Παρθενώνας

Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας.

Iknow...

...κλείσε την ελληνική τηλεόραση...σταμάτα να μπαίνεις στο Facebook για να κρυφοκοιτάς τις ζωές των άλλων...ζήσε την στιγμή ... δέν χρειάζεται να την τραβήξεις σε βίντεο, να την ανεβάσεις στο internet για να επιβεβαιώθείς από τους δικτυακούς φίλους σου ότι πράγματι ζείς...σταμάτα επιτέλους να αναπαράγεις τις δήθεν ειδήσεις και μπουρδολογίες που ξεκινούν από το πληκτρολόγιο του κάθε μαλάκα και στρατευμένου στο ιντερνετ...μήν δέχεσαι την άποψη του κάθε τυχάρπαστου περαστικού και ότι γράφει στο twitter σαν είδηση...μην δέχεσαι να στο επιβάλει ο ο 30φυλλόπουλος ή ο κάθε Ευαγγελάτος αυτό... βγές από αυτό το blog τώρα...επιλεκτική αναπαραγωγή άρθρων κάνει... και επιτέλους ξεκίνα να διαβάζεις και κανένα βιβλίο...κατά προτίμηση όχι άρλεκιν ή μυθιστόρημα που βασίστηκε η τελευταία ταινία του κατα τα άλλα συμπαθή Batman...Μιά οθόνη μας κλείνει τον ορίζοντα, παίρνει δωρεάν τον χρόνο μας και τον πουλάει σε διαφημιστές...χωρίς να μας δίνει ποσοστό...Η ζωή μας έχει ναυαγήσει σε Ξενόφερτα προσωπεία... και εμείς σαν Έλληνες ζούμε τον 'ομαδικό μας ναρκισσισμό'...περιμένοντας με αγωνία και διάχυτο μαζοχισμό τα βραδυνά δελτία ειδήσεων για να δούμε τί σκέφτονται οι ξένοι για εμάς και με ποιό νέο τρόπο θα μας προσβάλλουν για άλλη μια φορά οι 'κουτόφραγκοι'...

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831(Ιουλιανό)στο Νάυπλιο από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. (Έργο του Χαράλαμπου Παχή β ήμιση 19ου αιώνα)

Κνωσός

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή. Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

Μέγας Αλέξανδρος κατά Δαρείου στη μάχη της Ισσού 333 π.χ.

Η Μάχη της Ισσού, ψηφιδωτό, ρωμαϊκό αντίγραφο Ελληνικού έργου του 4ου αιώνα π.Χ(Μουσείο Νάπολης).

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τούρκικες σειρές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τούρκικες σειρές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9/12/12

Νεοελλήνων Τηλεόραση: Από το Δυτικό Όνειρο στο Νεο-οθωμανικό Παραμύθι


Γιώργος Αντωνιάδης

Η αθρόα προβολή τουρκικών σήριαλ την τελευταία πενταετία στην ελληνική τηλεόραση είναι ένα γεγονός που έχει συγκεντρώσει τα πυρά αρκετών όσων θίγονται είτε οικονομικά είτε «συνειδησιακά» από αυτό το φαινόμενο. Πόσοι όμως από αυτούς που τώρα κατακρίνουν είναι οι ίδιοι που παρακολουθούσαν ή ακόμη και συμμετείχαν στις γνωστές σαπουνόπερες ελληνικής παραγωγής των μεγάλων καναλιών; Πότε όλοι εκείνοι άσκησαν αυτοκριτική για την κακέκτυπη αντιγραφή δυτικών προτύπων της αγγλόφωνης ή ισπανόφωνης τηλεόρασης; Αρκεί να παρακολουθήσετε όλους τους θιασώτες ενός νέου τουρκοφαγικού πατριωτισμού και δεν έχετε πάρα να διασκεδάσετε με την ευκολία σύγχυσης του «εθνικού» και του στενά ατομικιστικού συμφέροντος όλων όσων διαμαρτύρονται, αφού το «έγκλημα» έχει προ πολλού συντελεστεί και από τους ίδιους με άλλο τρόπο. 

