Παρθενώνας

Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας.

Iknow...

...κλείσε την ελληνική τηλεόραση...σταμάτα να μπαίνεις στο Facebook για να κρυφοκοιτάς τις ζωές των άλλων...ζήσε την στιγμή ... δέν χρειάζεται να την τραβήξεις σε βίντεο, να την ανεβάσεις στο internet για να επιβεβαιώθείς από τους δικτυακούς φίλους σου ότι πράγματι ζείς...σταμάτα επιτέλους να αναπαράγεις τις δήθεν ειδήσεις και μπουρδολογίες που ξεκινούν από το πληκτρολόγιο του κάθε μαλάκα και στρατευμένου στο ιντερνετ...μήν δέχεσαι την άποψη του κάθε τυχάρπαστου περαστικού και ότι γράφει στο twitter σαν είδηση...μην δέχεσαι να στο επιβάλει ο ο 30φυλλόπουλος ή ο κάθε Ευαγγελάτος αυτό... βγές από αυτό το blog τώρα...επιλεκτική αναπαραγωγή άρθρων κάνει... και επιτέλους ξεκίνα να διαβάζεις και κανένα βιβλίο...κατά προτίμηση όχι άρλεκιν ή μυθιστόρημα που βασίστηκε η τελευταία ταινία του κατα τα άλλα συμπαθή Batman...Μιά οθόνη μας κλείνει τον ορίζοντα, παίρνει δωρεάν τον χρόνο μας και τον πουλάει σε διαφημιστές...χωρίς να μας δίνει ποσοστό...Η ζωή μας έχει ναυαγήσει σε Ξενόφερτα προσωπεία... και εμείς σαν Έλληνες ζούμε τον 'ομαδικό μας ναρκισσισμό'...περιμένοντας με αγωνία και διάχυτο μαζοχισμό τα βραδυνά δελτία ειδήσεων για να δούμε τί σκέφτονται οι ξένοι για εμάς και με ποιό νέο τρόπο θα μας προσβάλλουν για άλλη μια φορά οι 'κουτόφραγκοι'...

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831(Ιουλιανό)στο Νάυπλιο από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. (Έργο του Χαράλαμπου Παχή β ήμιση 19ου αιώνα)

Κνωσός

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή. Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

Μέγας Αλέξανδρος κατά Δαρείου στη μάχη της Ισσού 333 π.χ.

Η Μάχη της Ισσού, ψηφιδωτό, ρωμαϊκό αντίγραφο Ελληνικού έργου του 4ου αιώνα π.Χ(Μουσείο Νάπολης).

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντινούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3/1/16

Λεβαντίνοι στην Κωνσταντινούπολη

Ο όρος Λεβαντίνοι και η γένεση μιας εθνοθρησκευτικής ομάδας

Ο όρος «Λεβαντίνοι» μόλις το 19ο αιώνα έπαψε να αναφέρεται σε όλους τους μη μουσουλμάνους κατοίκους των λιμανιών της ανατολικής Μεσογείου, αλλά δήλωνε πλέον μόνο τους ρωμαιοκαθολικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από ευρωπαϊκές χώρες.

Οι Λεβαντίνοι διαφέρουν από τις άλλες εθνοθρησκευτικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ανήκουν σε μία συγκεκριμένη εθνότική ομάδα. Σε αντίθεση μάλιστα με τους

6/9/13

ΤΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ ΤΟΥ 1955 ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ


ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΩΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΩΝ

«…∆εν δύναμαι να πιστεύσω ότι ενώπιον τόσων κοινών επιτεύξεων οποιοδήποτε πρόβλημα θα διαταράξει επί μακρόν την πορείαν της Ελληνοτουρκικής φιλίας. Ουδέ δύναμαι να πιστεύσω ότι τα ατυχή γε-γονότα των δύο τελευταίων εβδομάδων θα ανατρέψουν την τακτική μιας συνεργασίας, ήτις άρχισε προ 25ετίας υπό την εμπνευσμένη ηγεσίαν του Ελευθέριου Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ…Ως εκ τούτου

28/6/13

Αυγουσταίον Κωνσταντινούπολης - Augustaion of Constantinople

Αυγουσταίον
Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα
3d αναπαράσταση του Αυγουσταίον. Πηγή http://www.antoine-helbert.com/fr/portfolio/annexe-work/byzance-architecture.html

 1. Εισαγωγή

Το Αυγουσταίον1 είναι η πλατεία που βρίσκεται νότια του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.2 Ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στην οποία είχε απονεμηθεί ο τίτλος της αυγούστας. Στο χώρο αυτό βρισκόταν άγαλμά της πάνω σε στήλη.3 Οι διαστάσεις του Αυγουσταίου δεν είναι δυνατό να καθοριστούν με ακρίβεια.4 Διατήρησε την αίγλη του ανά τους αιώνες εξαιτίας της γειτνίασής του με κτήρια που σχετίζονται με τη δημόσια ζωή και διοίκηση. Είχε μεγάλη ιδεολογική και συμβολική σημασία, καθώς συνέδεε το μεγάλο ναό της Ορθοδοξίας με το αυτοκρατορικό εθιμοτυπικό.

2. Λειτουργία

Το Αυγουσταίον αρχικά λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Όταν προστέθηκαν οι στοές που το περιέβαλλαν, άρχισε να χάνει σταδιακά το χαρακτήρα της δημόσιας πλατείας. Μετά την ανοικοδόμηση ενός μεγάλου κτηρίου, του Θωμαΐτη, τον 7o αιώνα, η Αγία Σοφία συνδέθηκε με το Αυγουσταίον πιο στενά. Από τους ιστορικούς μόνο ο Προκόπιος5 αποκαλεί το χώρο «αγορά». Οι υπόλοιποι θεωρούν το Αυγουσταίον προαύλιο προσαρτημένο στην Αγία Σοφία. Οι μεσοβυζαντινές και υστεροβυζαντινές πηγές το χαρακτηρίζουν «αυλή», «αυλαία», «προαύλιον» κτλ.6 Προοριζόταν για τις αυτοκρατορικές πομπές. Ο βασιλιάς διέσχιζε το Αυγουσταίον για να εισέλθει στην Αγία Σοφία, ενώ κατά τη στέψη των αυτοκρατόρων εκεί συγκεντρώνονταν ο λαός και το στράτευμα. Η ύπαρξη των πυλών καθώς και το γεγονός ότι ήταν κλειστό με τοίχους και στοές μαρτυρούν ότι η πρόσβαση στο χώρο δεν ήταν πάντα ελεύθερη.

3. Ιστορία του μνημείου – Οικοδομικές φάσεις

Το Αυγουσταίον στη μακραίωνη ιστορία του έχει δεχτεί αλλαγές και έχουν επισημανθεί διάφορες οικοδομικές φάσεις.

3.1. 2ος-3ος αιώνας

Ο Σεπτίμιος Σεβήρος κατασκεύασε μία πλατεία με τέσσερις περιμετρικές στοές, το λεγόμενο «Τετράστωον»,7 η οποία λειτουργούσε ως αγορά τροφίμων. Οι πληροφορίες για το μνημείο είναι περιορισμένες. Το Αυγουσταίον κατέλαβε ένα μέρος αυτής της πλατείας. Στο κέντρο του Τετραστώου υπήρχε πάνω σε στήλη άγαλμα που απεικόνιζε τον Ήλιο.8

3.2. 4ος αιώνας

Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας το 330 στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσε δημόσια οικοδομήματα και εξωράισε παλαιότερα, με αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη της αρχαίας πόλης. Στις άκρες μιας από τις στοές του Τετραστώου χτίστηκαν οι ναοί της Ρέας και της Τύχης. Στο ανατολικό τμήμα της πλατείας κατασκευάστηκε το Αυγουσταίον. Στα νοτιοδυτικά του Αυγουσταίου βρίσκονταν οι Θέρμες του Ζευξίππου,9 ενώ στα ανατολικά η μία από τις δύο Συγκλήτους που οικοδομήθηκαν από τον αυτοκράτορα. Στα βορειοδυτικά εκτεινόταν το Μίλιον, από όπου μετρούνταν οι αποστάσεις από την Κωνσταντινούπολη, και η Βασιλική, μια προϋπάρχουσα κατασκευή. Από το Μίλιον και το Αυγουσταίον ξεκινούσε μία οδός με στοές, η Ρηγία ή Μέση, η οποία οριοθετούσε τη νότια πλευρά της πλατείας. Το 360 χτίστηκε η πρώτη Αγία Σοφία, η οποία παραμένει σε αυτή τη θέση –ανεξαρτήτως των όποιων αλλαγών– μέχρι σήμερα.

