Παρθενώνας

Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας.

Iknow...

...κλείσε την ελληνική τηλεόραση...σταμάτα να μπαίνεις στο Facebook για να κρυφοκοιτάς τις ζωές των άλλων...ζήσε την στιγμή ... δέν χρειάζεται να την τραβήξεις σε βίντεο, να την ανεβάσεις στο internet για να επιβεβαιώθείς από τους δικτυακούς φίλους σου ότι πράγματι ζείς...σταμάτα επιτέλους να αναπαράγεις τις δήθεν ειδήσεις και μπουρδολογίες που ξεκινούν από το πληκτρολόγιο του κάθε μαλάκα και στρατευμένου στο ιντερνετ...μήν δέχεσαι την άποψη του κάθε τυχάρπαστου περαστικού και ότι γράφει στο twitter σαν είδηση...μην δέχεσαι να στο επιβάλει ο ο 30φυλλόπουλος ή ο κάθε Ευαγγελάτος αυτό... βγές από αυτό το blog τώρα...επιλεκτική αναπαραγωγή άρθρων κάνει... και επιτέλους ξεκίνα να διαβάζεις και κανένα βιβλίο...κατά προτίμηση όχι άρλεκιν ή μυθιστόρημα που βασίστηκε η τελευταία ταινία του κατα τα άλλα συμπαθή Batman...Μιά οθόνη μας κλείνει τον ορίζοντα, παίρνει δωρεάν τον χρόνο μας και τον πουλάει σε διαφημιστές...χωρίς να μας δίνει ποσοστό...Η ζωή μας έχει ναυαγήσει σε Ξενόφερτα προσωπεία... και εμείς σαν Έλληνες ζούμε τον 'ομαδικό μας ναρκισσισμό'...περιμένοντας με αγωνία και διάχυτο μαζοχισμό τα βραδυνά δελτία ειδήσεων για να δούμε τί σκέφτονται οι ξένοι για εμάς και με ποιό νέο τρόπο θα μας προσβάλλουν για άλλη μια φορά οι 'κουτόφραγκοι'...

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831(Ιουλιανό)στο Νάυπλιο από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. (Έργο του Χαράλαμπου Παχή β ήμιση 19ου αιώνα)

Κνωσός

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή. Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

Μέγας Αλέξανδρος κατά Δαρείου στη μάχη της Ισσού 333 π.χ.

Η Μάχη της Ισσού, ψηφιδωτό, ρωμαϊκό αντίγραφο Ελληνικού έργου του 4ου αιώνα π.Χ(Μουσείο Νάπολης).

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9/1/16

Η θεωρία της Rimland: Η θεωρία της Rimland στην Ανατολική Μεσόγειο

Η εφαρμογή της Rimland στην Ανατολική Μεσόγειο
 Αραβικός κόσμος και «Άνοιξη»
 Τυνησία
     Η έντονη επιθυμία των πολιτών για αλλαγή ήταν χωρίς αμφιβολία η
κοινωνική βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε και αναπτύχθηκε η Αραβική
Άνοιξη. Αν θυμηθεί κανείς πολλά από τα πεπραγμένα των δικτατόρων και των κυβερνήσεών τους σε χώρες όπως η Αίγυπτος, η Λιβύη και η Τυνησία,
ανεξάρτητα από τον διαφορετικό τρόπο διαχείρισης της εξουσίας και τις κατά καιρούς επιλογές που αποσκοπούσαν μόνο στη διατήρησή της, τότε εύκολα γίνεται κατανοητό το έντονο συναίσθημα οργής που χαρακτήρισε τη
συμπεριφορά των πρωταγωνιστών της Άνοιξης στις πρώτες ημέρες της.
     Η άποψη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό είναι το κριτήριο με βάση το
οποίο προσδιορίζεται το περιεχόμενο κάθε κινηματικής διαδικασίας, άρα και της Αραβικής Άνοιξης. Το βασικό ερώτημα εδώ είναι αν πρόκειται απλώς για
εξέγερση ή αποτελεί κοινωνική επανάσταση. Διαφορά ενδιαφέρουσα και
σημαντική, διότι, όπως αναφέρει η Αμερικανίδα καθηγήτρια Theda Skocpol στο βιβλίο της «States and Social Revolutions», η εξέγερση είναι αντίδραση
καταπιεσμένων που δεν οδηγεί απαραίτητα σε κοινωνικούς

15/12/15

ΤΟ ΙΣΛΑΜ, ΤΑ ΔΥΟ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΡΕΥΜΑΤΑ (ΣΟΥΝΙΤΕΣ ΚΑΙ ΣΙΙΤΕΣ) ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΒΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ

Οι διαμάχες για τη διαδοχή του Μωάμεθ, μετά το θάνατό του, προκάλεσαν σχίσμα στο Ισλάμ, με συνέπεια τη διάσπαση των μουσουλμάνων σε δύο κυρίαρχα ρεύματα: τους Σουνίτες, που αποτελούν τη πλειοψηφία των μουσουλμάνων, και τους Σιίτες, οι αποτελούν τη μειοψηφία. Οι διαφορές και οι διαμάχες των ανωτέρω κινημάτων επεκτάθηκαν τόσο στο επίπεδο του δόγματος της πίστης όσο και στο επίπεδο της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας.

6/12/15

Η θεωρία της Rimland. Από την εφαρμογή της Rimland, στον έλεγχο της ενέργειας

Από την εφαρμογή της Rimland, στον έλεγχο της ενέργειας. (2) Συνέχεια από ''Η θεωρία της Rimland''
Heartland Theory vs. Rimland Theory

Ο ρόλος της ενέργειας στο πέρασμα του χρόνου.