Ξαφνικά, γέμισε ο καλλιτεχνικός κύκλος από γλωσσαμύντορες που υπερασπίζονται δια της τρύπιας τσέπης τους την πολιτισμική κατακρύλα των Νεοελλήνων εξαιτίας των τηλεοπτικών παραγώγων «αλλότριας» προέλευσης. Όλος αυτός ο χώρος, καλλιτεχνών, τηλεκριτικών και άλλων νεόκοπων υπερασπιστών της πατριωτικής τιμής των νεοελλήνων τηλεθεατών αρθρώνουν μια κριτική που δεν στερείται τόσο λογικών επιχειρημάτων όσο νοηματοδοτικής ουσίας. Πέραν τούτου, η αντίληψη πως η ιδιοκτησία των συγκεκριμένων καναλιών επέλεξε ένα πιο οικονομικό πρόγραμμα για τους δέκτες του κοινού τους, βασίζεται σε ένα οικονομοκεντρικό σκεπτικό που δεν εξηγεί επαρκώς το λόγο για τον οποίο οι τηλεθεατές υποδέχτηκαν με τόση προθυμία αυτό το προϊόν. Η συγκεκριμένη στροφή που σημειώθηκε στις προτιμήσεις του τηλεοπτικού κοινού, όσο και αν το κατακρίνουμε ως απαίδευτο ή «εύκολο», συσχετίζεται με ένα άλλο υπόδειγμα κουλτούρας των τουρκικών σήριαλ το οποίο απωθούσε η δική του τηλεόραση και αγνοεί η αντίστοιχη πιο δυτικότροπη.

Προτού, όμως, αναλύσουμε την ιδιαιτερότητα των τουρκικών σήριαλ, είναι προτιμότερο να αναλογιστούμε ποιά ηταν η ανάλαφρη «ελληνική» τηλεόραση που χάθηκε. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όποτε και απελευθερώθηκε η αγορά των  ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, είναι σαφής η προτίμηση των πρώτων σε τηλεθέαση ιδιωτικών καναλιών είτε να προβάλουν ξενόγλωσσες ταινίες και σειρές είτε να αντιγράφουν ήδη πετυχημένους κύκλους παραγωγής ανάλαφρης ψυχαγωγίας που εντάσσονται στο περιθώριο της δυτικής μαζικής κουλτούρας, βλ. φωσκολειάδες σαπουνόπερες ελληνικής κοπιάς. Βεβαίως, υπάρχουν εξαιρέσεις ελληνικών τηλεοπτικών προϊόντων που βρήκαν ανταπόκριση στο ελληνικό κοινό και δεν στερούνται πρωτοτυπίας και ποιότητας. Παρόλα αυτά, η διαχρονική τάση της ελληνικής τηλεόρασης δεν διακρίνεται από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά και  η σημερινή μείωση των «εύπεπτων» ελληνικών παραγωγών συμβαδίζει με μια διάψευση του καταναλωτικού μοντέλου ζωής, το οποίο  άρχισε να προτάσσεται ως πολιτισμικός  μονόδρομος εξευρωπαϊσμού μας, από τις αρχές της δεκαετίας του ‘90.

Κάπως έτσι και όλα αυτά τα ελληνόφωνα σενάρια των τελευταίων είκοσι ετών που κατέκλυσαν την ελληνική τηλεόραση είχαν ως προϋπόθεση τους μια σχέση ρήξης με όποια πολιτισμική προκείμενη του ελληνικού λαού και αντέταξαν προς αυτήν κυρίως παίγνια αίματος, σπέρματος και κοινωνικής ανέλιξης στο βωμό των οποίων όλα επιτρέπονται. Το νεοελληνικό τηλεοπτικό «όνειρο» ενείχε κάποιας μορφής αξίωση για λύση του δράματος με το αρχικώς αδικημένο να εκθρονίζει τον προγενέστερα κραταιό αντίπαλο του με τα ίδια μέσα που ο τελευταίος προσπορίστηκε για να καταξιωθεί στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας. Με αλλά λόγια, τόσο οι συγγραφείς όσο και το κοινό τους ήταν και είναι γνήσιοι Νεοέλληνες, χωρίς να φορτίζω αρνητικά εξορισμού έναν τέτοιο όρο προς υπεράσπιση ενός άχρονου και απολλώνιου «Έλληνα». Σε μια περίοδο, που το νεοελληνικό όνειρο άρχισε να ξεφουσκώνει μετά την ελληνική ολυμπιάδα του 2004 και τα δομικά μας όρια για εύκολο πλουτισμό συνάντησαν την διεθνή κρίση του 2008, τότε προκύπτει και ο περιορισμός των  ελληνικών τηλεοπτικών παραγωγών ο οποίος συμπίπτει με την  εισαγωγή στο νέο-οθωμανικό παραμύθι μιας οικείας Ανατολής. 