3.3. 5ος αιώνας

Το 404 κάηκαν η Αγία Σοφία και η Σύγκλητος και ξαναχτίστηκαν στην ίδια περιοχή. Κοντά στο Αυγουσταίον υπήρχαν στοές, μαγαζιά, εργαστήρια, ιδιωτικές οικίες, το τριβουνάριον10 και ένα μοναστήρι. Ανάμεσα στην Αγία Σοφία και στο Αυγουσταίον χτίστηκε το Πατριαρχείο. Στην ανατολική πλευρά της πλατείας δίπλα στη Σύγκλητο βρισκόταν η Χαλκή Πύλη,11 η μνημειώδης είσοδος του Μεγάλου Παλατιού. Το 459 επί Λέοντος Α΄ ο έπαρχος Θεοδόσιος12 περιέβαλε κατά πάσα πιθανότητα το Αυγουσταίον με στοές.

3.4. 6ος αιώνας

Το 532, κατά τη στάση του Νίκα, το Αυγουσταίον και τα γειτονικά του κτήρια καταστράφηκαν από πυρκαγιά.13 Τα οικοδομήματα αυτά αποκαταστάθηκαν από τον Ιουστινιανό.14 Αυτή την εποχή η περιοχή πήρε την οριστική μορφή της.15 Η πλατεία εξακολουθούσε να γειτνιάζει με πολύ σημαντικά κτήρια, όπως η νέα Αγία Σοφία και το Μέγα Παλάτιον. Στο Αυγουσταίον στρώθηκαν μαρμάρινες πλάκες16 και τοποθετήθηκε η περίφημη στήλη του Ιουστινιανού. Σύμφωνα με τον Προκόπιο, η πλατεία διέθετε στοές και στις τέσσερις πλευρές της.17 Το Αυγουσταίον διαμορφώθηκε σε κλειστό χώρο με στοές και τοίχους. Στη νότια και δυτική πλευρά της ανοίγονταν η Πύλη του Πίνσου και η Πύλη της Μελέτης, η οποία συνέδεε τη Μέση οδό με το Αυγουσταίον.

3.5. 7ος αιώνας

Κατά τον 7ο αιώνα στη νοτιοανατολική πλευρά του Αυγουσταίου χτίστηκε πιθανόν από τον πατριάρχη Θωμά Α΄ (607-610) ένα μεγάλο κτήριο, ο λεγόμενος Θωμαΐτης. Αυτή την εποχή το σώμα της Συγκλήτου συνεδρίαζε στη Μαγναύρα. Ο Θωμαΐτης ήταν μία τρίκλιτη αψιδωτή αίθουσα ακροάσεων που βρισκόταν στα ανατολικά της πλατείας του Αυγουσταίου και σχετιζόταν με το συγκρότημα του Μεγάλου Παλατιού.18 Σύμφωνα με τις πηγές το κτήριο της αίθουσας σωζόταν μέχρι το 16ο αιώνα.

3.6. 12ος-13ος αιώνας

Το 1182 κατά τη στάση του καίσαρα Ιωάννη Κομνηνού εναντίον της αυτοκράτειρας Μαρίας της Αντιοχείας19 οι στασιαστές κατέλαβαν το Αυγουσταίον, το Μίλιον20 καθώς και το ναό που ο Αλέξιος Α΄ έχτισε δυτικά της πλατείας τον 11ο αιώνα. Ο αυτοκρατορικός στρατός κατεδάφισε τις πύλες του Αυγουσταίου, για να αντιμετωπίσει αυτούς που είχαν καταφύγει εκεί.21 Μετά το τέλος της Φραγκοκρατίας, περίπου το 1268/1271, το Αυγουσταίον και κάποια άλλα γειτονικά κτήρια θεωρούνταν ιδιοκτησία της Αγίας Σοφίας.22

3.7. 15ος-16ος αιώνας

Σύμφωνα με τον Buondelmonti, στις αρχές του 15ου αιώνα το Αυγουσταίον ήταν ερειπωμένο.23 Στα μέσα του 16ου αιώνα, κατά τον Pierre Gyllius, από την πλατεία απέμεναν τα θραύσματα μόνο επτά κιόνων.24

4. Διάκοσμος

Το Αυγουσταίον ήταν διακοσμημένο με αγάλματα, τα οποία συνήθως τοποθετούνταν πάνω σε τιμητικές στήλες. Ο Μέγας Κωνσταντίνος έστησε άγαλμα της μητέρας του αυγούστας Ελένης πάνω σε στήλη από πορφυρό μάρμαρο. Στην πλατεία υπήρχε και ανδριάντας του Κωνσταντίνου πάνω σε κίονα, τη βάση του οποίου περιέβαλλαν τα αγάλματα των τριών γιων του, του Λικίνιου και αργότερα του Ιουλιανού. Ο συγκεκριμένος ανδριάντας αντικαταστάθηκε από τον ασημένιο έφιππο ανδριάντα του Μεγάλου Θεοδοσίου. Και σε αυτή την περίπτωση η στήλη πλαισιωνόταν από τα αγάλματα των γιων του αυτοκράτορα. Από τα σπουδαιότερα μνημεία ήταν η στήλη του Ιουστινιανού με τον κολοσσιαίο έφιππο ανδριάντα του (αυτή η στήλη πήρε τη θέση του αγάλματος του Μεγάλου Θεοδοσίου, από το οποίο προερχόταν πιθανώς το άλογο).25 Ο Ιουστινιανός κρατούσε στο αριστερό χέρι του μία σφαίρα, ενώ το δεξί του υψωνόταν προστατευτικά προς την Ανατολή. Μπροστά στο μνημείο βρίσκονταν τα αγάλματα τριών βάρβαρων βασιλιάδων σε στάση προσκύνησης. Έχει σωθεί η βάση του κίονα του ασημένιου αγάλματος της Ευδοξίας (συζύγου του Αρκαδίου), το οποίο βρισκόταν μπροστά από τη Σύγκλητο, νότια της Αγίας Σοφίας.26 Στην ίδια περιοχή με αυτό είχε τοποθετηθεί και η στήλη με τον ανδριάντα του Λέοντος Α΄.27
1. Η πλατεία αυτή αναφέρεται στις πηγές και ως Αυγουστίων, Αυγουστεύς, Αυγουστέων και Αυγουστείον. Πρώτη φορά εμφανίζεται αυτό το όνομα το 425 στη Notitia Urbis Constantinopolitanae. Βλ. Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, Seeck, O. (επιμ.), (Berolini 1876), σελ. 232. Εμφανίζεται και ως Γουστείον, Ιωάννης Λυδός, Περί μηνών, Wuensch, R. (επιμ.), Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), σελ. 163.

2. Βλ. ανάλυση των πηγών για τη θέση του Αυγουσταίου και τη διαμόρφωση του χώρου στο Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964) σ. 73.

4. Ο Guilland υποθέτει ότι το Αυγουσταίον είχε σχήμα ορθογώνιο με μήκος 85 μ. και πλάτος περίπου 60- 65 μ., Guilland R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογεννήτου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 171-172.

5. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

6. Νικήτας Χωνιάτης, Χρονική Διήγησις, van Dieten, I.-A. (επιμ.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI:1 (Berlin – New York 1972), σελ. 237· Ιωάννης Ζωναράς, Επιτομή Ιστοριών, Pinder, M. (επιμ.), Ioannis Zonarae Annales (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae ΙΙΙ, Bonnae 1841-1897), σελ. 157.

7. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία, Bekker, I. (επιμ.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), σελ. 97· Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Thurn, I. (επιμ.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000), σελ. 221.

8. Για το Τετράστωον βλ. Du Cange, Constantinopolis Christiana Ι (Paris 1680), σελ. 70 κ.ε.· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 149, 218 κ.ε.· Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 24 κ.ε.· Schneider, A.M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), σελ. 24· Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine II (Amsterdam 1969), σελ. 3· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 42-47· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248.