Από την αρχαιότητα κιόλας οι άνθρωποι έδιναν βαρύνουσα σημασία στις φυσικές πηγές ενέργειας. Από την ελληνική μυθολογία και μετέπειτα στα Ομηρικά έπη διακρίνεται η σημασία της αιολικής ενέργειας βάση του μύθου του ασκού του Αιόλου. Οι αρχαίοι Έλληνες κατανοούσαν πως τα στοιχεία της φύσης με την κατάλληλη χρήση ήταν ικανά να παράγουν δύναμη και ενέργεια αποδοτικότερη από αυτή των ανθρώπων, Οι αρχαίοι Σουμέριοι και Ασσύριοι παρατηρούσαν να αναβλύζει από τα έγκατα της γης πετρέλαιο που το χρησιμοποίησαν αρχικά για την στεγανοποίηση πλοίων και αρδευτικών έργων. Μόνο στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους οι Πέρσες και οι Άραβες ενδιαφέρθηκαν να το διυλίσουν σε φωτιστικό πετρέλαιο, και οι τελευταίοι να το κάνουν γνωστό στην Ευρώπη τον 12ο μ.Χ αιώνα. Τον 19ο αιώνα, η χρήση του φωτιστικού πετρελαίου δεν διέφερε πολύ από αυτή κατά τον μεσαίωνα. Μόνο με την ανακάλυψη της μηχανής εσωτερικής καύσης επήλθε και η ανάγκη για περεταίρω διύλιση του πετρελαίου και ανάπτυξη των πετρελαιοειδών. Από το 1870

30/11/15

Η θεωρία της Rimland

Ορισμός και ερμηνεία

Στις απαρχές του 20 ου αιώνα γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν αρχές και ιδέες γεωπολιτικής σημασίας που μέχρι και σήμερα φαντάζουν επίκαιρες, αναλόγως την οπτική σκοπιά που τις μελετά κανείς. Οι δύο από τις γνωστότερες θεωρίες είναι από την μία του Mackinder("Heartland" )και από την άλλη του  Spykman("World Island Rimland").

Και οι δύο θεωρίες είχαν σαν κεντρική σκέψη πως η σημερινή Ευρώπη και Ασία αποτελούν ένα τεράστιο νησί όπως φαίνεται στην εικόνα

  και όποιος καταφέρει να το «υποτάξει» θα είναι και ο παγκόσμιος «αστυφύλαξ», ο κυρίαρχος της υφηλίου.

Ο Nicholas Spykman

27/11/15

Από τον Κάλβιν στο χαλιφάτο

By John M. Owen IV 
26/11/2015
foreignaffairs.gr
François Dubois

Σχεδόν έναν αιώνα αφότου εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Αίγυπτο, το πολιτικό Ισλάμ επαναπροσδιορίζει τον μουσουλμανικό κόσμο. Επίσης αποκαλούμενη ως Ισλαμισμός, αυτή η ισχυρή ιδεολογία υποστηρίζει ότι η παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα που μετρά δισεκατομμύρια ανθρώπων θα είναι ελεύθερη και μεγάλη μόνο αν είναι ευσεβής -δηλαδή, αν οι Μουσουλμάνοι ζουν κάτω από κρατικά επιβαλλόμενο ισλαμικό νόμο, ή αλλιώς της σαρία, όπως έχουν κάνει στο μεγαλύτερο μέρος της ισλαμικής ιστορίας. Οι Ισλαμιστές εδώ και καιρό ήρθαν αντιμέτωποι με τους Μουσουλμάνους που απορρίπτουν την σαρία, όπως και με μη-Μουσουλμάνους, οι οποίοι προσπαθούν να τους κάνουν να την απορρίψουν. Κατά καιρούς καλόπιστες και μερικές φορές βίαιες, οι συγκρούσεις αυτές έχουν πυροδοτήσει τις επαναστάσεις στην Αίγυπτο το 1952 και το Ιράν το 1979, τις επιθέσεις της αλ Κάιντα το 2001, την Αραβική Άνοιξη το 2011, και την άνοδο ριζοσπαστικών ισλαμιστικών ομάδων, όπως το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS).

Δεν είναι το Ισλάμ η θρησκεία που δημιουργεί διχόνοια. Αντίθετα, το πρόβλημα είναι μια βαθιά διαφωνία μεταξύ των Μουσουλμάνων για τον βαθμό

21/11/15

Η στρατηγική του ISIS:Τι κρύβεται πίσω από τα χτυπήματα σε Παρίσι,Βηρυτό,Αίγυπτο

Power Politics
 
isis terror
Μία εβδομάδα έχει περάσει σχεδόν από το τρομοκρατικό χτύπημα του Ισλαμικού Κράτους στην καρδιά της Ευρώπης, το Παρίσι, που σε συνδυασμό με τα άλλα τρομοκρατικά χτυπήματα σε Βηρυτό και Σινά συγκλόνισαν την  παγκόσμια υφήλιο. Οι παραπάνω τραγωδίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο περισσότερων από 300 αθώων, αμάχων ανθρώπων. Αναμφίβολα η νύχτα της 13ης Νοεμβρίου θα αποτελέσει μια τομή στην ανθρώπινη ιστορία, αντίστοιχη με την 11η Σεπτεμβρίου 2001.
Η συζήτηση στον απόηχο των γεγονότων είναι

9/11/15

ΣΧΕΣΕΙΣ ΡΩΣΙΑΣ-ΙΡΑΚ (από τον Yeltsin εώς τον Ayad Allawi)

Η ανάπτυξη των σχέσεων
Τα πρώτα χρόνια της θητείας του Yeltsin οι σχέσεις των χωρών επικεντρώθηκαν κυρίως σε οικονομικά ζητήματα. Καθώς η Ρωσία δεν λάμβανε καμία οικονομική βοήθεια από τα πλούσια, φιλοδυτικά, πετρελαιοπαραγωγά κράτη, κυρίως την Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, αποτελούσε οικονομική αναγκαιότητα να στραφεί σε πιο ριζοσπαστικά κράτη, όπως το Ιράκ, την Λιβύη. Παράλληλα η στρατηγική θέση του Ιράκ στον

2/11/15

Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ-ΙΣΤΟΡΙΑ

Γεωγραφία

Η Συρία είναι μια χώρα της Μέσης Ανατολής που εκτείνεται μεταξύ του Ευφράτη ποταμού, της Αραβικής ερήμου και της Μεσόγειου θάλασσας.