Αντίστοιχα μοτίβα δυτικών ονειρώξεων μπορεί να βρει κάποιος και στις τουρκικές σειρές, με περισσότερο οξυμένες τις κοινωνικές αντιθέσεις αλλά όχι αποσυνδεδεμένες από τις τομές που διατρέχουν την τουρκική κοινωνία. Η τουρκική τηλεόραση στην διαδικασία εκδυτικισμού της εγκαθίδρυσε μια πιο διαλεκτική σχέση με το ιστορικό και κοινωνικό παρελθόν της τουρκικής κοινωνίας. Οι Τούρκοι σεναριογράφοι περιγράφουν σαφώς μια κοινωνία που διαπλέκεται ακόμη από την διαπάλη μεταξύ νέου και παλαιού, επαρχίας και αστικών κέντρων, του Ισλάμ και της κοσμικής ζωής, της τιμής ως καθήκοντος και του ερώτα από ελεύθερη βούληση. Σε όλες τις σειρές αυτές είναι ανοιχτή η διαδικασία πολιτισμικής σύγκρουσης μεταξύ του Νεότουρκου με τον Νέο-Οθωμανό, της Κωνσταντινούπολης με την Άγκυρα και τον Ντιγιαρμπακίρ. Αυτό που κάνει τα τουρκικά σήριαλ να είναι τόσο διαφορετικά δεν είναι ένα καλύτερο κάστινγκ, μια αρτιότερη παράγωγη αλλά ο πλούτος των θεμάτων που συνταιριάζουν τόσο την ατομική όσο και συλλογική αφήγηση των πρωταγωνιστών τους. Εν προκειμένω, ο μίτος των τουρκικών σεναρίων ξετυλίγεται με απώτερο σκοπό ένα  μέλλον με «τέλος» που δεν εγκαθιδρύεται τόσο στην βάση του πλούτου και της ηδονής αλλά της τιμής και η τάξης. Σε αντίθεση με πιο ατομικιστικά προτάγματα της ελληνικής τηλεόρασης, η τουρκική τηλεόραση αντανακλά μια άλλη κοινωνία από την δική μας που είναι σαφώς πιο συντηρητική πολιτισμικά αλλά πολύ πιο ειλικρινής με τις αντιθέσεις της και τον υβριδικό της χαρακτήρα.

Εν κατακλείδι, οι Ελλαδίτες που παρατηρούν όλη αυτήν την ομορφιά του Βόσπορου μέσα από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες σαφώς θέλγονται ασυνείδητα και από ένα τόπο χαμένων πατρίδων ο όποιος ανθεί εν τη απουσία τους με όλες τις αντιφάσεις του, σε αντίθεση με την ξεθωριασμένη εικόνα μιας Αθήνας η όποια ταυτίζεται με όλη την Ελλάδα και πνίγει κάθε φωνή διαφορετικότητας και έμπνευσης. Η όποια απόδοση αμοραλιστικών προθέσεων σε όσους έγραφαν ή «ονειρεύονταν» τηλεοπτικά κατά τον γκρίζο νεοελληνικό τρόπο θα παρέπεμπε περισσότερο σε μία ηθικιστική προσέγγιση και θα παραγνώριζε τις αντιφατικές πολιτισμικές συγκείμενες του σύγχρονου Ελληνισμού. Συγκεκριμένα, τα όσα τηλεοπτικά προβάλλονταν σε πολύ μέτρια και ατακαδόρικα νεοελληνικά δεν ηταν πάρα το επιφαινόμενο μια βαθύτερης διαδικασίας εκδυτικισμού που για μας μεταφράστηκε σε ο,τι πιο θυμικό, σκιώδες και λάγνο έχει αναδείξει η δυτική κουλτούρα. Η όποια ενδεχόμενη ελληνόφωνη ανταπάντηση στα τουρκικά σήριαλ δεν μπορεί να δοθεί από εκείνη την ελίτ καλλιτεχνών η οποία συνεχίζει να βυθίζεται σε ένα μαζοχιστικό αυτοοικτιρμό γιατί δεν φύτρωσε εκ του μηδενός στο Βέλγιο και δεν διαβιεί στην Ελβετία…

πηγή: Αντίφωνο