9. Για τις Θέρμες του Ζευξίππου βλ. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 37 κ. ε. Για τις Συγκλήτους βλ. ό.π., σελ. 56 κ.ε. Για το Μίλιον βλ. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216-218. Για τη Βασιλική βλ. Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), σελ. 218 κ.ε.· Mango, C., ό.π., σελ. 48 κ.ε. Για τη Μέση οδό, βλ. Mango, C., ό.π., σελ. 79-81.

10. Για το tribunal purpureis gradibus exstructum, βλ. Berger, A., “Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit”, Varia 2 (Ποικίλα Βυζαντινά 6, Bonn 1987), σελ. 10 κ.ε.

11. Berger, A., “Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel”, 17th int. Byz. Congr., Abstracts of Papers (Washington 1986), σελ. 33· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 22, 54 κ.ε.

12. Πασχάλιον Χρονικόν, Dindorf, L. (επιμ.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), σελ. 593.

13. Ο Κεδρηνός αναφέρει ότι ανάμεσα στα κτήρια που κάηκαν ήταν η Αγία Σοφία, η Σύγκλητος, η Χαλκή Πύλη και το Αυγουσταίον, Γεώργιος Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών αρχομένη από κτίσεως κόσμου και μέχρι της βασιλείας Ισαακίου και Κομνηνού, Bekker, I. (επιμ.), Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae Ι, Bonnae 1838), σελ. 647.

14. Οι Θέρμες του Ζευξίππου ξαναχτίστηκαν και η Σύγκλητος ανακαινίστηκε. Το Πατριαρχείο ανοικοδομήθηκε επί Ιωάννη Γ΄ Σχολαστικού (565-577), Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 52.

15. Για την περιοχή πριν από την Ιουστινιάνεια περίοδο, υπάρχει έλλειψη πληροφοριών.

16. Ανακαλύφθηκαν σε ανασκαφή, Mamboury, E., “Les Fouilles Byzantines à Istanbul”, Byzantion 11 (1936), σελ. 230.

17. Προκόπιος, Περί κτισμάτων, Haury, J. (επιμ.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), σελ. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 57 κ.ε.· Bauer. F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157.

19. Η Μαρία της Αντιοχείας ήταν επίτροπος του ανήλικου γιου της Αλέξιου Β΄ Κομνηνού, ο οποίος διαδέχτηκε τον πατέρα του Μανουήλ Κομνηνό, μετά το θάνατό του, στο θρόνο.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 216.

21. Guilland, R., «Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χαλκή και τα πέριξ αυτής», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), σελ. 154, 164, 166- 167, 170· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 248· Bauer, F.A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz am Rein 1996), σελ. 157· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 92 κ.ε.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Ostromischen Reiches von 565-1453 ΙΙΙ (München 1924-1965), σελ. 52-53, αρ. 1955-1956, για τα έτη 1268-1271· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae – Berolini 1884), σελ. 122.

24. Gilles, P., The antiquities of Constantinople (New York 1988), σελ. 104-5· Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos et de illius antiquitatibus. Libri quatuor ΙΙ (Athens 1967), σελ. 17· Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 176 κ.ε.

25. Στο σχέδιο ενός χειρογράφου της Βουδαπέστης που έγινε από κάποιον περιηγητή του 15ου αιώνα εικονίζεται ένα έφιππο άγαλμα του Ιουστινιανού ή του Θεοδοσίου.

26. Σύμφωνα με την επιγραφή, στήθηκε επί επάρχου Σιμπλικίου.

27. Mango, C., The Brazen House. A study of the vestibule of the imperial palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), σελ. 59· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion –  Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 52.


Augustaion



1. Introduction

The Augustaion1 was an open space that lay until today south of the church of Hagia Sophia.2 It was named this way in honor of the mother of Constantine the Great, to whom the title of Augusta had been bestowed. In this area stood her statue rested on a column.3 It is not possible to determine with any accuracy its dimensions.4 It preserved its prestige throughout the centuries because of its vicinity with buildings related to the public life and to the administration. It carried a great ideological and symbolic meaning, while it connected the great church of Orthodoxy with the imperial ceremonial.

2. Function

The Augustaion initially functioned as a food market. When porticoes were added surrounding it, it started to lose the air of a public square. After the rebuilding of Thomaites in the 7th century its relation with Hagia Sophia became all the more closer. Only Procopius among the historians5 calls the area "ἀγοράν" (forum). The rest of them think the Augustaion as a forecourt annexed to Hagia Sophia. The middle Byzantine and late Byzantine sources characterize it as "αὐλήν", "αὐλαία", "προαύλιον" (courtyard) etc.6 It was intended for imperial processions. The emperor crossed the Augustaion in order to enter into the church of Hagia Sophia. During the coronation of the emperors the people and the army were gathered there. The existence of gateways as well as the fact that the open area was enclosed with walls and porticoes attests that the access to the area was restricted.

3. History of the monument - Building phases

During its long history, the Augustaion had been undergone many changes, and various building phases have been discerned.

3.1. 2nd - 3rd centuries

Septimius Severus erected a square with four surrounding porticoes, the so-called Tetrastoon.7 It was a food market. Any information about the monument is limited. The Augustaion occupied a part of this square. At the center of the Tetrastoon there was the statue of god Helios upon a column.8

3.2. 4th century

Constantine the Great after the transfer of the capital of the empire to Constantinople in 330, founded public buildings and embellished older ones, so as the ancient city changed its appearance. At the end of one of the porticoes of the Tetrastoon the temples of Rhea and Tyche were erected. In the eastern part of the square the Augustaion was formed. At the southwest of the Augustaion there were the baths of Zeuxippos,9 whereas at the east one of the two Senates built by the emperor. At the northwest the Milion extended, where all the distances starting from Constantinople were calculated, and the Basilica, an existing edifice. From Milion and Augustaion started a road flanked with porticoes, Regia or Mese, which defined the south side of the square. In 360 the first Hagia Sophia was erected, which have been remained until today in this place beyond any changes.

3.3. 5th century

In 404 Hagia Sophia and the Senate were burnt down and were rebuilt in the same area. Near the Augustaion there were porticoes, shops, workshops, private residences, the Tribunal10 and a monastery. Between Hagia Sophia and the Augustaion the Patriarchate was built. On the eastern side of the square, next to the Senate was lying Chalke Gate,11 the monumental gateway to the Great Palace. In 459 under Leo I the prefect Theodosios12 surrounded in all probability the Augustaion with porticoes.

3.4. 6th century

In 532 during the Nika Riot, the Augustaion and the nearby buildings were burnt down to ashes.13 These buildings were restored by Justinian.14 During this period the area took its final form.15 The square was still adjacent to many important buildings, such as new Hagia Sophia and the Great Palace. The Augustaion was paved with marble paving-stones16 and the famous column of Justinian was placed. According to Procopius the square had porticoes on all four sides.17 Thus, the Augustaion was formed into a closed area with porticoes and walls. On its southern and its western sides were opened the Pinsos Gate and the Melete Gate that connected Mese with Augustaion.

3.5. 7th century

During the 7th century on the southeastern side of the Augustaion a big edifice was probably built by patriarch Thomas I (607-610), the so-called Thomaites. It remained in this place until the 16th century. This period of time the Senate was identified with Magnaura. The «Thomaites» was a thre-aisled, apsidal auditorium, associated with the Graet Palace complex.18 According to the sources, the hall was preserved until the 16th century.

3.6. 12th - 13th centuries

In 1182 during the revolt of caesar John Komnenos against the empress Mary of Antioch19 the rebellions occupied Augustaion, Milion20 as well as the church that Alexios I had built in the 11th century at the west of the square. The imperial army demolished the gates of the Augustaion, in order to confront the enemies that had found shelter inside.21 After the end of the Latin occupation, around 1268/ 71, the Augustaion and some other adjacent buildings appear to have belonged to the property of Hagia Sophia.22

3.7. 15th - 16th centuries

According to Buondelmonti, in the early-15th century the Augustaion was in a state of ruins.23 In the middle of the 16th century, according to Pierre Gilles, only the fragments of seven columns were still preserved from the square.24

4. Decoration

The Augustaion was decorated with statues, often placed upon honorary columns. Constantine the Great erected a statue for his mother Augusta Helen surmounting a column of purple marble. On the square stood his own statue as well upon a column, the base of which was flanked by the statues of his three sons, of Licinius and later of Julian. It was replaced by the silver equestrian statue of Theodosios the Great. In this case as well the column was surrounded by the statues of his sons. Among the most important monuments was the column of Justinian surmounted by his colossal equestrian statue.25 It took the place of the statue of Theodosios the Great whose horse probably was reused. He held on his left hand an orb, while his right one was raised towards the East expressing his protection. In front of this monument the statues of three barbarian kings stood in a posture of submission. The base of the column of the silver statue of Eudoxia (wife of Arkadios) has been preserved, which stood in front of the Senate, south of Hagia Sophia.26 The column with the statue of Leo I was also placed in the same area with the previous one.27

1. This square is referred in the sources as Augoustion, Augousteus, Augousteon and Augousteion. This name appears for the first time in 425 at Notitia Urbis Constantinopolitanae. See Notitia Dignitatum accedunt Notitia Urbis Constantinopolitanae et Laterculi Provinciarum, ed. Seeck, O. (Berolinin 1876), p. 232. It appears as well as Γουστείον, John Lydos, On Months, ed. Wuensch, R., Ioannis Laurentii Lydi, Liber de Mensibus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Lipsiae 1898), p. 163.