1/11/15

Η τουρκική πολιτική της τρομοκρατίας

Υπάρχει ένας μακρόχρονος μύθος στην Τουρκία για τους αξιωματικούς της εγχώριας Υπηρεσίας Πληροφοριών -ότι η πεμπτουσία της μεταμφίεσης ενός νέου πράκτορα στο πεδίο είναι να υποδύεται τον μικροπωλητή Simit (τουρκικά κουλούρια) ενώ κατασκοπεύει σε ένα κολέγιο ή σωματείο ύποπτο για υπονομευτική δράση. Αφού βρει ένα βολικό σημείο για να πωλεί κουλούρια κοντά στον τόπο που του έχει ανατεθεί, ο κατάσκοπος-πωλητής στην συνέχεια θα πραγματοποιεί μια καθημερινή ρουτίνα λαθρακρόασης και επιτήρησης. Είτε πρόκειται για γελοιοποίηση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Τουρκίας (ΜΙΤ) από την Αριστερά είτε όχι, από τις 11 Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξε μια εκθετική αύξηση του αριθμού των προμηθευτών κουλουριών και λαχειοπωλών γύρω από την παλιά πολυκατοικία μου στην Άγκυρα, η οποία εφάπτεται της πύλης του προξενείου της πρεσβείας των Ηνωμένων Πρεσβεία.
Ακόμη και αν οι πράκτορες της MIT χρησιμοποιούν περισσότερο εξελιγμένα μέσα αναγνώρισης και καμουφλάζ, το κύρος του οργανισμού είναι σε ένα ιστορικό χαμηλό. Η τρομοκρατική επίθεση στην Άγκυρα στις 10 Οκτωβρίου ήταν η

26/8/13

Τί είναι η κοινωνική ασφάλιση και ποιά η ιστορία της

Κοινωνική ασφάλιση είναι η δραστηριότητα με την οποία το κράτος άμεσα ή με τη μεσολάβηση οργανισμών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του προσφέρει στον εργαζόμενο, αντί ορισμένης τακτικής χρηματικής καταβολής, υλικές παροχές και υπηρεσίες σε περιπτώσεις ασθένειας, σωματικής ή πνευματικής βλάβης, αναπηρίας και γήρατος. Οι δαπάνες καλύπτονται με τις υποχρεωτικές εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, τις οποίες έχουν θεσπίσει οι σύγχρονες νομοθεσίες.

Η εμφάνιση συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης συνδέεται στενά με τη βιομηχανική ευρωπαϊκή επανάσταση του 19ου αι. και την πλήρη ανεπάρκεια της δημόσιας ή ιδιωτικής αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων κοινωνικών συνθηκών.

Στατιστικές που αναφέρονται στη Γερμανία, για το έτος 1877, δείχνουν ότι σε μερικές κατηγορίες της βιομηχανίας, οι εργάτες ασθενούσαν σε ποσοστό μεταξύ 65% και 80%, ενώ τα βρέφη μητέρων που δούλευαν σε βιομηχανίες, όπου χρησιμοποιούσαν φώσφορο και μόλυβδο πέθαιναν κατά 40% στον πρώτο χρόνο και κατά 70% στα τρία πρώτα χρόνια. Τα εργατικά ατυχήματα ήταν πάρα πολλά και η ασθένεια του εργαζόμενου οδηγούσε την οικογένεια στη δυστυχία.

Σε αυτή την κατάσταση, οι εργαζόμενοι άρχισαν να συνασπίζονται και τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα συνδικάτα, τα οποία λειτούργησαν συχνά και ως σωματεία εργατικής αλληλοβοήθειας. Τα μέλη τους αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν περιοδικά ορισμένα ποσά, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κοινό ταμείο προορισμένο να βοηθά τα μέλη που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες στη ζωή και την εργασία τους. Αποδείχτηκε όμως σύντομα ότι η αλληλοβοήθεια ήταν ανίκανη να προστατεύσει με θετικό τρόπο τον εργαζόμενο και να καλύψει τις ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του, σε περιπτώσεις ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου. Παράλληλα, μερικές μεγάλες βιομηχανίες, όπως π.χ. των Κρουπ στη Γερμανία, άρχιζαν να ανησυχούν για τις συχνές ασθένειες και απουσίες του ειδικευμένου προσωπικού, που είχαν δυσμενή αντίκτυπο στον ρυθμό της παραγωγής.

Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και οι κοινωνικοί αγώνες επηρέαζαν καθοριστικά το γενικό κλίμα της εποχής. Το 1883 υποβλήθηκε στο γερμανικό κοινοβούλιο ένα νομοσχέδιο για την υποχρεωτική α. ασθένειας και μητρότητας που έγινε δεκτό, έπειτα από σφοδρές συζητήσεις και αντιδράσεις. Έναν χρόνο αργότερα, η Γερμανία ψήφισε τον νόμο της υποχρεωτικής ασφάλισης κατά των ατυχημάτων και το 1889 τον νόμο για την υποχρεωτική α. κατά της αναπηρίας και του γήρατος. Έτσι, την αρχή της εθελοντικής α. και αλληλεγγύης, χαρακτηριστικό των σωματείων αλληλοβοήθειας, αντικατέστησε η υποχρέωση του εργοδότη να ασφαλίζει από καθορισμένους κινδύνους, στους οποίους εκθέτονταν οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του.

Η απήχηση που είχαν οι γερμανικοί νόμοι ήταν τεράστια και πολλές χώρες ακολούθησαν γρήγορα τον ίδιο δρόμο. Στις αρχές του 20ού αι. δεν υπήρχε ακόμα πρόνοια για έναν μόνο κίνδυνο: την ανεργία. Οι Γερμανοί νομοθέτες θεώρησαν ότι αυτή η μορφή ασφάλισης ήταν απραγματοποίητη. Την αντίληψη αυτή διέψευσε ο Λόιντ Τζορτζ στην Αγγλία, ο οποίος κατόρθωσε, υπερνικώντας σφοδρές αντιδράσεις, να ψηφιστεί από το αγγλικό κοινοβούλιο ο σχετικός νόμος, το 1911.

