Ανατολή. Μπροστά στο μνημείο βρίσκονταν τα αγάλματα τριών βάρβαρων βασιλιάδων σε στάση προσκύνησης. Έχει σωθεί η βάση του κίονα του ασημένιου αγάλματος της Ευδοξίας (συζύγου του Αρκαδίου), το οποίο βρισκόταν μπροστά από τη Σύγκλητο, νότια της Αγίας Σοφίας.26 Στην ίδια περιοχή με αυτό είχε τοποθετηθεί και η στήλη με τον ανδριάντα του Λέοντος Α΄.27
1. Η πλατεία αυτή αναφέρεται στις πηγές και ως Αυγουστίων, Αυγουστεύς, Αυγουστέων και Αυγουστείον. Πρώτη φορά εμφανίζεται αυτό το όνομα το 425 στη Notitia Urbis Constantinopolitanae. Βλ. Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, Seeck, O. (επιμ.), (Berolini 1876), σελ. 232. Εμφανίζεται και ως Γουστείον, Ιωάννης Λυδός, Περί μηνών, Wuensch, R. (επιμ.), Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), σελ. 163.

2. Βλ. ανάλυση των πηγών για τη θέση του Αυγουσταίου και τη διαμόρφωση του χώρου στο Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 73.

4. Ο Guilland υποθέτει ότι το Αυγουσταίον είχε σχήμα ορθογώνιο με μήκος 85 μ. και πλάτος περίπου 60- 65 μ., Guilland R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 171-172.

5. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

6. Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, van Dieten, I.-A. (επιμ.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI:1 (Berlin – New York 1972), σελ. 237· Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, Pinder, M. (επιμ.), Ioannis Zonarae Annales (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae ΙΙΙ, Bonnae 1841-1897), σελ. 157.

7. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, Bekker, I. (επιμ.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), σελ. 97· Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Thurn, I. (επιμ.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000), σελ. 221.

8. Για το Τετράστωον βλ. Du Cange, Constantinopolis Christiana Ι (Paris 1680), σελ. 70 κ.ε.· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 149, 218 κ.ε.· Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 24 κ.ε.· Schneider, A.M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), σελ. 24· Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine II (Amsterdam 1969), σελ. 3· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 42-47· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248.

9. Για τις Θέρμες του Ζευξίππου βλ. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 37 κ. ε. Για τις Συγκλήτους βλ. ό.π., σελ. 56 κ.ε. Για το Μίλιον βλ. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216-218. Για τη Βασιλική βλ. Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), σελ. 218 κ.ε.· Mango, C., ό.π., σελ. 48 κ.ε. Για τη Μέση οδό, βλ. Mango, C., ό.π., σελ. 79-81.

10. Για το tribunal purpureis gradibus exstructum, βλ. Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 10 κ.ε.

11. Berger, A., “Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel”, 17th int. Byz. Congr., Abstracts of Papers (Washington 1986), σελ. 33· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 22, 54 κ.ε.

12. Πασχάλιον Χρονικόν, Dindorf, L. (επιμ.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), σελ. 593.

13. Ο Κεδρηνός αναφέρει ότι ανάμεσα στα κτήρια που κάηκαν ήταν η Αγία Σοφία, η Σύγκλητος, η Χαλκή Πύλη και το Αυγουσταίον, Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών αρχομένη από κτίσεως κόσμου και μέχρι της βασιλείας Ισαακίου και Κομνηνού, Bekker, I. (επιμ.), Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae Ι, Bonnae 1838), σελ. 647.

14. Οι Θέρμες του Ζευξίππου ξαναχτίστηκαν και η Σύγκλητος ανακαινίστηκε. Το Πατριαρχείο ανοικοδομήθηκε επί Ιωάννη Γ΄ Σχολαστικού (565-577), Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 52.

15. Για την περιοχή πριν από την Ιουστινιάνεια περίοδο, υπάρχει έλλειψη πληροφοριών.

16. Ανακαλύφθηκαν σε ανασκαφή, Mamboury, E., “Les Fouilles Byzantines à Istanbul”, Byzantion 11 (1936), σελ. 230.

17. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 57 κ.ε.· Bauer. F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157.

19. Η Μαρία της Αντιοχείας ήταν επίτροπος του ανήλικου γιου της Αλέξιου Β΄ Κομνηνού, ο οποίος διαδέχτηκε τον πατέρα του Μανουήλ Κομνηνό, μετά το θάνατό του, στο θρόνο.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216.

21. Guilland, R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 154, 164, 166- 167, 170· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 92 κ.ε.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Ostromischen Reiches von 565-1453 ΙΙΙ (München 1924-1965), σελ. 52-53, αρ. 1955-1956, για τα έτη 1268-1271· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae – Berolini 1884), σελ. 122.