2. See the examination of the sources on the location of the Augustaion and the formation of the area in Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), pp. 59-62.

3. Janin R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique (Paris 1964), p. 73.

4. Guilland suppose that that the Augustaion was square in shape 85 m. long and around 60- 65 m. wide: Guilland R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 171-2.

5. Haury, J. (ed.), Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

6. Van Dieten, I.-A. (ed.), Nicetae Choniatae, Historia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae XI/1, Berlin - N. York 1972), p. 237; Pinder, M. (ed.), Ioannis Zonarae Annales, vol. ΙΙΙ (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1841-1897), p. 157.

7. Bekker, I. (ed.), Zosimus (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1837), p. 97; Thurn, I. (ed.), Johanni Malalae Chronographia (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 35, Series Berolinensis, Berolini et Novi Eboraci 2000, p. 221.

8. For the Tetrastoon see Du Cange, Constantinopolis Christiana (Paris 1680) Ι, p. 70 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), pp. 149, 218 ff; Berger, A., «Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit», in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 24 ff; Schneider, A. M., Byzanz, Vorarbeiten zur Topographie und Archäologie der Stadt (Berlin 1936), p. 24; Guilland R., Études de Topographie de Constantinople Byzantine (Amsterdam 1969), II p. 3; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 42-47; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248.

9. For the baths of Zeuxippos see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p.37 ff. For the Senates see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 56 ff. For Milion see Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), pp. 216-218. For the Basilica see Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 218 ff; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 48 ff. For Mese see Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 79-81.

10. For the tribunal purpureis gradibus exstructum see Berger, A., "Die Altstadt von Byzanz in der vorjustinianischen Zeit", in ΠΟΙΚΙΛΑ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 6, Varia II (Bonn 1987), p. 10 ff.

11. Berger, A., "Bemerkungen zur Chalke des Kaiserpalastes in Konstantinopel", in 17th Ιnt. Byz. Congr., Abstracts of Papers, (Washington 1986), p. 33; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), pp. 22, 54 ff.

12. Dindorf, L. (ed.), Chronicon paschale (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1832), p. 593.

13. Kedrenos reports that Hagia Sophia, the Senate, the Chalke and the Augustaion were among the buildings that were burnt down George Kedrenos, Synopsis Historiarum, ed. Bekker, I., Georgius Cedrenus, Ioannis Scylitzae Opera, vol. Ι (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae 1838), p. 647.

14. The baths of Zeuxippos were rebuilt and the Senate was renovated. The patriarchate was erected again under John ΙΙΙ Scholastikos (565-577), Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 52.

15. Before the times of Justinian the area can not be defined with any accuracy because of the lack of evidence.

16. They were brought to light through excavations, Mamboury, E., "Les Fouilles Byzantines à Istanbul", Byzantion 11 (1936), p. 230.

17. Haury, J. (ed.),  Procopii Caesariensis opera omnia, De Aedificiis (Lipsiae 1964), p. 39.

18. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 57 ff; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157.

19. Mary of Antioch was regent of her under-aged son Alexios II Komnenos who succeeded his father Manuel Komnenos on the throne after his death.

20. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 216.

21. Guilland, R., "Περί την Βασίλειον Τάξιν Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου. Η Χάλκη και τα πέριξ αυτής", Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 18 (1948), pp. 154, 164, 166- 167, 170; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 248; Bauer, F. A., Stadt, Platz und Denkmal in der Spätantike, Untersuchungen zur Ausstattung des öffentlichen Raums in den spätantiken Städten Rom, Konstantinopel und Ephesos (Mainz 1996), p. 157; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 92 ff.

22. Dölger, F., Regesten der Kaiserkunden des Oströmischen Reiches von 565-1453 (München 1924-65), vol. ΙΙΙ, nο 1955 and 1956, of the years 1268-1271; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 218.

23. Buondelmonti, C., Florentini Librum insularium archipelagi (Lipsiae - Berolini 1884), p. 122.

24. Gilles, P., The Antiquities of Constantinople, trans. John Ball (New York 1988), pp. 104-5 and Gilles, P., De Topographia Constantinopoleos: et de illius antiquitatibus. Libri quatuor (Athens 1967), vol. ΙΙ, p. 17; Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 176 ff.

25. In a drawing of a Budapest manuscript that was made by a traveler of the 15th century an equestrian statue of Justinian or Theodosios is depicted.

26. According to the inscription it was erected under the eparch Simplicius.

27. Mango, C., The Brazen House. A Study of the Vestibule of the Imperial Palace of Constantinople (Kopenhagen 1959), p. 59; Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls (Tübingen 1977), p. 52.

Συγγραφή : Κατσαβέλη Όλγα (11/7/2007)
Για παραπομπή: Κατσαβέλη Όλγα, «Αυγουσταίον», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη
URL:

23/6/13

Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως - Patria of Constantinople

Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως
Συγγραφή : Μαρίνης Βασίλειος (4/3/2008)



1. Εισαγωγή

Τα Πάτρια είναι λογοτεχνικό είδος αφιερωμένο στην ιστορία, την τοπογραφία, τα μνημεία και τους θρύλους μιας πόλης. Έλκει την καταγωγή του από το έργο του Καλλινίκου της Πέτρας (3ος αι. μ.Χ.), που έγραψε για τη Ρώμη. Παρόλο που οι συγγραφείς τον 5ο και 6ο αιώνα καταπιάνονται με πολιτείες στις επαρχίες, όπως μεταξύ άλλων η Ταρσός, η Νίκαια και η Μίλητος, μετά τον 6ο αιώνα αυτό το λογοτεχνικό είδος εστιάζει αποκλειστικά στην Κωνσταντινούπολη.1

Ο όρος «Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως» είναι συμβατική ονομασία· αποδίδεται σε μια συλλογή κειμένων που ανήκουν σε αυτό το είδος και είναι αφιερωμένα στην Κωνσταντινούπολη. Η συλλογή, όπως έχει διασωθεί, περιλαμβάνει τα ακόλουθα κείμενα:2 τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως του Ησύχιου του Μιλήσιου, το συμπίλημα Παραστάσεις σύντομοι χρονικαί του 8ου αιώνα, τη Διήγηση περί της Αγίας Σοφίας, που γράφτηκε πιθανότατα τον 9ο αιώνα, τα Πάτρια που χρονολογούνται γύρω στο 995, τις λεγόμενες “recensiones topographicae” (τοπογραφικές συνόψεις) και τέλος ένα μεταβυζαντινό κείμενο, τη Θαυμαστή Διήγηση για τη στήλη του Ξηρόλοφου στην Κωνσταντινούπολη.3 Η σχέση ανάμεσα σε αυτά τα κείμενα, ειδικά μεταξύ των Παραστάσεων και των Πατρίων του 10ου αιώνα, είναι εξαιρετικά περίπλοκη.4

Παρόλο που τα Πάτρια παρέχουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για την Πόλη, τα πραγματικά γεγονότα συχνά συνδυάζονται (και συγχέονται) με μύθους, μειώνοντας με αυτό τον τρόπο την αξία του έργου ως ιστορικής πηγής. Από την άλλη, τα Πάτρια προσφέρουν ενδελεχή ματιά στη νοοτροπία ορισμένων τμημάτων του λαού της Κωνσταντινούπολης και αποτελούν μαρτυρία για τη σταδιακή μετατροπή της σε μεσαιωνική πολιτεία.