1/6/13

Ρωσοφινλανδικός πόλεμος του 1939 ή Χειμερινός Πόλεμος



Ο Ρωσοφινλανδικός πόλεμος του 1939 ή Χειμερινός Πόλεμος ήταν η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Φινλανδίας το 1939-40. Ξεκίνησε με τη σοβιετική εισβολή στο φινλανδικό έδαφος την 30η Νοεμβρίου 1939 και τελείωσε στις 13 Μαρτίου 1940 με τη συνθήκη ειρήνης της Μόσχας. Η Κοινωνία των Εθνών καταδίκασε ως παράνομη την επίθεση και απέβαλε από τις τάξεις της τη Σοβιετική Ένωση στις 14 Δεκεμβρίου 1939.
Οι σοβιετικές δυνάμεις ήταν τριπλάσιες σε αριθμό έναντι των φινλανδικών δυνάμεων, είχαν 30 φορές μεγαλύτερη αεροπορική δύναμη και εκατονταπλάσιο αριθμό τεθωρακισμένων. Ο Κόκκινος Στρατός παρόλα αυτά ήταν αποδυναμωμένος και σε φάση αναδιοργάνωσης, ύστερα από τις μαζικές εκκαθαρίσεις που είχε κάνει το 1937 ο ηγέτης της ΕΣΣΔ Στάλιν, εκκαθαρίσεις κατά τις οποίες εκτελέστηκε μεγάλος αριθμός ικανών αξιωματικών και χαρισματικών στρατηγών όπως ο Μιχαήλ Τουχατσέφσκι, εξαιτίας της ανασφάλειας του Σοβιετικού ηγέτη προς το σώμα των παλαιών στρατιωτικών λόγω της πιθανότητας ανατροπής του. Συγκεκριμένα 30.000 αξιωματικοί είχαν εκτελεσθεί ή φυλακιστεί, κυρίως ανώτερων και ανώτατων βαθμών. Οι διωγμοί αυτοί πτόησαν το ηθικό των Σοβιετικών στρατιωτών που αναγκάζονταν να ακολουθήσουν άπειρους αξιωματικούς και στέρησαν τον στρατό από έμπειρους ηγήτορες. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων με το υψηλό φρόνημα των Φινλανδών οι οποίοι μάχονταν υπέρ βωμών και εστιών, είχε ως αποτέλεσμα μια εξαιρετικώς σθεναρή αντίσταση εκ μέρους των φινλανδικών δυνάμεων και την αναποτελεσματικότητα των σοβιετικών.
Οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν με τη Συνθήκη της Μόσχας το Μάρτιο του 1940. Η Φινλανδία απώλεσε το 11% των εδαφών της και το 30% των γεωοικονομικών πηγών της που πέρασαν στην κατοχή της Σοβιετικής Ένωσης.[1] Κατάφερε, ωστόσο, να διατηρήσει την ανεξαρτησία της. Η ΕΣΣΔ από την άλλη βγήκε από τον πόλεμο αυτό με βαρύτατες απώλειες στα πεδία της μάχης και τραυματισμένη τη διεθνή της φήμη.[1] Ο αντικειμενικός σκοπός της σοβιετικής εισβολής, που ήταν η κατάκτηση όλης της Φινλανδίας δεν επετεύχθη, κατάφερε όμως η Ε.Σ.Σ.Δ να καρπωθεί σημαντικά εδάφη γύρω από τη λίμνη Λάντογκα, τα οποία έπαιξαν τον ρόλο αμυντικής περιμέτρου της σοβιετικής πόλης του Λένινγκραντ.

Ιστορικό υπόβαθρο

Η πολιτική κατάσταση στη Φινλανδία

4/2/13

Ο Αντενάουερ ώς ηγετική προσωπικότητα (Konrad Adenauer)


∆ιλήμματα αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο ήταν η οικοδόμηση μιας βιώσιμης δημοκρατικής δομής της κυβέρνησης. Αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολος στόχος σε μία χώρα στην οποία η πλειοψηφία των ανθρώπων ήταν κάποια στιγμή ενθουσιώδης Ναζί.

9/12/12

O Φαραώ Μόρσι… Μουμπάρακ


Ξεκινώντας διμέτωπο αγώνα με τα απομεινάρια του καθεστώτος Μουμπάρακ αλλά και τους πρωτεργάτες της επανάστασης, ο πρόεδρος της Αιγύπτου μετατρέπεται σε έναν ακόμη δικτάτορα.
Τις ημέρες της μεγάλης αιγυπτιακής εξέγερσης για την ανατροπή του Χόσνι Μουμπάρακ σημειώθηκε και η λεγόμενη «μάχη της καμήλας» στην πλατεία Ταχρίρ. Για πρώτη φορά οι διαδηλωτές δεν βρέθηκαν αντιμέτωποι με δυνάμεις της αστυνομίας ή του στρατού αλλά και με «απλούς πολίτες» που δήλωναν υποστηρικτές του προέδρου. Όπως αποδείχτηκε βέβαια ήταν πληρωμένοι δολοφόνοι, λούμπεν στοιχεία της Αιγυπτιακής πρωτεύουσας που αναλάμβαναν να επιτεθούν στους συγκεντρωμένους για ένα μεροκάματο.

Αρκετοί θυμήθηκαν εκείνη την ημέρα όταν την περασμένη εβδομάδα οπαδοί των Αδελφών Μουσουλμάνων επιτέθηκαν με τρομακτική βία εναντίον όσων διαδήλωναν έξω από το προεδρικό μέγαρο – λίγα μόλις χιλιόμετρα από την πλατεία Ταχρίρ. Πριν η αντιπαράθεση πάρει τη μορφή γενικευμένης σύγκρουσης με έξι νεκρούς, οι επιτιθέμενοι έριξαν βροχή από πέτρες στους συγκεντρωμένους, έσκισαν τα πρόχειρα καταλύματα τους ενώ σύμφωνα με πληροφορίες χρησιμοποίησαν και αληθινά πυρά. Στο πλευρό των οπαδών του προέδρου Μόρσι βρέθηκαν σύντομα και άρματα μάχης, ομάδες σαλαφιστών και μέλη της οργάνωσης Γκαμάα αλ Ισλαμίγια. Ανάμεσα στα θύματα αυτής της επίθεσης ήταν ένα μέλος της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Συμμαχίας και ένα από το κόμμα των Επαναστατών Σοσιαλιστών.