24. Gilles, P., The antiquities of Constantinople (New York 1988), σελ. 104-5· Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos et de illius antiquitatibus. Libri quatuor ΙΙ (Athens 1967), σελ. 17· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 176 κ.ε.

25. Στο σχέδιο ενός χειρογράφου της Βουδαπέστης που έγινε από κάποιον περιηγητή του 15ου αιώνα εικονίζεται ένα έφιππο άγαλμα του Ιουστινιανού ή του Θεοδοσίου.

26. Σύμφωνα με την επιγραφή, στήθηκε επί επάρχου Σιμπλικίου.

27. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 59· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 52.


Augustaion



1. Introduction

The Augustaion1 was an open space that lay until today south of the church of Hagia Sophia.2 It was named this way in honor of the mother of Constantine the Great, to whom the title of Augusta had been bestowed. In this area stood her statue rested on a column.3 It is not possible to determine with any accuracy its dimensions.4 It preserved its prestige throughout the centuries because of its vicinity with buildings related to the public life and to the administration. It carried a great ideological and symbolic meaning, while it connected the great church of Orthodoxy with the imperial ceremonial.

2. Function

The Augustaion initially functioned as a food market. When porticoes were added surrounding it, it started to lose the air of a public square. After the rebuilding of Thomaites in the 7th century its relation with Hagia Sophia became all the more closer. Only Procopius among the historians5 calls the area "ἀγοράν" (forum). The rest of them think the Augustaion as a forecourt annexed to Hagia Sophia. The middle Byzantine and late Byzantine sources characterize it as "αὐλήν", "αὐλαία", "προαύλιον" (courtyard) etc.6 It was intended for imperial processions. The emperor crossed the Augustaion in order to enter into the church of Hagia Sophia. During the coronation of the emperors the people and the army were gathered there. The existence of gateways as well as the fact that the open area was enclosed with walls and porticoes attests that the access to the area was restricted.

3. History of the monument - Building phases

During its long history, the Augustaion had been undergone many changes, and various building phases have been discerned.

3.1. 2nd - 3rd centuries

Septimius Severus erected a square with four surrounding porticoes, the so-called Tetrastoon.7 It was a food market. Any information about the monument is limited. The Augustaion occupied a part of this square. At the center of the Tetrastoon there was the statue of god Helios upon a column.8

3.2. 4th century

Constantine the Great after the transfer of the capital of the empire to Constantinople in 330, founded public buildings and embellished older ones, so as the ancient city changed its appearance. At the end of one of the porticoes of the Tetrastoon the temples of Rhea and Tyche were erected. In the eastern part of the square the Augustaion was formed. At the southwest of the Augustaion there were the baths of Zeuxippos,9 whereas at the east one of the two Senates built by the emperor. At the northwest the Milion extended, where all the distances starting from Constantinople were calculated, and the Basilica, an existing edifice. From Milion and Augustaion started a road flanked with porticoes, Regia or Mese, which defined the south side of the square. In 360 the first Hagia Sophia was erected, which have been remained until today in this place beyond any changes.

3.3. 5th century

In 404 Hagia Sophia and the Senate were burnt down and were rebuilt in the same area. Near the Augustaion there were porticoes, shops, workshops, private residences, the Tribunal10 and a monastery. Between Hagia Sophia and the Augustaion the Patriarchate was built. On the eastern side of the square, next to the Senate was lying Chalke Gate,11 the monumental gateway to the Great Palace. In 459 under Leo I the prefect Theodosios12 surrounded in all probability the Augustaion with porticoes.

3.4. 6th century

In 532 during the Nika Riot, the Augustaion and the nearby buildings were burnt down to ashes.13 These buildings were restored by Justinian.14 During this period the area took its final form.15 The square was still adjacent to many important buildings, such as new Hagia Sophia and the Great Palace. The Augustaion was paved with marble paving-stones16 and the famous column of Justinian was placed. According to Procopius the square had porticoes on all four sides.17 Thus, the Augustaion was formed into a closed area with porticoes and walls. On its southern and its western sides were opened the Pinsos Gate and the Melete Gate that connected Mese with Augustaion.

3.5. 7th century

During the 7th century on the southeastern side of the Augustaion a big edifice was probably built by patriarch Thomas I (607-610), the so-called Thomaites. It remained in this place until the 16th century. This period of time the Senate was identified with Magnaura. The «Thomaites» was a thre-aisled, apsidal auditorium, associated with the Graet Palace complex.18 According to the sources, the hall was preserved until the 16th century.