2. Τα «Πάτρια» του ιλλούστριου Ησύχιου του Μιλήσιου

Ο Ησύχιος από τη Μίλητο, ο επονομαζόμενος ιλλούστριος, ήταν παγανιστής ιστορικός που έδρασε τον 6ο αι. μ.Χ. Το έργο του Χρονική Ιστορία, που σήμερα σώζεται αποσπασματικά, ήταν μια οικουμενική ιστορία που ξεκινά με τον Ασσύριο βασιλιά Bel και τελειώνει με το θάνατο του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ το 518. Μέρος αυτού του έργου, που πραγματεύεται την ιστορία της πόλης του Βυζαντίου μέχρι την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄, τροποποιήθηκε και περιλήφθηκε στα Πάτρια του 10ου αιώνα. Σε αυτά συνδυάζονται δημιουργικά τα πραγματικά γεγονότα με θρύλους.5

3. «Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί»

Οι Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί, το καλύτερα μελετημένο κείμενο των Πατρίων, είναι ανώνυμο έργο. Περιλαμβάνουν πληροφορίες για πληθώρα θεμάτων σε τμήματα αφιερωμένα στα αξιοθέατα της Κωνσταντινούπολης, όπως εκκλησίες, αγάλματα και τον Ιππόδρομο και τα μνημεία του. Το κείμενο των Παραστάσεων είναι γνωστό από ένα μοναδικό χειρόγραφο, το οποίο βρίσκεται τώρα στο Παρίσι (Par.gr. 1336) και χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Η συγγραφή του ανάγεται κατά κανόνα στον 8ο αιώνα.6 Το γεγονός ότι σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο, σε συνδυασμό με το ότι το κείμενο είναι κατά τόπους παραφθαρμένο και δυσνόητο, δείχνει ότι οι Παραστάσεις ήταν ενδεχομένως ένα ανολοκλήρωτο συμπίλημα διάφορων πηγών, που συγκεντρώθηκαν από άγνωστο εκδότη ή εκδότες, και ως τέτοιο πιθανώς παρουσιάζει ενδιάμεσο στάδιο στην πατριογραφική παράδοση.7 Το ότι το κείμενο βρίσκεται σε ενδιάμεση κατάσταση αντικατοπτρίζεται στην έλλειψη οποιασδήποτε στιλιστικής και θεματικής ενότητας, καθώς ορισμένα θέματα, όπως ο Ιππόδρομος, περιλαμβάνονται περισσότερες από μία φορές.

Στις Παραστάσεις υπάρχει προτίμηση στα "θαύματα" και μεγάλη εμπιστοσύνη στην εξ ακοής μαρτυρία. Το ύφος των εγγραφών ή λημμάτων είναι εξαιρετικά διδακτικό και υπάρχουν αναφορές σε φιλοσόφους και εραστές της γνώσης, που ήταν οι μόνοι ικανοί να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν το βαθύτερο νόημα των μνημείων της πόλης, το οποίο συχνά ήταν κρυμμένο. Εξαιτίας αυτού του υποτιθέμενου μυστικού νοήματος της αρχαίας τέχνης, διατυπώνεται μια δυσπιστία προς τα παγανιστικά αγάλματα, η οποία σηματοδοτεί μια αλλαγή στη νοοτροπία των ανθρώπων της Κωνσταντινούπολης.8

Οι απόψεις των μελετητών για τις Παραστάσεις ποικίλλουν. Η γλώσσα του έργου έχει χαρακτηριστεί «ανόητη πρόζα, όπου μάταια ψάχνει κανείς για κάποιου είδους τάξη, χρονολογική ή λογική [...]».9 Έχει επίσης θεωρηθεί «ένα είδος τουριστικού οδηγού για τα αξιοπερίεργα της Κωνσταντινούπολης»,10 αν και αυτή η τελευταία άποψη έχει πολύ σωστά αμφισβητηθεί, καθώς το κείμενο, τουλάχιστον στην παρούσα μορφή του, αποτυγχάνει να εντάξει την πληροφορία που παρέχει στον ευρύτερο αστικό ιστό της Κωνσταντινούπολης.11 Άλλοι το θεωρούν «προϊόν […] ενός είδους τοπικής ιστορικής κοινότητας»,12 μιας ομάδας από αυτοδίδακτους «φιλοσόφους». Τέλος, τα περιεχόμενά του έχουν ερμηνευτεί ως ένα «πολιτικού χαρακτήρα κείμενο που εναντιώνεται στη λατρεία του Κωνσταντίνου Α΄, η οποία αναπτύσσεται επί εικονομάχων αυτοκρατόρων και των διαδόχων τους», προειδοποιώντας για τις κακοποιές μαγικές δυνάμεις των παγανιστικών αγαλμάτων.13

6/9/12

Σεπτεμβριανά του 1955

1. Εισαγωγή

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βελτιώνονται αισθητά και μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα τα δύο μέρη συνεργάζονται πολιτικά και στρατιωτικά. Σύμμαχοι μπροστά στον «από βορρά κίνδυνο» οι δύο χώρες εντάσσονται από το 1947 στο δόγμα Τρούμαν, συμπεριλαμβάνονται στο σχέδιο Μάρσαλ και εντάσσονται το 1949 στο Συμβούλιο της Ευρώπης και το 1952 στο ΝΑΤΟ. Το γενικότερο αυτό κλίμα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης επηρέασε θετικά και την αντιμέτωπιση της ρωμαίικης μειονότητας.1

Από την άλλη, το νέο κοινωνικοπολιτικό κλίμα που διαμορφώνεται στην Τουρκία μετά το τέλος του πολέμου, αλλά και μετά την άνοδο στην εξουσία του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΚ), δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για τη μειονότητα. Το φιλελεύθερο κλίμα που επικρατεί οδηγεί σε μια νέα άνθηση της μειονότητας,2 η οποία θα έχει απτά αποτελέσματα στην εκπαιδευτική, κοινοτική και πολιτισμική οργάνωση της κοινότητας των Ρωμιών.3

2. Το Κυπριακό και η αρχή μιας ιστορίας ομηρίας

Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας του ’50 οι ευνοϊκές αυτές συνθήκες που επέτρεψαν μια σχετική ανάκαμψη της μειονότητας αλλάζουν. Η προσπάθεια της Ελλάδας να φέρει το ζήτημα της Κύπρου στον ΟΗΕ ωθεί την Τουρκία, που μέχρι τότε είχε επιδείξει ελάχιστο ενδιαφέρον για τη Κύπρο, να εμπλακεί στο ζήτημα. Σημαντικό παράγοντα σε αυτή την αιφνίδια στροφή της τουρκικής πολιτικής αποτελεί η ενθάρρυνση της Βρετανίας, η οποία θεωρεί ότι μια πιθανή εμπλοκή της Τουρκίας στο Κυπριακό θα την ευνοούσε. Η Βρετανία προσπαθεί να αναγάγει την ελληνοβρετανική διένεξη σε τριμερές ζήτημα και προκαλεί την εμπλοκή της Τουρκίας.4

Με την έναρξη της κυπριακής κρίσης η Άγκυρα φέρνει στο προσκήνιο το μειονοτικό ζήτημα. Ουσιαστικά η Τουρκία, προσπαθώντας να αξιοποιήσει την ευαισθησία της ελληνικής κοινής γνώμης στα θέματα που αφορούν τη ρωμαίικη κοινότητα στην Πόλη, χρησιμοποιεί την κοινότητα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ένα «διαπραγματευτικό ατού» ή καλύτερα ως μέσο πίεσης κατά της Ελλάδας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Άγκυρας, η πίεση στη μειονότητα και το Πατριαρχείο θα καθιστούσε την ελληνική κυβέρνηση πιο ευάλωτη και υποχωρητική. Έτσι εγκαινιάζεται μια περίοδος, που θα διαρκέσει και στις επόμενες δεκαετίες, κατά την οποία η μειονότητα θα παραμείνει όμηρος της διαμάχης για την Κύπρο.