Δεν είναι όμως μόνο η βαναυσότητα των οπαδών του Μόρσι που επέτρεψε σε αρκετούς από τους αντιπάλους του να τον συγκρίνουν με τον Μουμπάρακ και να θυμηθούν τη μάχη της καμήλας. Όπως και ο προκάτοχός του, ο Μόρσι επιχειρεί να συσπειρώσει τους οπαδούς του καταδικάζοντας «ξένες δυνάμεις» και την «εβραϊκή απειλή». Στην πραγματικότητα, όπως αποδείχθηκε την περασμένη εβδομάδα, απολαμβάνει της στήριξης της Δύσης και κυρίως της Ουάσινγκτον, η οποία μετά την Αραβική Άνοιξη ποντάρει στις οπισθοδρομικές δυνάμεις των Αδελφών Μουσουλμάνων για να διατηρήσει τη σφαίρα επιρροής της στη Μέση Ανατολή. Με την μεσολάβησή του μετά την ισραηλινή επιδρομή στη Γάζα ο Μόρσι θέλησε να αποδείξει σε αμερικανούς και ευρωπαίους ότι μπορεί να ασκήσει έλεγχο στην Χαμάς – η οποία άλλωστε όταν δημιουργήθηκε αποτελούσε πνευματικό τέκνο των Αδελφών Μουσουλμάνων. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι φαντάζουν πλέον στα μάτια της Δύσης σαν μια σταθερή δύναμη ή οποία αν δεν ενισχύσει τουλάχιστον δεν θα εμποδίσει τα επιθετικά σχέδια της Ουάσινγκτον και του Τελ Αβίβ εναντίον της Συρίας και του Ιράν. Κυρίως όμως φαντάζουν σαν τη μοναδική δύναμη που μπορεί να αποτρέψει ένα νέο επαναστατικό κύμα σε μια χώρα που εξακολουθεί να αποτελεί τον φάρο ολόκληρου ου αραβικού κόσμου.

Την ίδια ώρα οι επαφές ανώτατων στελεχών των αδελφών μουσουλμάνων με την αμερικανική πρεσβεία στο Κάιρο είναι πλέον σχεδόν καθημερινές ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέφυγε να καταδικάσει τη βία της κυβέρνησης απέναντι στους διαδηλωτές καλώντας σε «αυτοσυγκράτηση» και τις δυο πλευρές. Για την ακρίβεια οι ανακοινώσεις των αμερικανών διπλωματών θυμίζουν έντονα τη στάση των ΗΠΑ τις πρώτες ημέρες της αιγυπτιακής επανάστασης , όταν ακόμη η Ουάσινγκτον πίστευε ότι θα καταφέρει να διατηρήσει τον Χόσνι Μουμπάρακ στην εξουσία.

Οι διαφορές βέβαια με τη «μάχη της καμήλας» και τις πολιτικές ισορροπίες που τη συνόδευαν είναι μεγάλες: Οι οπαδοί του προέδρου δεν  είναι πληρωμένοι τραμπούκοι αλλά ψηφοφόροι ενός δημοκρατικά εκλεγμένου κόμματος. Και οι διαδηλωτές όμως, στην πλειονότητά τους, δεν ξεκίνησαν ζητώντας την ανατροπή του ηγέτη της χώρας αλλά την ακύρωση των προεδρικών διαταγμάτων με το οποίο έδωσε στον εαυτό του δικτατορικές εξουσίες. Παράλληλα ζητούσαν την αναβολή του δημοψηφίσματος για το νέο σύνταγμα που συνέταξαν οι συνεργάτες του προέδρου κυριολεκτικά εν μια νυκτί.

Από την πλευρά του ο Μόρσι δεν βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με τη λαϊκή οργή των φιλελεύθερων και αριστερών δυνάμεων της αιγυπτιακής κοινωνίας αλλά και με τα απομεινάρια από το βαθύ κράτος του Μουμπάρακ, τα οποία προσπαθούν απεγνωσμένα να γαντζωθούν στην εξουσία. Το αντιδημοκρατικό ξέσπασμα του προέδρου άλλωστε αποτελούσε την απάντηση των Αδελφών Μουσουλμάνων στο δικαστικό πραξικόπημα με το οποίο το βαθύ κράτος επιχειρούσε να καταργήσει τη συντακτική συνέλευση. Οι δικαστές, οι διπλωμάτες αλλά και οι στρατιωτικοί που είχαν τοποθετηθεί στις θέσεις τους από το καθεστώς Μουμπάρακ επιχείρησαν και για ένα διάστημα κατάφεραν να παγώσουν κάθε λειτουργία του κράτους. Να σημειωθεί ότι ανάλογη ανταρσία αναμένεται και κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος που έχει οριστεί για τις 15 Δεκεμβρίου.

Για να προλάβει αυτές τις εξελίξεις ο Μόρσι ακύρωσε κάθε διάλογο για το Σύνταγμα και προσπάθησε να θωρακίσει την εξουσία του με προεδρικά διατάγματα.

Στόχος των Αδελφών Μουσουλμάνων όμως δεν είναι να προστατεύσουν τη δημοκρατία στην Αίγυπτο – γεγονός που ίσως να δικαιολογούσε στα μάτια ορισμένων τη λήψη έκτακτων μέτρων – αλλά να θεμελιώσουν συνταγματικά την εξουσία τους απέναντι σε όλους ανεξαιρέτως τους αντιπάλους τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στενοί συνεργάτες του προέδρου, τους οποίους ο ίδιος είχε τοποθετήσει σε θέσεις συμβούλων, παραιτήθηκαν τις προηγούμενες ημέρες καταδικάζοντας την αυταρχική στάση του Μόρσι.

Ποντάροντας μόνο στον σκληρό πυρήνα των ισλαμιστών και την ανοχή της Δύσης ο Μόρσι απομονώθηκε όχι μόνο από τα στοιχεία του παλαιού καθεστώτος αλλά και από τις δυνάμεις που πρωτοστάτησαν στην ανατροπή του Μουμπάρακ. Ήδη τα συνδικάτα στις μεγάλες κλωστοϋφαντουργίες της πόλης Μαχάλα (το σπίρτο που άναψε την πρώτη φωτιά για την αιγυπτιακή επανάσταση) οργανώνονται για τη νέα αντιπαράθεση με ένα ακόμη αυταρχικό καθεστώς.

Αυτή η πολυεπίπεδη μάχη όμως ανάμεσα σε διαφορετικά τμήματα της πολιτικής και οικονομικής ελίτ αλλά και των μεγάλων λαϊκών μαζών που αναζητούν τους καρπούς της επανάστασής τους, μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες εξελίξεις. Αν ο Μόρσι εμμείνει στην αδιάλλακτη στάση της κρατικής και παρακρατικής βίας εναντίον των αντιπάλων του όλα τα σενάρια πέφτουν στο τραπέζι. Ακόμη και αυτό του εμφυλίου πολέμου.