3.6. 12th - 13th centuries

In 1182 during the revolt of caesar John Komnenos against the empress Mary of Antioch19 the rebellions occupied Augustaion, Milion20 as well as the church that Alexios I had built in the 11th century at the west of the square. The imperial army demolished the gates of the Augustaion, in order to confront the enemies that had found shelter inside.21 After the end of the Latin occupation, around 1268/ 71, the Augustaion and some other adjacent buildings appear to have belonged to the property of Hagia Sophia.22

3.7. 15th - 16th centuries

According to Buondelmonti, in the early-15th century the Augustaion was in a state of ruins.23 In the middle of the 16th century, according to Pierre Gilles, only the fragments of seven columns were still preserved from the square.24

4. Decoration

The Augustaion was decorated with statues, often placed upon honorary columns. Constantine the Great erected a statue for his mother Augusta Helen surmounting a column of purple marble. On the square stood his own statue as well upon a column, the base of which was flanked by the statues of his three sons, of Licinius and later of Julian. It was replaced by the silver equestrian statue of Theodosios the Great. In this case as well the column was surrounded by the statues of his sons. Among the most important monuments was the column of Justinian surmounted by his colossal equestrian statue.25 It took the place of the statue of Theodosios the Great whose horse probably was reused. He held on his left hand an orb, while his right one was raised towards the East expressing his protection. In front of this monument the statues of three barbarian kings stood in a posture of submission. The base of the column of the silver statue of Eudoxia (wife of Arkadios) has been preserved, which stood in front of the Senate, south of Hagia Sophia.26 The column with the statue of Leo I was also placed in the same area with the previous one.27

1. This square is referred in the sources as Augoustion, Augousteus, Augousteon and Augousteion. This name appears for the first time in 425 at Notitia Urbis Constantinopolitanae. See Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, ed. Seeck, O. (Berolinin 1876), p. 232. It appears as well as Γουστείον, John Lydos, On Months, ed. Wuensch, R., Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), p. 163.

2. See the examination of the sources on the location of the Augustaion and the formation of the area in Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), pp. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), p. 73.

4. Guilland suppose that that the Augustaion was square in shape 85 m. long and around 60- 65 m. wide: Guilland R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 171-2.

5. Haury, J. (ed.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

6. Van Dieten, I.-A. (ed.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI/1, Berlin - N. York 1972), p. 237; Pinder, M. (ed.), Ioannis Zonarae Annales, vol. ΙΙΙ (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1841-1897), p. 157.

7. Bekker, I. (ed.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), p. 97; Thurn, I. (ed.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000, p. 221.

8. For the Tetrastoon see Du Cange, Constantinopolis Christiana (Paris 1680) Ι, p. 70 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), pp. 149, 218 ff; Berger, A., «Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit», in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 24 ff; Schneider, A. M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), p. 24; Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine (Amsterdam 1969), II p. 3; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 42-47; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248.

9. For the baths of Zeuxippos see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p.37 ff. For the Senates see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 56 ff. For Milion see Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), pp. 216-218. For the Basilica see Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 218 ff; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 48 ff. For Mese see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 79-81.

10. For the tribunal purpureis gradibus exstructum see Berger, A., "Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit", in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 10 ff.

11. Berger, A., "Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel", in 17th Ιnt. Byz. Congr., Abstracts of Papers, (Washington 1986), p. 33; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 22, 54 ff.

12. Dindorf, L. (ed.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), p. 593.

13. Kedrenos reports that Hagia Sophia, the Senate, the Chalke and the Augustaion were among the buildings that were burnt down George Kedrenos, Synopsis Historiarum, ed. Bekker, I., Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera, vol. Ι (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1838), p. 647.

14. The baths of Zeuxippos were rebuilt and the Senate was renovated. The patriarchate was erected again under John ΙΙΙ Scholastikos (565-577), Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 52.

15. Before the times of Justinian the area can not be defined with any accuracy because of the lack of evidence.

16. They were brought to light through excavations, Mamboury, E., "Les Fouilles Byzantines à Istanbul", Byzantion 11 (1936), p. 230.

17. Haury, J. (ed.),  Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 57 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157.

19. Mary of Antioch was regent of her under-aged son Alexios II Komnenos who succeeded his father Manuel Komnenos on the throne after his death.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 216.

21. Guilland, R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 154, 164, 166- 167, 170; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 92 ff.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Oströmischen Reiches von 565-1453 (München 1924-65), vol. ΙΙΙ, nο 1955 and 1956, of the years 1268-1271; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae - Berolini 1884), p. 122.

24. Gilles, P., The Antiquities of Constantinople, trans. John Ball (New York 1988), pp. 104-5 and Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos: et de illius antiquitatibus. Libri quatuor (Athens 1967), vol. ΙΙ, p. 17; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 176 ff.

25. In a drawing of a Budapest manuscript that was made by a traveler of the 15th century an equestrian statue of Justinian or Theodosios is depicted.

26. According to the inscription it was erected under the eparch Simplicius.

27. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 59; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 52.

Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα (11/7/2007)
Για παραπομπή: Κατσαβέλη Όλγα, «Αυγουσταίον», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL:

7/12/12

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (324-1025)


Θεόδωρος Κορρές

Η Μακεδονία από τον Δ΄ έως τον ΣΤ΄ αιώνα

Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των νεωτέρων ιστορικών τοποθετεί στο 324, έτος της μονοκρατορίας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, την απαρχή της ιστορίας του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους που αργότερα ονομάσθηκε Βυζάντιο, πρέπει να ανατρέξουμε στην περίοδο της Τετραρχίας, γιατί τότε συμβαίνουν σημαντικά γεγονότα που θα είναι καθοριστικά για το μέλλον της Μακεδονίας.

Κατά την περίοδο αυτή, ο Καίσαρας Γαλέριος μετέφερε την έδρα της διοικήσεώς του από το Σίρμιο της Παννονίας στη Θεσσαλονίκη, οικοδόμησε πολυτελές ανακτορικό συγκρότημα, τη Ροτόντα, την θριαμβευτική αψίδα που φέρει το όνομά του και ουσιαστικά κατέστησε την Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους. Η σύντομη αυτή αναδρομή στα χρόνια του Γαλερίου είναι επιβεβλημένη και για έναν ακόμη, σημαντικότερο ίσως λόγο. Γιατί τότε έγιναν οι περίφημοι διωγμοί κατά των Χριστιανών, στους οποίους μαρτύρησε το 305 και ο Ρωμαίος αξιωματικός Δημήτριος. Και είναι γνωστό πόσο στενά συνδεδεμένο είναι το όνομα και η λατρεία του μάρτυρος Δημητρίου, που από τον ΣΤ΄ ήδη αιώνα θεωρείται πολιούχος της Θεσσαλονίκης, με την ιστορία της πόλεως και ιδιαίτερα με τις προσπάθειές της να αμυνθεί κατά των ποικίλων εχθρών που την απειλούσαν.

Τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού συνέχισε ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Διοίκηση της Μοισίας χωρίσθηκε, πιθανώς πριν το 327, στις Διοικήσεις της Δακίας και Μακεδονίας, όπως μαρτυρείται στη Notitia dignitatum, πηγή του Ε΄ αιώνος. Στο νέο διοικητικό σχήμα, η επαρχία της Μακεδονίας χωρίσθηκε σε Macedonia prima και Macedonia secunda.

Έτσι, τον Δ΄ αιώνα τα όρια της Μακεδονίας έφθαναν μέχρι τον ποταμό Νέστο ανατολικά, προς βορράν μέχρι το σημερινό Βελεσά (Titov-Veles), στα δυτικά μέχρι την Παλαιά Ήπειρο και στα νότια μέχρι τη Θεσσαλία. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα όρια της Μακεδονίας μεταβάλλονται στους αιώνες που ακολουθούν.

Την σπουδαιότητα της Θεσσαλονίκης ως διοικητικού κέντρου αντιλήφθηκε και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο οποίος την κατέστησε βάση των επιχειρήσεών του, κατά την περίοδο 322-323. Σύμφωνα με τον ιστορικό του Ε΄ αιώνος Ζώσιμο, ο Μέγας Κωνσταντίνος κατασκεύασε στη νοτιοδυτική γωνία της πόλεως ένα τεχνητό τετράγωνο λιμάνι, για να ελλιμενισθούν τα πλοία του στόλου που είχε συγκεντρώσει, προκειμένου να μεταφέρει τον στρατό του στη Μικρά Ασία στην αναμέτρησή του με τον Λικίνιο. Ο «σκαπτός» λιμένας του Μεγάλου Κωνσταντίνου έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εμπορική κίνηση και οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης στα βυζαντινά χρόνια, όπως αναφέρουν πηγές του Ι΄ και του ΙΒ΄ αιώνος. Ας σημειωθεί ότι στις φυλακές της Θεσσαλονίκης μεταφέρθηκε μετά την ήττα του ο Λικίνιος και εκεί παρέμεινε έως την εκτέλεσή του, το 325.

21/3/12

Στάση του Νίκα, 532 μχ


Συγγραφή : Radic Radivoj (18/7/2008) Μετάφραση : Radic Radivoj

1. Εισαγωγή
Οι δήμοι, αρχικά αθλητικά σωματεία, που από τα μέσα του 5ου αιώνα αποτελούσαν σημαντικό πολιτικό παράγοντα, εξελίσσονταν τον 6ο αιώνα σε ανασχετικό φραγμό της αυτοκρατορικής απολυταρχίας. Με αυτό το χαρακτήρα τους οι δήμοι της Κωνσταντινούπολης και κυρίως οι δύο ισχυρότεροι εξ αυτών, οι Βένετοι και οι Πράσινοι, έρχονταν σε αντίθεση με το πολιτικό πρόγραμμα του Ιουστινιανού Α΄ (527-565), ο οποίος επιθυμούσε τον περιορισμό της δράσης και της επιρροής τους και την ενίσχυση του συγκεντρωτισμού της αυτοκρατορικής εξουσίας. Η πολιτική αυτή προκάλεσε τη μεγαλύτερη εσωτερική κρίση στο Βυζάντιο τον 6ο αιώνα.