21/7/12

Πνευματική ζωή στην Κωνσταντινούπολη των Παλαιολόγων


1. Εισαγωγή

Παρά τη δυσχερή πολιτική θέση της αυτοκρατορίας των Παλαιολόγων και το τεράστιο πρόβλημα οικονομικής στενότητας που αντιμετώπιζε το βυζαντινό κράτος, η πνευματική ζωή σημείωσε εντυπωσιακή ακμή, προσφέροντας σημαντικότατη παραγωγή σε όλους τους τομείς· αυτή η παραγωγή έχει συχνά συσχετιστεί με το φαινόμενο της Αναγέννησης, που γνώρισε ακμή στην Ιταλία ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία το Βυζάντιο κατέρρεε, κατά το 15ο αιώνα. Ωστόσο, όπως έχουν παρατηρήσει οι μελετητές, αυτή η πνευματική παραγωγή δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη σε όλη την Παλαιολόγεια περίοδο. Η μεγάλη πνευματική ακμή συντελέστηκε κυρίως από τα τέλη του 13ου έως τα μέσα του 14ου αιώνα, με σαφή υποχώρηση στη συνέχεια. Αυτό ερμηνεύεται κατά κύριο λόγο ως επακόλουθο της προϊούσας πτώχευσης του βυζαντινού κράτους, αλλά έχει συνδεθεί και με μια λιγότερο ευνοϊκή πνευματική ατμόσφαιρα μετά τη ησυχαστική έριδα και την επικράτηση αντικοσμικών, μοναστικών κύκλων στην Εκκλησία.

2. Εκπαίδευση

Ορφανοτροφείο Αγ. Παύλου σήμερα
Φωτογραφία απόeistinpolin330.blogspot.com
Στο Βυζάντιο η εκπαίδευση ήταν τριών βαθμίδων. Η χαμηλότερη βαθμίδα, τα ιερά γράμματα, περιλάμβανε την ανάγνωση και τη γραφή και κάποιες βασικές γραμματικές γνώσεις. Θεωρείται πως ήταν γενικά προσιτή στις οικογένειες καλού οικονομικού επιπέδου, στις πόλεις και σε κάποια μεγάλα χωριά και μόνο για τα αρσενικά παιδιά. Για την Κωνσταντινούπολη την εποχή αυτή

17/7/12

Πόλοι εξουσίας και συγκρούσεις στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη


1. Εισαγωγικά

Η συμμετοχή στη νομή ή, ακόμα, και το μονοπώλιο της εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη, το κέντρο αποφάσεων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αποτελούσε μήλον της Έριδος για αρκετούς θεσμούς και κοινωνικές ομάδες. Βέβαια, οι πόλοι εξουσίας στην πρωτεύουσα δεν παρέμειναν αναλλοίωτοι στο ρου της υπερχιλιετούς ιστορίας της και στην εξέλιξη μιας κοινωνίας που είχε ελάχιστα κοινά, συγκρίνοντας την εποχή του Ιουστινιανού με την εποχή των Παλαιολόγων, για παράδειγμα. Ωστόσο, είναι δυνατό να εντοπιστούν κάποιοι θεσμοί, ομάδες ή «κόμματα»1 που, όσο κι αν άλλαζε η σύνθεσή τους ή τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους, παραδοσιακά επιδίωκαν τη συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων, προωθώντας τα συμφέροντά τους. Και επειδή τα συμφέροντα μιας ομάδας συνήθως δεν ταυτίζονταν με εκείνα κάποιας άλλης, οι συγκρούσεις ήταν αναπόφευκτες. Οι σταθερότεροι πόλοι εξουσίας, νοούμενοι πάντοτε ως εξαιρετικά ευρείς στη σύνθεσή τους λόγω των κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων, ήταν η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, η σύγκλητος, η κωνσταντινουπολίτικη αριστοκρατία, οι μέσοι και ο λαός. Ωστόσο, οι πόλοι αυτοί δεν ήταν καθόλου στεγανοί. Ήταν σύνηθες, για παράδειγμα, ένα μέλος της συγκλητικής αριστοκρατίας να γίνεται πατριάρχης ή κάποιος που προερχόταν από την τάξη των εμπόρων να μεταπηδά στην τάξη της

22/5/12

Ορθόδοξο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως 1839-1923


 1. Ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου 1830-1923

Η περίοδος της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που διαρκεί από το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης (1830) μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922-1923), χαρακτηρίζεται από μια εσωτερική τομή: την ψήφιση του κειμένου του Γενικών Κανονισμών (1860), το οποίο κατήργησε το διοικητικό σύστημα του γεροντισμού και θεσμοποίησε τη συμμετοχή των λαϊκών στην εκλογή Οικουμενικού Πατριάρχη. Από τα μέσα του 18ου αιώνα, και ως ένα βαθμό ως αποτέλεσμα της ισχυροποίησης της τάξης των Φαναριωτών, μια κληρικαλική αριστοκρατία των μόνιμων μελών της Ιεράς Συνόδου (Γερόντων)1 κατάφερε να περιορίσει και να ελέγξει σε μεγάλο βαθμό τις αρμοδιότητες του Πατριάρχη.

Ο 19ος αιώνας, ειδικά μετά το 1830, χαρακτηρίζεται από διαρκείς προσπάθειες να ελεγχθούν οι εκκλησιαστικές και πολιτικές δραστηριότητες αυτής της κληρικαλικής αριστοκρατίας (Γέροντες), με δεδομένη την καταστροφή και ανασυγκρότηση της αντίστοιχης λαϊκής αριστοκρατίας (Φαναριώτες). Πριν από την ψήφιση των Γενικών Κανονισμών, την περίοδο 1830-1860, σημειώθηκαν 12 αλλαξοπατριαρχίες, στις οποίες αναδείχθηκαν 9 διαφορετικά πρόσωπα στη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη. Μετά την ψήφιση των Γενικών Κανονισμών, και κατά την περίοδο 1860-1923 (διπλάσια σε χρονική διάρκεια από την προηγούμενη), επισυνέβησαν 14 αλλαξοπατριαρχίες, στις οποίες 12 διαφορετικά πρόσωπα κατέλαβαν το αξίωμα. Τη δεύτερη περίοδο οι μοναδικοί πατριάρχες που εξελέγησαν για δεύτερη φορά ήταν ο Ιωακείμ Β΄ και Ιωακείμ Γ΄. Ο δεύτερος, πνευματικό «ανάστημα» του πρώτου, υπήρξε ισχυρή προσωπικότητα που προσδιόρισε αποφασιστικά τις εξελίξεις αυτής της περιόδου και κυρίως συμβόλισε την αντιφατικότητα του θεσμού του Πατριαρχείου σε μια εποχή διάλυσης της ορθόδοξης οικουμενικότητας και κυριαρχίας της ιδεολογίας του εθνικισμού.

2. Πατριαρχείο και μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ

Η περίοδος της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το 1830 μέχρι το 1860 θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταβατική. Όπως ήδη αναφέραμε, στοιχεία της προηγούμενης περιόδου επιβιώνουν μέσα από διαδικασίες μετασχηματισμού, όπως, για παράδειγμα, η λειτουργία της Γεροντικής Ιεράς Συνόδου και η συνεργασία των μελών της με ισχυρούς λαϊκούς. Μόνο που αυτοί οι τελευταίοι δεν προέρχονται πλέον από τις μεγάλες οικογένειες Φαναριωτών που είχαν κυριαρχήσει

21/5/12

Τράπεζες και ρωμιοί τραπεζίτες στην Κωνσταντινούπολη


1. Η διαμόρφωση της ομάδας των τραπεζιτών του Γαλατά 


Κατά το 19ο αιώνα εμφανίστηκε μια ισχυρή ομάδα ελληνορθόδοξων τραπεζιτών που δραστηριοποιήθηκαν στα δημόσια οικονομικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά και σε άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Ποιοι ήταν, όμως, αυτοί οι τραπεζίτες; Επρόκειτο για τα μέλη μιας δυναμικής και αναπτυσσόμενης ομάδας επιχειρηματιών, ανάμεσα στους οποίους προεξάρχοντες ήταν οι: Νικόλαος και Γεώργιος Ζαρίφης, Στέφανος Ζαφειρόπουλος, Χρηστάκης Ζωγράφος, Αλέξανδρος Μαυρογορδάτος, Παύλος Στεφάνοβικ-Σκυλίσσης, Ανδρέας Συγγρός, για να αναφερθούμε στους περισσότερο γνωστούς. Οι συγκεκριμένοι συμπεριλαμβάνονταν στην ομάδα των τραπεζιτών του Γαλατά, που ονομάστηκε έτσι λόγω της έδρας των πιστωτικών τους ιδρυμάτων στην περιοχή αυτή. Μαζί με τραπεζίτες από άλλες εθνοθρησκευτικές κοινότητες της αυτοκρατορίας, όπως Αρμένιους και Εβραίους, αλλά και κεφαλαιούχους από ευρωπαϊκά κράτη που εγκαταστάθηκαν στην Πόλη κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, για να ασκήσουν τραπεζικές εργασίες, διαμόρφωσαν μια διακριτή εξειδικευμένη επιχειρηματική ομάδα.