Αρης Χατζηστεφάνου

ΠΡΙΝ 9/12/2012

17/11/12

Συρία και τουρκο-ιρανικές σχέσεις

Γράφει ο Χρήστος Μηνάγιας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΟΥΣ ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟΝ ΙΣΧΥΡΟΤΕΡΟ

Όταν ξεκίνησε η Αραβική Άνοιξη, το Ιράν υποστήριξε τους εξεγερμένους των χωρών αυτών και επιδίωξε να προσδώσει σε αυτήν το χαρακτήρα μιας ισλαμικής εξέγερσης, η οποία εναντιωνόταν στο υπάρχον status quo της Μέσης Ανατολής.

Μόλις όμως η εξέγερση επεκτάθηκε στη Συρία, η Τεχεράνη τήρησε μια εντελώς διαφορετική στάση και υποστήριξε εμφανώς το μπααθικό καθεστώς της Δαμασκού προκειμένου αυτό να διατηρηθεί στην εξουσία. Επίσης, η κρίση στη Συρία άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τη φυσιογνωμία της Αραβικής Άνοιξης με αποτέλεσμα το Ιράν να πιστωθεί με ιδεολογικά, στρατηγικά και γεωπολιτικά οφέλη.

Ως γνωστόν, η Συρία αποτελεί το κέντρο της περιφερειακής πολιτικής της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή και μια ενδεχόμενη ανατροπή του Άσαντ θα αποκόψει το πεδίο επιρροής της στην περιοχή που αρχίζει από την Παλαιστίνη, φθάνει στον Λίβανο και εκτείνεται μέχρι το Ιράκ. Πέραν των παραπάνω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ θεωρείται θέμα ζωτικής σημασίας για το Ιράν λόγω του ότι οι δύο χώρες συνδέονται με ιστορικούς, ιδεολογικούς και στρατηγικούς δεσμούς. Ιστορικούς δεσμούς, διότι το 1979 η Δαμασκός στήριξε το θεοκρατικό καθεστώς του Χομεϊνί και στη συνέχεια, αντίθετα από τις υπόλοιπες αραβικές χώρες, υποστήριξε το Ιράν κατά τη διάρκεια του ιρανο-ιρακινού πολέμου (1980-1988).

Συνακόλουθα δε, η Συρία παρείχε στήριξη στην Χεσμπολάχ και διευκόλυνε την επικοινωνία του Ιράν με τις παλαιστινιακές αντιστασιακές ομάδες. Τέλος, το 2006 υπογράφηκε η ιρανο-συριακή Συμφωνία Κοινής Ασφάλειας, η οποία προσέδωσε στα δύο κράτη την έννοια των στρατιωτικών συμμάχων. Ιδεολογικούς δεσμούς, διότι οι σχέσεις των δύο χωρών είναι άμεσα προσκολλημένες στις ιδεολογικές αρχές του σιϊτισμού. Από τη μια πλευρά το Ιράν, στην προσπάθειά του να εξαπλώσει τη σιϊτικη ημισέληνο, στηρίζει και προστατεύει τους νουσαϊρί/αλαουίτες της Συρίας και το μπααθικό καθεστώς της. Και από την άλλη πλευρά, το κόμμα Μπαάθ, το οποίο ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία της χώρας το 1963, με το Ιράν αισθάνεται ασφάλεια λόγω των θεολογικών και δογματικών αντιπαλοτήτων που έχει με τους σουνίτες. Τέλος, στρατηγικούς δεσμούς, διότι το Ιράν μέσω της Συρίας, του Λιβάνου και των σιϊτών των υπολοίπων αραβικών χωρών επιδιώκει τη δημιουργία μιας γραμμής αντίστασης, η οποία θα αποκόψει ή θα περιορίσει τους στρατηγικούς στόχους του αμερικανο-ισραηλινού άξονα.

Η όξυνση των σχέσεων της Τουρκίας με το Ιράν και τη Συρία

17/10/12

Συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή - Treaty of Küçük Kaynarca 1774


1. Σύντομο ιστορικό πλαίσιο
Με την ειρηνευτική συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επισφραγίστηκε η λήξη του δαπανηρότατου πρώτου, επί Αικατερίνης Β΄, Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774). Υπήρξε απότοκη των, υπό το στρατάρχη Π.Α. Ρουμιάντσεφ, νικηφόρων στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Δούναβη και τη Βουλγαρία και της ήττας των Οθωμανών, οι οποίοι εξαναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη. Η συνομολόγηση της συνθήκης πραγματοποιήθηκε στις 10/21 Ιουλίου 1774 στο στρατόπεδο των ρωσικών δυνάμεων, που βρίσκονταν κοντά στο Κιουτσούκ Καϊναρτζή (Küçük Kaynarca), μικρό χωριό της Σιλιστρίας (σημ. Kaynardja, παραδουνάβια Βουλγαρία), από το οποίο έλαβε και την ονομασία της. Πρόκειται για την πιο φημισμένη ως προς τη μεθερμήνευση των όρων της συνθήκη –λόγω και της σκόπιμης αοριστίας πολλών σημείων της– και συγκαταλέγεται στις ευφυέστερες διπλωματικές ενέργειες της Ρωσίας. Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή μαζί με την επακόλουθη συμπληρωματική, διασαφηνιστική σύμβαση του Αϊναλί Καβάκ (1779) αποδυνάμωσαν την ισχύ της Πύλης και ενίσχυσαν παντοιοτρόπως την επιρροή και τις δυνατότητες ανάμειξης της Ρωσίας στα εσωτερικά θέματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