Ο Ιουστινιανός Α΄ εφάρμοζε προς τους δήμους ευμετάβλητη πολιτική. Ενώ είχε επιδιώξει την υποστήριξη του δήμου των Βενέτων για την ενίσχυση της θέσης του, ήδη στην αρχή της βασιλείας του άλλαξε στάση απέναντί τους· οι Βένετοι όπως και οι Πράσινοι έγιναν στόχος κατασταλτικών μέτρων. Η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια του δήμου των Πρασίνων, που θεωρούσαν ότι αδικούνταν συστηματικά σε σχέση με τους Βένετους, και η αντίδραση από τους Βένετους για την απώλεια της αυτοκρατορικής εύνοιας κατέστησε δυνατή τη συνένωση των δύο αντίπαλων παρατάξεων εναντίον του αυτοκράτορα. Παράλληλα έντονη ήταν η λαϊκή δυσφορία για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και την εισπρακτική πολιτική του Ιωάννη Καππαδόκη· η δυσφορία αυτή εκφραζόταν μέσα από τις εκδηλώσεις των δήμων, δίνοντάς τους σαφώς πολιτική χροιά.1

Η εξέγερση των δήμων, που ονομάστηκε Στάση του Νίκα και διήρκεσε μόνο οκτώ ημέρες,

15/5/10

Μετοικεσία Μαρδαϊτών, 688 μΧ


1. Ιστορικό πλαίσιο

Η απομάκρυνση των Μαρδαϊτών από την περιοχή του Λιβάνου μετά την υπογραφή της συνθήκης του 688 ανάμεσα στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β' και τον Άραβα χαλίφη Αμπντ αλ-Μαλίκ ('Abd al-Malik, 685-705) αποτέλεσε ένα γεγονός μείζονος σημασίας σε ό,τι είχε σχέση με την αμυντική γραμμή του Βυζαντίου στην περιοχή της οροσειράς του Ταύρου και την Αρμενία. Η εν λόγω συνθήκη αποτελούσε τη δεύτερη ανανέωση της συνθήκης του 678, η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ' Πωγωνάτου (668-685) και του χαλίφη Μωαβία (Mu'āwiya, 661-680) (η πρώτη ανανέωση της συνθήκης έγινε το 685). Οι όροι της συνθήκης του 678 προέβλεπαν την ετήσια καταβολή στους Βυζαντινούς 365.000 χρυσών νομισμάτων, 365 ίππων και 365 δούλων. Οι ευνοϊκοί αυτοί όροι ήταν αποτέλεσμα της αποτυχημένης πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τον Μωαβία και του επιτυχούς βυζαντινού αντιπερισπασμού στην περιοχή της Συρίας με τη δράση των Μαρδαϊτών (677). Τα διαθέσιμα στοιχεία για την παρουσία και τη δράση των Μαρδαϊτών στο αραβοβυζαντινό σύνορο κατά το δεύτερο ήμισυ του 7ου αιώνα είναι αποσπασματικά και ελλιπή, προκαλώντας πολλές δυσχέρειες για την έρευνα. Τα κύρια σημεία τα οποία χαρακτηρίζουν το ερευνητικό ενδιαφέρον για τους Μαρδαΐτες αφορούν τον εθνογραφικό χαρακτήρα της προέλευσής τους και την τύχη των ενόπλων αυτών μετά την απομάκρυνσή τους από τον Λίβανο, καθώς και την κατάσταση που επικράτησε στην εγκαταλειφθείσα περιοχή του Ταύρου.

2. Η μετοικεσία των Μαρδαϊτών

2.1. Οι Μαρδαΐτες

Ο ρόλος που διαδραμάτισαν οι Μαρδαΐτες στα στρατιωτικά γεγονότα του 7ου αιώνα καθίσταται κατανοητός μέσα από την παράθεση ορισμένων λεπτομερειών σχετικά με το παρελθόν τους πριν από τη συνθήκη του 688. Η παρουσία των Μαρδαϊτών εντοπίζεται στα όρη του Αμανού και στην οροσειρά του Ταύρου. Στην αραβική γλώσσα αποκαλούνταν Djarādjima. Το ζήτημα της προέλευσής τους παραμένει ανοικτό, αν και θεωρείται πολύ πιθανή η ιρανική ή αρμενική καταγωγή τους. Όσον αφορά τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, οι Μαρδαΐτες ήταν χριστιανοί Μονοφυσίτες ή Μονοθελήτες. Πιθανόν να προσέφεραν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες στους Βυζαντινούς πριν ακόμα από την αραβική επέκταση. Μετά την κατάκτηση της Συρίας από τους μουσουλμάνους, ένα μέρος των Μαρδαϊτών μετακινήθηκε προς βορρά,1 ενώ μέρος του πληθυσμού τους παρέμεινε στην αραβική επικράτεια και ορισμένοι εξισλαμίσθηκαν.2