Οι σχέσεις της ομάδας αυτής ήταν σύνθετες καθώς εγγράφονται σε ένα επιχειρηματικό και συγγενικό δίκτυο. Σε επιχειρηματικό επίπεδο οι Ρωμιοί τραπεζίτες του Γαλατά είχαν αφετηρία τους ιδιωτικές επιχειρήσεις με κύριο τομέα απασχόλησης το εμπόριο, εσωτερικό και εξωτερικό. Ο τομέας αυτός γνώρισε μεγάλες αλλαγές λόγω του ελεύθερου εμπορίου, μετά το 1838, αρχικά με τη Βρετανία και στη συνέχεια και με άλλες δυτικές χώρες. Παρότι το ελεύθερο εμπόριο με άλλα κράτη δεν οδήγησε στην επιβολή ανάλογου καθεστώτος στο εσωτερικό εμπόριο, καθώς διατηρήθηκαν για δεκαετίες οι εσωτερικοί δασμοί, επέτρεψε τη σταδιακή αύξηση του όγκου των συναλλαγών ανεβάζοντας αισθητά την αξία τους σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στο πλαίσιο αυτό, το εμπόριο δημιουργούσε μεγάλες ευκαιρίες για σταθερά κέρδη σε όσους επένδυσαν σε αυτό τον τομέα, παρά τον ασταθή και απρόβλεπτο χαρακτήρα των εμπορικών πράξεων. Ειδικότερα για το εξωτερικό εμπόριο αναπτύχθηκαν πιστωτικές πρακτικές, όπως η προαγορά, που εμπεριείχαν υψηλό ρίσκο καθώς δεν κάλυπταν πάντα την πιθανότητα κακής σοδειάς. Αντίστοιχα προβλήματα υπήρχαν και στο εισαγωγικό εμπόριο αλλά και σε αυτό που σχετιζόταν με τις διατροφικές ανάγκες των μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Κωνσταντινούπολη. Από την άλλη πλευρά μια σειρά από ειδικές συγκυρίες, όπως για παράδειγμα ο Κριμαϊκός πόλεμος, οδήγησαν στην αύξηση των εισαγωγών αλλά και την άνοδο των τιμών των δημητριακών, από τα οποία επωφελήθηκαν όσοι εμπορεύονταν σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη. Σε κάθε περίπτωση το εμπόριο, παρά τους κινδύνους του, διαμόρφωσε μεγάλο περιθώριο κέρδους, κινητοποίησε διαθέσιμα κεφάλαια και δημιούργησε υψηλές προσδοκίες κυρίως στους μη μουσουλμάνους, που αισθάνονταν επιπλέον μεγαλύτερη ασφάλεια με την εισαγωγή της ισονομίας με τους μουσουλμάνους κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων.


Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε μια ισχυρή ομάδα Ρωμιών επιχειρηματιών αλλά και Ελλήνων υπηκόων, που μαζί με Αρμένιους, Εβραίους και μουσουλμάνους κεφαλαιούχους εκμεταλλεύτηκαν τις ευνοϊκές συνθήκες για το εμπόριο που επικράτησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά το 19ο αιώνα και συνέδεσαν τις τύχες τους με την πορεία της οθωμανικής οικονομίας. Από αυτή την ομάδα ξεπήδησαν οι ελληνορθόδοξοι τραπεζίτες του Γαλατά. Ας σημειωθεί ότι οι τραπεζίτες αυτοί διέθεταν στην πλειονότητά τους και την οθωμανική υπηκοότητα, παρότι πολλοί επιδίωξαν και απέκτησαν την υπηκοότητα και άλλων κρατών, κυρίως την ελληνική, αλλά και τη βρετανική, τη γαλλική και την ολλανδική.


2. Οι εσωτερικές διασυνδέσεις της τραπεζικής ομάδας


Αν και υπήρχαν περιπτώσεις ανταγωνισμού, πολλοί από τους επιχειρηματίες αυτούς ανέπτυξαν ισχυρές συνεργασίες, οι οποίες συχνά εκτείνονταν σε βάθος χρόνου, και οργάνωσαν εμπορικά δίκτυα που τους επέτρεψαν να εκμεταλλευτούν τις επιχειρηματικές ευκαιρίες σε διαφορετικά μέρη της αυτοκρατορίας. Η τηλεγραφική σύνδεση της οθωμανικής επικράτειας με την Ευρώπη και η επέκταση του τηλεγράφου στα κυριότερα εμπορικά κέντρα της χώρας διευκόλυναν αυτές τις δραστηριότητες, όπως επίσης τις διευκόλυνε η ανάπτυξη των μεταφορών με το σιδηρόδρομο και την ατμοπλοϊκή συγκοινωνία. Ωστόσο, η διασύνδεση αυτών των

Μέγα Παλάτιον (Κωνσταντινούπολη)


Συγγραφή : Westbrook Nigel (21/12/2007) Μετάφραση : Πέτρακα Ελένη


1. Εισαγωγή

Το Μέγα Παλάτιον των Βυζαντινών αυτοκρατόρων στην Κωνσταντινούπολη ήταν η καρδιά των τελετών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί χίλια χρόνια και καταλάμβανε μια περιοχή η οποία σήμερα έχει κηρυχθεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς [εικ. 1].1 Το Μέγα Παλάτιον έχει μεγάλη πολιτιστική και ιστορική σημασία, καθώς άσκησε αξιόλογη επιρροή τόσο στη δυτικοευρωπαϊκή όσο και στην ανατολική αρχιτεκτονική των ανακτόρων, αποτελώντας το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορική αρχιτεκτονική και τη μεσαιωνική. Παρ’ όλ’ αυτά είναι εν μέρει μόνο γνωστό. Κατάλοιπά του βρίσκονται θαμμένα κάτω από μεταγενέστερα κτήρια, κυρίως κάτω από το Σουλτάν Αχμέτ τζαμί, και είναι γνωστά μόνο μέσα από κείμενα και παλαιότερες αναπαραστάσεις.

2. Το ανώτερο τμήμα του παλατιού και το Παλάτι της Δάφνης

Το αρχαιότερο τμήμα του Μεγάλου Παλατιού, το Παλάτι της Δάφνης, που χτίστηκε από το Μεγάλο Κωνσταντίνο και τους διαδόχους του τον 4ο και 5ο αιώνα, ήταν ένα συγκρότημα που πιστεύεται ότι καταλάμβανε την περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Σουλτάν Αχμέτ τζαμί. Σε άμεση γειτνίαση βρίσκονταν: ο Ιππόδρομος και τα γειτονικά παλάτια, τα Λουτρά του Ζευξίππου, το αυτοκρατορικό φόρο ή Αυγουσταίον, όπου ο Ιουστινιανός Α΄ έστησε το έφιππο άγαλμά του πάνω σε μνημειακή στήλη τον 6ο αιώνα, οι εκκλησίες της Αγίας Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και αργότερα του Αγίου Ιωάννου του Διιπίου στα βορειοανατολικά και οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος στα νοτιοανατολικά, η Μέση οδός, στην οποία τελούνταν οι θρίαμβοι και αργότερα σημαντικές πολιτικές και θρησκευτικές πομπές, η βιβλιοθήκη και η περίστυλη αυλή, που ονομαζόταν Βασιλική, και τα φόρα του

21/4/12

Ιππόδρομος Κωνσταντινούπολης

Συγγραφή : Barker John (8/1/2008) Μετάφραση : Πέτρακα Ελένη
1. Τοπογραφία

Ο ιππόδρομος ήταν ένας από τους πέντε τύπους χώρων δημόσιας ψυχαγωγίας στις πόλεις της Αρχαιότητας. Το ωδείο (αίθουσα μουσικών εκδηλώσεων) ήταν συγκριτικά μικρό σε μέγεθος και χωρητικότητα και το μοναδικό που ήταν στεγασμένο. Οι άλλοι χώροι, υπαίθριοι, είχαν διαφορετικές χρήσεις: το θέατρο, ημικυκλικού σχήματος, προοριζόταν για διάφορες σκηνικές παραστάσεις· το αμφιθέατρο, σχήματος ελλειπτικού, είχε αναπτυχθεί από τους Ρωμαίους για τα θεάματα με μονομαχίες και θηριομαχίες· το στάδιο ήταν επίμηκες, ορθογώνιο, με αψιδωτή τη μία στενή πλευρά του και προοριζόταν για αγώνες στίβου, ενώ ο ιππόδρομος (το ρωμαϊκό circus), με την ίδια ουσιαστικά μορφή, αλλά μεγαλύτερος, χρησιμοποιούνταν για ιπποδρομίες και αρματοδρομίες. Όλοι οι τύποι είχαν επάλληλες σειρές λίθινων κερκίδων χτισμένων πάνω σε εσωτερική θολωτή κατασκευή. Οι λειτουργίες τους αλληλοεπικαλύπτονταν ορισμένες φορές.