2. Οι συντελεστές

Οι γενικές κατευθύνσεις για τους περιλαμβανόμενους όρους στη συνθήκη ειρήνης είχαν χαραχθεί υπό την εποπτεία του διπλωμάτη Ν.Ι. Πάνιν, ο οποίος ήταν επικεφαλής του Κολλεγίου των Εξωτερικών Υποθέσεων και δεξί χέρι της Αικατερίνης. Αποτύπωναν το χαρακτήρα της βαλκανικής πολιτικής στην οποία είχαν ρεαλιστικά συνυπολογιστεί οι κρίσιμοι παράγοντες της πολεμικής κατάστασης με τους Τούρκους, του διαμελισμού της Πολωνίας, των θέσεων της Αυστρίας και των εσωτερικών συνεπειών της εξέγερσης του Εμελιάν Πουγκατσόφ. Συνεπώς, το ρωσικό διπλωματικό δόγμα, που βασιζόταν στο τρίπτυχο «λιγότερες προσαρτήσεις, περισσότερες αυτονομίες και δυνητικότερες εσωτερικές αναμείξεις», αποτέλεσε το θεμέλιο νου των όρων που επέβαλε η Ρωσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στην οριστική άρθρωση των περισσότερο «ασαφών» όρων καίρια υπήρξε η συμβολή του Α.Μ. Ομπρεσκόβ, πρέσβη της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη. Η σύλληψη της ιδέας για τη θρησκευτική προστασία των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου, καθώς και η τελική διατύπωσή της [άρθρο 7], ανήκει στον Ομπρεσκόβ.1 Το ολιγόγραμμο και εκ πρώτης όψης αδιάγνωστο αυτό άρθρο αποτελεί, συνδυαστικά με το άρθρο 14, την κορωνίδα της πολιτικής διάνοιάς του και της διπλωματικής σπουδαιότητας της συνθήκης. Η συνθήκη επικυρώθηκε στις 15 Ιουλίου 1774, υπογεγραμμένη και σφραγισμένη από τους πληρεξούσιους της αυτοκράτειρας Αικατερίνης και του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Α΄, δηλαδή τον αρχιστράτηγο των ρωσικών δυνάμεων κόμη Πιότρ Ρουμιάντσεβ και το μεγάλο βεζίρη Μουσίν Ζαντέ Μεχμέτ Πασά. Τέθηκε σε ανέκκλητη ισχύ και άμεση εφαρμογή με την έγκριση της Αικατερίνης στις 11 Αυγούστου 1774.

3. Η γεωπολιτική σημασία

23/2/11

Γαλάτσι - Galaţi


1. Ανθρωπογεωγραφία

To Γαλάτσι βρίσκεται στη Νότια Μολδαβία σε απόσταση 180 χλμ. από τον Εύξεινο Πόντο. Είναι λιμάνι στη συμβολή των ποταμών Δούναβη και Σιρέτ, πολύ κοντά στη συμβολή του πρώτου με τον Προύθο, νότια της λίμνης Μπράτες. Συνδέεται σιδηροδρομικώς με το Βουκουρέστι και οδικώς με τις περισσότερες πόλεις της Ρουμανίας. Η ελληνική ονομασία της πόλης («Γαλάζιον») είναι παραφθορά, ή μάλλον εξαρχαϊσμός, της ρουμανικής ονομασίας Galaţi.

Ο εμπορικός χαρακτήρας του Γαλατσίου είχε οδηγήσει στην εγκατάσταση πολλών ξένων εκεί, κυρίως Ελλήνων, Αρμενίων και Εβραίων, που δίπλα στους Ρουμάνους συνιστούσαν τις κύριες εθνοτικές-θρησκευτικές ομάδες στην πόλη ήδη από το 18ο αιώνα. Ωστόσο η έλλειψη στατιστικών μάς εμποδίζει να εξακριβώσουμε τον αριθμό τους. Για τα δεδομένα της ηγεμονίας της Μολδαβίας, το Γαλάτσι ήταν, στις αρχές του 19ου αιώνα, ένα πολύ σημαντικό από δημογραφική άποψη αστικό κέντρο της τάξης των 8.000 κατοίκων. Τα στοιχεία που έχουμε για τον αριθμό των Ελλήνων στην πόλη κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα είναι αποσπασματικά, και όχι πάντοτε επακριβώς καθορισμένα. Πάντως είναι αδιαμφισβήτητο το ότι πολλοί Χιώτες, Κεφαλλονίτες και Ιθακήσιοι είχαν εγκατασταθεί στο Γαλάτσι, του οποίου ο συνολικός πληθυσμός είχε εκτιναχθεί το 1859 στους 26.050 κατοίκους καθιστώντας το την πέμπτη μεγαλύτερη πόλη των Ενωμένων Ηγεμονιών (Μολδαβία-Βλαχία). Η δημογραφική αυτή αλλαγή οφειλόταν όχι μόνο στην αναμφισβήτητη αύξηση της εγκατάστασης Ρουμάνων στην πόλη, αλλά και στον ερχομό πολλών ξένων, κυρίων Ελλήνων, Ιταλών και Εβραίων.1

Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και μέχρι τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο το Γαλάτσι γνώρισε, παρά την από το 1878 υποβάθμιση της σημασίας του ως εμπορικού κέντρου, αξιοσημείωτη δημογραφική ανάπτυξη και το 1899 ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Συγκεκριμένα στο Γαλάτσι κατοικούσαν 62.545 άτομα, εκ των οποίων η πλειοψηφία ήταν βέβαια Ρουμάνοι (38.283), αν και η παρουσία των αλλοεθνών ήταν ισχυρή. Πάρα πολλοί ήταν οι Εβραίοι (περίπου 13.520), ενώ ακολουθούσαν οι υπήκοοι της Αυστροουγγαρίας, όχι σπάνια Ρουμάνοι της Τρανσυλβανίας (3.825) και οι Έλληνες υπήκοοι (3.587). Στην πόλη κατοικούσαν επίσης Ρώσοι, Γερμανοί και Οθωμανοί.2 Για να καταδειχθεί η ταχύτητα της αύξησης του πληθυσμού, που χαρακτήριζε άλλωστε όλες τις παραδουνάβιες πόλεις της Ρουμανίας, αρκεί να αναφέρουμε ότι το 1882 κατοικούσαν στην πόλη 40.022 άτομα.3

Το Γαλάτσι πάντως γνώρισε, όπως αρκετές πόλεις της Μολδαβίας, σχετική δημογραφική στασιμότητα στα χρόνια του Μεσοπολέμου, καθώς ο πληθυσμός του αυξήθηκε από 101.148 κατοίκους το 1930 μόλις στους 102.311 το 1937 για να πέσει στους 90.137 το 1941. Η ανασυγκρότηση της οικονομίας στα Μεταπολεμικά χρόνια οδήγησε πάντως στην αύξηση του πληθυσμού και το 1973 οι κάτοικοι υπολογίζονταν σε 179.189.4