2.2. Η μετοικεσία

Οι όροι της συνθήκης του 688 ανανέωναν για δεύτερη φορά τη συνθήκη του 678, με την προσθήκη δύο όρων ακόμα, οι οποίοι συνδέονταν με τα αίτια που οδήγησαν τις δύο πλευρές στην εν λόγω ανανέωση. Οι δύο επιπρόσθετοι όροι προέβλεπαν την απόσυρση των συμμάχων του Βυζαντίου Μαρδαϊτών από την περιοχή του Λιβάνου και την εκ μέρους του Βυζαντινού αυτοκράτορα παρεμπόδιση των επιδρομών τους εναντίον αραβικών περιοχών, καθώς και την καταβολή φόρου από τους κατοίκους της Κύπρου, της Αρμενίας και της Ιβηρίας στις δύο πλευρές εξίσου και κατά το ήμισυ.3 Ο πρώτος όρος αποτελούσε προϋπόθεση για την επίτευξη του δεύτερου, τουλάχιστον σε ό,τι αφορούσε τις περιοχές της Αρμενίας και της Ιβηρίας, καθώς οι Μαρδαΐτες είχαν την ευθύνη για την άμυνα του συνόρου έως την Αρμενία IV. Οι Μαρδαΐτες, λοιπόν, αποτέλεσαν το κύριο ζήτημα της συνθήκης του 688 για τις δύο πλευρές.

3. Συνέπειες

Τα επακόλουθα της μετοικεσίας των Μαρδαϊτών ήταν η αναπροσαρμογή της πληθυσμιακής σύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ο επανακαθορισμός της στρατιωτικής ισορροπίας στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Μαρδαϊτών που μετακινήθηκαν ανήλθε σε 30.000. Ωστόσο, οι μετακινηθέντες πληθυσμοί δεν προέρχονταν μόνο από τα βυζαντινά εδάφη, αλλά και από την αραβική επικράτεια: από την τελευταία εισήλθαν περίπου 12.000 Μαρδαΐτες, ενώ από την περιοχή του Ταύρου την ελεγχόμενη από τους Βυζαντινούς4 εισήλθαν περίπου 18.000. Αρχικά οι Μαρδαΐτες εγκαταστάθηκαν στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία (Παμφυλία, Καρία, Λυκία), όπου υπηρετούσαν ως κωπηλάτες στο στόλο του θέματοςΚιβυρραιωτών. Αργότερα, τον 9ο και 10ο αιώνα, τους συναντούμε στα θέματα Πελοποννήσου, Νικοπόλεως και Κεφαλληνίας.5 Με αυτόν τον τρόπο επετεύχθη η ενίσχυση του θεματικού στόλου του Βυζαντίου.6 Οι Μαρδαΐτες των ευρωπαϊκών επαρχιών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ονομάζονταν στις πηγές «Μαρδαΐται της Δύσεως», αλλά θα πρέπει να επισημανθεί ότι παραμένει αβέβαιη η ταύτιση των Μαρδαϊτών του 9ου και 10ου αιώνα με εκείνους του 7ου.7 Η σπουδαιότερη συνέπεια της μετοικεσίας των Μαρδαϊτών υπήρξε η απουσία τους από την αραβοβυζαντινή μεθόριο, καθώς η άμυνα του Βυζαντίου κατέστη πλέον ανεπαρκής στις επιθέσεις του χαλιφάτου, ενώ οι Άραβες έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην παραμεθόριο περιοχή. Η περιοχή της Μοψουεστίας μέχρι και την Αρμενία IV κατέστη πεδίο έντονων αμφισβητήσεων μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Στις αρχές του 8ου αιώνα οι Djarādjima του χαλιφάτου θα γνωρίσουν την οικονομική-φορολογική καταπίεση, αλλά και τη διωκτική στάση των αρχών του χαλιφάτου, με αποτέλεσμα να διασκορπιστούν στις ορεινές περιοχές του Αμανού και του Ταύρου.8