Ο Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης, που είχε πρότυπο τον Circus Maximus της Ρώμης, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους. Η βυζαντινή εκδοχή του είχε μήκος μεταξύ 450 και 480 μέτρων, εξωτερικό πλάτος 117 μέτρα και εσωτερικό πλάτος περίπου 80 μέτρα. Υπολογίζεται ότι χωρούσε περίπου 100.000 άτομα.1 Το νοτιοδυτικό ημικυκλικό άκρο (η σφενδόνη) επιστεφόταν με μια κιονοστοιχία.

20/4/12

Η μεταφορά αρχαίων έργων τέχνης στην Κωνσταντινούπολη

[Συγγραφή : Μπούνια Αλεξάνδρα (2/8/2007) Για παραπομπή: Μπούνια Αλεξάνδρα, «Η μεταφορά αρχαίων έργων τέχνης στην Κωνσταντινούπολη», 2007,Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Κωνσταντινούπολη www.ehw.gr/l.aspx?id=10956]


1. Η ιστορία της δημιουργίας της συλλογής αρχαιοτήτων

Constantinopolis dedicatur paene omnium urbium nuditate (Με την απογύμνωση όλων σχεδόν των πόλεων εγκαινιάζεται η Κωνσταντινούπολη).

Από την ίδρυσή της τον 4ο αιώνα από το Μεγάλο Κωνσταντίνο μέχρι την άλωσή της το 1204 από τους σταυροφόρους, η Κωνσταντινούπολη διέθετε μια συλλογή αρχαίων γλυπτών που δεν είχε αντίστοιχο σε καμία άλλη μεσαιωνική πόλη. Η συλλογή αυτή, συνειδητή δημιουργία του αυτοκράτορα και των συμβούλων του, απαρτιζόταν στο μεγαλύτερό της μέρος από έργα τέχνης προγενέστερα του 4ου αιώνα, τα οποία είχαν μεταφερθεί στη νέα πρωτεύουσα από πόλεις και ιερά ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τη συλλογή του Κωνσταντίνου συνέχισαν οι διάδοχοί του έως και τον 6ο αιώνα, οπότε ο Ιουστινιανός έθεσε τέλος σε αυτή τη συνήθεια. Μέχρι τότε όμως εκατοντάδες αρχαία μνημεία είχαν χρησιμοποιηθεί για τη διακόσμηση της Βασιλεύουσας. Τον Απρίλιο του 1204 οι στρατιώτες της Δ΄ Σταυροφορίας, αφού κατέλαβαν την Πόλη, τη λεηλάτησαν. Κατέστρεψαν μεγάλο μέρος των γλυπτών της, ενώ άλλα τα μετέφεραν στη Δύση. Ό,τι απέμεινε καταστράφηκε ολοκληρωτικά το Μάιο του 1453, όταν η Πόλη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών και λεηλατήθηκε για μία ακόμη φορά.

11/4/12

Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης μετά τη συνθήκη της Λωζάννης


1. Εισαγωγή

Η θεσμική οργάνωση της ρωμαίικης μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη είναι το ζήτημα που θα μας απασχολήσει. Θα μελετηθεί η συγκεκριμένη μειονότητα και όχι η άμεση σχέση της με τις κρατικές πολιτικές που υιοθέτησαν τόσο το τουρκικό όσο και το ελληνικό κράτος απέναντί της. Σαφώς και οι διεθνείς συγκυρίες και οι πολιτικές σχέσεις των δύο κρατών επηρέασαν και επηρεάζουν καταλυτικά τη μειονότητα. Είναι όμως σημαντικό να διερευνήσουμε πώς αυτοοργανώνεται η ρωμαίικη μειονότητα και ποιοι είναι οι ρυθμιστικοί παράγοντες, οι μορφές οργάνωσης και τα κέντρα εξουσίας της.

Με τη συνθήκη της Λωζάννης διαμορφώθηκε ένα «καθεστώς μειονότητας» για τους εναπομείναντες ορθόδοξους πληθυσμούς στην Τουρκία και έτσι ουσιαστικά συγκροτείται η μειονότητα των Ρωμαιοορθόδοξων.1 Δημιουργείται δηλαδή ένα θεσμικό πλαίσιο διεκδίκησης δικαιωμάτων στην ετερότητα· ένα πλαίσιο οργάνωσης των θεσμών που εξασφαλίζουν τη «διαφορετική» εκπαίδευση, τη «διαφορετική» λατρεία κ.λπ. και τις μορφές αλληλεγγύης που προκύπτουν από αυτά. Σε αυτό το νέο πλαίσιο η «νέα» μειoνότητα έκανε προσπάθειες αναπροσαρμογής στις νέες συνθήκες.2

Η κατάργηση του Μεικτού Εθνικού Συμβουλίου και η συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων του Πατριαρχείου στις θρησκευτικές υποθέσεις της κοινότητας με τη συνθήκη της Λωζάννης δημιούργησαν κενό στην αντιπροσώπευση και τη διαχείριση των υποθέσεων της μειονότητας. Εν τω μεταξύ η Τουρκία απέφευγε να δώσει στη μειονότητα, αλλά και στις κοινότητες, νομική υπόσταση, νομικό πρόσωπο. Η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία υπήρξε εξαιρετικά καχύποπτη και απρόθυμη να δημιουργήσει ενδιάμεσους/παράλληλους θεσμούς μεταξύ της ίδιας και των μειονοτικών πολιτών της. Έτσι, το αρκετά εξελιγμένο οργανωτικό πλαίσιο που κληρονόμησε η ορθόδοξη κοινότητα βρέθηκε στο κενό, όταν αυτή μετατράπηκε σε μειονότητα.

Η ιστορία της οργάνωσης της κοινότητας συνδέεται άρρηκτα με τη μοίρα της διαχείρισης της περιουσίας της. Νομικά οι τουρκικές αρχές δεν αναγνώριζαν κοινότητες, αλλά επιμέρους ιδρύματα, εκκλησίες, σχολές. Οι τουρκικές αρχές αντιμετώπιζαν τις διάφορες κοινότητες ως ξεχωριστά βακούφια και όχι ως ένα ενιαίο σύνολο με μια διοικητική αρχή στην κεφαλή. Έτσι ένα σημαντικό ζήτημα που τέθηκε εξ αρχής αφορούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας.3

21/10/10

Αναγκαστικός εποικισμός της Κωνσταντινούπολης

Κωνσταντινούπολη 1450

Κατά την περίοδο της επέκτασης του οθωμανικού κράτους, οι σουλτάνοι εφάρμοζαν συστηματικά την πολιτική των εποικισμών με στόχο την επιτυχή ενσωμάτωση των νεοκατακτημένων περιοχών στις κρατικές και κοινωνικές δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι εποικισμοί αυτοί αφορούσαν αφενός την εγκατάσταση μουσουλμανικού πληθυσμού σε μια νεοκατακτηθείσα περιοχή και αφετέρου την απομάκρυνση και το διασκορπισμό μέρους του εντόπιου πληθυσμού σε άλλες περιοχές – στόχος ήταν η διάσπαση της ενότητας και του συμπαγούς χαρακτήρα του ντόπιου πληθυσμού, που σε μια πρόσφατα κατακτηθείσα περιοχή δε θα ενέπνεε ασφάλεια ως προς τη νομιμοφροσύνη του. Εκτός αυτών, οι μετακινήσεις πληθυσμού αποσκοπούσαν και στην πληθυσμιακή αναζωογόνηση πόλεω