Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως
Συγγραφή : Μαρίνης Βασίλειος (4/3/2008)
1. Εισαγωγή
Τα Πάτρια είναι λογοτεχνικό είδος αφιερωμένο στην ιστορία, την τοπογραφία, τα μνημεία και τους θρύλους μιας πόλης. Έλκει την καταγωγή του από το έργο του Καλλινίκου της Πέτρας (3ος αι. μ.Χ.), που έγραψε για τη Ρώμη. Παρόλο που οι συγγραφείς τον 5ο και 6ο αιώνα καταπιάνονται με πολιτείες στις επαρχίες, όπως μεταξύ άλλων η Ταρσός, η Νίκαια και η Μίλητος, μετά τον 6ο αιώνα αυτό το λογοτεχνικό είδος εστιάζει αποκλειστικά στην Κωνσταντινούπολη.1
Ο όρος «Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως» είναι συμβατική ονομασία· αποδίδεται σε μια συλλογή κειμένων που ανήκουν σε αυτό το είδος και είναι αφιερωμένα στην Κωνσταντινούπολη. Η συλλογή, όπως έχει διασωθεί, περιλαμβάνει τα ακόλουθα κείμενα:2 τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως του Ησύχιου του Μιλήσιου, το συμπίλημα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί του 8ου αιώνα, τη Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας, που γράφτηκε πιθανότατα τον 9ο αιώνα, τα Πάτρια που χρονολογούνται γύρω στο 995, τις λεγόμενες “recensiones topographicae” (τοπογραφικές συνόψεις) και τέλος ένα μεταβυζαντινό κείμενο, τη Θαυμαστή Διήγηση για τη στήλη του Ξηρόλοφου στην Κωνσταντινούπολη.3 Η σχέση ανάμεσα σε αυτά τα κείμενα, ειδικά μεταξύ των Παραστάσεων και των Πατρίων του 10ου αιώνα, είναι εξαιρετικά περίπλοκη.4
Παρόλο που τα Πάτρια παρέχουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για την Πόλη, τα πραγματικά γεγονότα συχνά συνδυάζονται (και συγχέονται) με μύθους, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο την αξία του έργου ως ιστορικής πηγής. Από την άλλη, τα Πάτρια προσφέρουν ενδελεχή ματιά στη νοοτροπία ορισμένων τμημάτων του λαού της Κωνσταντινούπολης και αποτελούν μαρτυρία για τη σταδιακή μετατροπή της σε μεσαιωνική πολιτεία.
2. Τα «Πάτρια» του ιλλούστριου Ησύχιου του Μιλήσιου
Ο Ησύχιος από τη Μίλητο, ο επονομαζόμενος ιλλούστριος, ήταν παγανιστής ιστορικός που έδρασε τον 6ο αι. μ.Χ. Το έργο του Χρονική Ιστορία, που σήμερα σώζεται αποσπασματικά, ήταν μια οικουμενική ιστορία που ξεκινά με τον Ασσύριο βασιλιά Bel και τελειώνει με το θάνατο του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ το 518. Μέρος αυτού του έργου, που πραγματεύεται την ιστορία της πόλης του Βυζαντίου μέχρι την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄, τροποποιήθηκε και περιλήφθηκε στα Πάτρια του 10ου αιώνα. Σε αυτά συνδυάζονται δημιουργικά τα πραγματικά γεγονότα με θρύλους.5
3. «Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί»
Οι Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί, το καλύτερα μελετημένο κείμενο των Πατρίων, είναι ανώνυμο έργο. Περιλαμβάνουν πληροφορίες για πληθώρα θεμάτων σε τμήματα αφιερωμένα στα αξιοθέατα της Κωνσταντινούπολης, όπως εκκλησίες, αγάλματα και τον Ιππόδρομο και τα μνημεία του. Το κείμενο των Παραστάσεων είναι γνωστό από ένα μοναδικό χειρόγραφο, το οποίο βρίσκεται τώρα στο Παρίσι (Par.gr. 1336) και χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Η συγγραφή του ανάγεται κατά κανόνα στον 8ο αιώνα.6 Το γεγονός ότι σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο, σε συνδυασμό με το ότι το κείμενο είναι κατά τόπους παραφθαρμένο και δυσνόητο, δείχνει ότι οι Παραστάσεις ήταν ενδεχομένως ένα ανολοκλήρωτο συμπίλημα διάφορων πηγών, που συγκεντρώθηκαν από άγνωστο εκδότη ή εκδότες, και ως τέτοιο πιθανώς παρουσιάζει ενδιάμεσο στάδιο στην πατριογραφική παράδοση.7 Το ότι το κείμενο βρίσκεται σε ενδιάμεση κατάσταση αντικατοπτρίζεται στην έλλειψη οποιασδήποτε στιλιστικής και θεματικής ενότητας, καθώς ορισμένα θέματα, όπως ο Ιππόδρομος, περιλαμβάνονται περισσότερες από μία φορές.
Στις Παραστάσεις υπάρχει προτίμηση στα "θαύματα" και μεγάλη εμπιστοσύνη στην εξ ακοής μαρτυρία. Το ύφος των εγγραφών ή λημμάτων είναι εξαιρετικά διδακτικό και υπάρχουν αναφορές σε φιλοσόφους και εραστές της γνώσης, που ήταν οι μόνοι ικανοί να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν το βαθύτερο νόημα των μνημείων της πόλης, το οποίο συχνά ήταν κρυμμένο. Εξαιτίας αυτού του υποτιθέμενου μυστικού νοήματος της αρχαίας τέχνης, διατυπώνεται μια δυσπιστία προς τα παγανιστικά αγάλματα, η οποία σηματοδοτεί μια αλλαγή στη νοοτροπία των ανθρώπων της Κωνσταντινούπολης.8
Οι απόψεις των μελετητών για τις Παραστάσεις ποικίλλουν. Η γλώσσα του έργου έχει χαρακτηριστεί «ανόητη πρόζα, όπου μάταια ψάχνει κανείς για κάποιου είδους τάξη, χρονολογική ή λογική [...]».9 Έχει επίσης θεωρηθεί «ένα είδος τουριστικού οδηγού για τα αξιοπερίεργα της Κωνσταντινούπολης»,10 αν και αυτή η τελευταία άποψη έχει πολύ σωστά αμφισβητηθεί, καθώς το κείμενο, τουλάχιστον στην παρούσα μορφή του, αποτυγχάνει να εντάξει την πληροφορία που παρέχει στον ευρύτερο αστικό ιστό της Κωνσταντινούπολης.11 Άλλοι το θεωρούν «προϊόν […] ενός είδους τοπικής ιστορικής κοινότητας»,12 μιας ομάδας από αυτοδίδακτους «φιλοσόφους». Τέλος, τα περιεχόμενά του έχουν ερμηνευτεί ως ένα «πολιτικού χαρακτήρα κείμενο που εναντιώνεται στη λατρεία του Κωνσταντίνου Α΄, η οποία αναπτύσσεται επί εικονομάχων αυτοκρατόρων και των διαδόχων τους», προειδοποιώντας για τις κακοποιές μαγικές δυνάμεις των παγανιστικών αγαλμάτων.13