4. Κριτική του γεγονότος

Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής, ο πιο κοντινός στα γεγονότα συγγραφέας, επικρίνει στο έργο του την απόφαση του Ιουστινιανού Β' να προχωρήσει στη μετακίνηση των Μαρδαϊτών, καθώς θεωρούσε ότι ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για την αμυντική θωράκιση της αυτοκρατορίας απέναντι στην αραβική απειλή. Μάλιστα, έχοντας την πολυτέλεια της εκ των υστέρων γνώσης των συνεπειών για την άμυνα της Μικράς Ασίας, ο Θεοφάνης τονίζει χαρακτηριστικά ότι «πᾶσαι γὰρ αἱ νῦν οἰκούμεναι παρὰ τῶν Ἀράβων εἰς τὰ ἄκρα πόλεις ἀπὸ Μοψουεστίας καὶ ἕως τετάρτης Ἀρμενίας ἀνίσχυροι καὶ ἀοίκητοι ἐτύγχανον διὰ τὴν ἔφοδον τῶν Μαρδαϊτῶν· ὧν παρασταλλέντων, πάνδεινα κακὰ πέπονθεν ἡ ῾Ρωμανία ὑπὸ τῶν Ἀράβων μέχρι τοῦ νῦν».9
1. Vasiliev, A.A., History of the Byzantine Empire (Madison 1952), σελ. 215.

2. al-Balādhurī, Kitāb Futūh al-Buldān, Hitti, Ph.K. (ed.), The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), σελ. 246-247.

3. Θεοφάνης, Χρονογραφία, de Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), 363.6-20.

4. Treadgold, W.T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), σελ. 72.

5. Ahrweiler, H., Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique  et les institutions maritimes de Byzance au VIIe-XVe siècles (Paris 1966), σελ. 33, 44, 50, 52, 84-85, 108, 100, 399-400.

6. Treadgold, W.T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), σελ. 26.

7. Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Treadgold, W.T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), σελ. 72, ο οποίος θεωρεί ότι μέσα από τις διαφορετικές χρονικές αναφορές του 7ου και των 8ου-9ου αιώνα δηλώνεται ότι οι όψιμοι Μαρδαΐτες είναι απόγονοι των μετακινηθέντων κατά τον 9ο αιώνα Μαρδαϊτών. Η άποψή του βασίζεται στην υπόθεση ότι οι πρώτοι Μαρδαΐτες θα πρέπει να έλαβαν από τον αυτοκράτορα στρατιωτικές γαίες οι οποίες κληροδοτήθηκαν στους απογόνους τους ή, εάν δεν έλαβαν δικές τους γαίες, τα επαγγέλματα-προνόμιά τους ήταν κληρονομικά.

8. al-Balādhurī, Kitāb Futūh al-Buldān, Hitti, Ph.K. (ed.), The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), σελ. 258.

9. Θεοφάνης, Χρονογραφία, de Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), 363.16-20.

Συγγραφή : Βενέτης Ευάγγελος (31/10/2003)
Για παραπομπή: Βενέτης Ευάγγελος, «Μετοικεσία Μαρδαϊτών, 688», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:



Forced Movement of the Mardaites, 688
Συγγραφή : Venetis Evangelos (31/10/2003)
Μετάφραση : Chrysanthopoulos Dimitrios (19/9/2008)
Για παραπομπή: Venetis Evangelos, "Forced Movement of the Mardaites, 688", 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:


1. Historical context

The forced movement of the Mardaites from the region of Lebanon following the signing of the peace treaty of 688 AD between the emperor Justinian II and the Arab caliph Abd al-Malik (668-705 AD) was an event of great importance regarding the defensive line of Byzantium in the region of the mountain range of Taurus and Armenia. This treaty was the second renewal of the peace treaty of 678 AD, signed between the emperor Constantine IV Pogonatos (668-685 AD) and caliph Mu’awiya (661-680 AD) (the first renewal of the treaty was signed in 685 AD). According to the terms of the treaty of 678 AD, an annual toll of 365.000 golden coins, 365 horses and 365 slaves was to be paid to the Byzantines. These favourable terms were the result of the unsuccessful siege of Constantinople by My’awiya and the successful byzantine diversion in the region of Syria carried out by the Mardaites (677 AD). The available evidence of the presence and action of the Mardaites in the arab-byzantine frontier during the second half of the 7th cent. AD is fragmentary and incomplete, making further research extremely difficult. The main points of interest in the Mardaites concern the ethnographic nature of their origin and their fate following their forced movement from Lebanon, as well as the conditions in the abandoned region of Taurus in the subsequent years.

2. The forced movement of the Mardaites

2.1. The Mardaites

The role played by the Mardaites in the military events of the 7th cent. AD is easier to grasp by taking into account certain information regarding their past prior to the treaty of 688 AD. Their presence was attested to the mountains of Amanus and the mountain range of Taurus. Their Arab name was Djaradjima. The issue of their origin remains unclear. It is possible, however, that they were of Iranian or Armenian descent. With regard to their religious beliefs, the Mardaites were Christian adherents of Monophysitism or Monotheletism. It is possible that they also provided their military services to the Byzantines prior to the Arab expansion. Following the conquest of Syria by the Muslims, a part of the Mardaites moved to the north,1 while another part of their population remained in Arab territory and converted to Islam.2

2.2. The forced movement

The terms of the treaty of 688 AD renewed for a second time the treaty of 678 AD with the addition of two more terms, related to the causes which led the two sides to this renewal. The two extra terms provided the withdrawal of the Mardaites, allies of Byzantium, from the region of Lebanon and the prevention on behalf of the byzantine Emperor of their raids into arab territories; also, that the tax payed by the populations of Cyprus, Armenia and Iberia should be divided in two and payed to both sides.3 The first term was a prerequisite of the second, regarding the regions of Armenia and Iberia at least, due to the fact that the Mardaites were responsible for the defence of the border as far as Armenia IV. The Mardaites were thus the main issue of the treaty of 688 AD for both sides.

3. Consequences

The forced movement of the Mardaites resulted in the alteration of the population of the Byzantine Empire and the readjustment of the military balance in southeastern Asia Minor. It is estimated that the removed Mardaites numbered 30.000. However, the removed population did not come from Byzantine territories only. No less than 12.000 Mardaites came from Arab territories, added to the 18.000 from the byzantine region of Taurus.4 At first, the Mardaites settled in southeastern Asia Minor (Pamphylia, Caria, Lycia), serving as oarsmen in the fleet of the theme of Kibyrrhaiotai. Later, during the 9th and 10th cent. AD, they served as oarsmen in the themes of Peloponnese, Nicopolis and Cephalenia,5 thus reinforcing the fleet of the themes of Byzantium.6 The Mardaites of the European provinces of the Byzantine Empire are mentioned in the sources as Mardaites of the West; however, whether these 9th- and 10th- cent. Mardaites are the same people as the Mardaites of the 7th cent., is an open question.7 The greatest consequence of the forced movement of the Mardaites was their absence from the arab-byzantine frontier, making the defence of Byzantium against the attacks of the caliphate insufficient. The Arabs, at the same time, reinforced their presence in the region. The region of Mopsuestia as far as Armenia IV became an area of conflict between the two empires. At the beginning of the 8th cent. AD, the Djaradjima of the caliphate met the economic oppression as well as persecutions by the authorities of the caliphate, forcing them to scatter in the mountainous regions of Amanus and Taurus.8

4. Critisism on these events

Theophanes the Confessor, a contemporary to these events, criticizes in his work the decision of Justinian II to remove the Mardaites, believing that they were of great importance for the defence of the Empire against the arab threat. Having the advantage of witnessing how this affected the defence of Asia Minor, Theophanes points out characteristically that the borderline Arab cities from Mopsuestia to Armenia IV were once deserted for fear of the Mardaites, while after the latters's forced movement, Byzantium suffered greatly.9

1. Vasiliev, A. A., History of the Byzantine Empire (Madison 1952), p. 215.

2. al-Baladhuri, Kitab Futuh al-Buldan, Hitti, Ph. K. (ed.) The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), pp. 246-247.

3. De Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), p. 363.3-20.

4. Treadgold, W. T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), p. 72.

5. Ahrweiler, H., Byzance et la mer. La marine de guerre, la politique et les institutions maritimes de Byzance au VIIe-XVe siecles (Paris 1966), pp. 33, 44, 50, 52, 84-85, 100, 108, 399-400.

6. Treadgold, W. T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), p. 26.

7. According to Treadgold, W. T., Byzantium and its Army (284-1081) (Stanford 1995), p. 72, the various sources of the 7th and 8th-9th cent. imply that the Mardaites of subsequent centuries were descendants of those removed from Asia Minor in the 7th cent. His belief is based on the assumption that the early Mardaites must have been granted military lands by the Emperor, which they later left to their descendants, or that their professions and privileges were hereditary.

8. al-Baladhuri, Kitab Futuh al-Buldan, Hitti, Ph. K. (ed.) The Origin of the Islamic State (Beirut 1966), p. 258.

9. De Boor, C. (ed.), Theophanis Chronographia (Leipzig 1883), p. 363.16-20: “πάσαι γαρ αι νυν οικούμεναι παρά των Αράβων εις τα άκρα πόλεια από Μοψουεστίας και έως τετάρτης Αρμενίας ανίσχυροι και αοίκητοι ετύγχανον δια την έφοδον των Μαρδαϊτών· ων παρασταλλέντων, πάνδεινα κακά πέπονθεν η Ρωμανία υπό των Αράβων μέχρι του νυν”.
Πηγή