Οι Έλληνες κατάγονταν από πολλές περιοχές, αλλά τον τόνο έδιναν κυρίως οι Ιόνιοι. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία του προξενείου το 1885, από τους 1.556 ενήλικες άρρενες Έλληνες υπηκόους, 686 προέρχονταν από την Κεφαλλονιά, την Ιθάκη και τους Παξούς, ενώ από τους υπόλοιπους πολλοί είχαν γεννηθεί στις Κυκλάδες (378).5

2. Ιστορία

Πληροφορίες για το Γαλάτσι έχουμε από το 15ο αιώνα, αν και πιθανότατα είχε οργανωθεί κάποιος οικισμός ήδη από τον προηγούμενο αιώνα. Ήταν ένα μικρό αλλά αξιόλογο για τα μεγέθη της τοπικής οικονομίας εμπορικό και κυρίως αλιευτικό κέντρο, που είχε τύχει ιδιαίτερης φροντίδας εκ μέρους των ηγεμόνων της Μολδαβίας, καθώς μάλιστα οι άλλες σημαντικές εμπορικές πόλεις του πριγκιπάτου, η Κίλια και η Cetatea Alba, είχαν πέσει στα χέρια των Οθωμανών. Σταδιακά από τα μέσα του 17ου αιώνα το Γαλάτσι αναπτύχθηκε στους τομείς της ναυτιλίας και της ναυπηγικής βιοτεχνίας. Στο λιμάνι κατέφταναν πλοία από πολλές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Αίγυπτος, Σμύρνη), ενώ μετά το 1774 και από τη Δυτική Ευρώπη και την Ιταλία, μια και είχαν αρθεί κάποιες τουλάχιστον απαγορεύσεις της Πύλης για την είσοδο ξένων, δηλαδή ευρωπαϊκών, πλοίων στον Δούναβη. Μάλιστα τότε εγκαταστάθηκαν στην πόλη και αρκετοί Έλληνες από τα Ιόνια νησιά, Βρετανοί υπήκοοι από το 1814, που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στη σύσφιγξη των εμπορικών σχέσεων του λιμανιού με τις χώρες της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης.6

Πέρα από την οικονομική του σημασία, το Γαλάτσι ήταν ένα από τα κέντρα της Φιλικής Εταιρείας. Ανάμεσα στους Έλληνες που είχαν μυηθεί ήταν ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης Βασίλειος Καραβίας, που τον Φεβρουάριο του 1821 εκδίωξε τους Τούρκους. Το Γαλάτσι ανακαταλήφθηκε από τον οθωμανικό στρατό τον Μάιο, με μεγάλες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό.7

Το Γαλάτσι αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά το 1829, αφότου δηλαδή η συνθήκη της Αδριανούπολης καθόρισε ότι το εμπόριο των δημητριακών δεν υπέκειτο σε περιορισμούς, ενώ περαιτέρω ώθηση έδωσε η ανακήρυξή του ως ελεύθερου λιμανιού το 1837. Η κίνηση του εμπορίου και της ναυτιλίας μεγάλωσε, ο πληθυσμός αυξήθηκε και η πόλη προσέλκυσε πολλούς ξένους εμπόρους και τραπεζίτες. Αναγνώριση της σημασίας του σε αυτούς τους τομείς στάθηκε και η απόφαση να εδρεύει στο Γαλάτσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δουνάβεως, που λήφθηκε το 1856.8

Το Γαλάτσι ήταν επίσης ένα από τα κέντρα του κινήματος για την ένωση των δύο ηγεμονιών, που πραγματοποιήθηκε το 1859 με την εκλογή του βογιάρου Alexandru Ioan Cuza ως ηγεμόνα τόσο της Μολδαβίας όσο και της Βλαχίας, ο οποίος καταγόταν μάλιστα από την πόλη.9

Παρά το γεγονός ότι παρέμεινε και στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ένα μείζον εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο για τη Ρουμανία, το Γαλάτσι αναπτύχθηκε κυρίως βιομηχανικά και οι εργάτες της πόλης διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στις πρώτες φάσεις του σοσιαλιστικού κινήματος της Ρουμανίας. Μεταπολεμικά το Γαλάτσι εξελίχθηκε σε ένα από τα σπουδαιότερα βιομηχανικά κέντρα της Ρουμανίας, με σημαντικότατες βιομηχανίες σιδήρου και κατασκευής μηχανών. Αναπτύχθηκε επίσης η εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο, Πολυτεχνείο).10

3. Οικονομία

Το Γαλάτσι ήταν ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα αρχικά της Μολδαβίας και, μετά την ένωση των δύο ηγεμονιών (1859), όλης της Ρουμανίας. Συνιστούσε κύριο λιμάνι για τις εξαγωγές της Μολδαβίας, ενώ αργότερα θεμελιώδης ήταν η θέση του στο εισαγωγικό εμπόριο της χώρας. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, και ιδίως στα χρόνια του Μεσοπολέμου κατέστη σημαίνον βιομηχανικό κέντρο. 

3.1. Γεωργία – Κτηνοτροφία

Η ενδοχώρα του Γαλατσίου ήταν μία από τις πιο σημαντικές σιτοπαραγωγικές περιοχές της Μολδαβίας, αλλά ιδιαίτερη φήμη είχε αποκτήσει κυρίως για τα αμπέλια της. Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι η πλούσια ξυλεία από τους λόφους της ηγεμονίας, όπως και της γειτονικής Δοβρουτσάς, εξαγόταν μέσω του λιμανιού. Η κτηνοτροφία ήταν ασήμαντη.11

3.2. Βιοτεχνία – Βιομηχανία

Λίγες βιομηχανίες τροφίμων και κάποια πολύ μικρά ναυπηγοεπισκευαστικά εργαστήρια είχαν ιδρυθεί στο Γαλάτσι την τέταρτη και πέμπτη δεκαετία του 19ου αιώνα, αλλά πραγματική ώθηση γνώρισε ο βιομηχανικός τομέας μόνο στο δεύτερο μισό του αιώνα, και ιδίως μετά τα μέτρα που έλαβε η ρουμανική κυβέρνηση προς ενίσχυση της βιομηχανίας (1886-1887).

Ο τομέας που αναπτύχθηκε περισσότερο ήταν η βιομηχανία τροφίμων (αλευροβιομηχανίες, βιομηχανίες οινοπνευματωδών ποτών), αλλά δεν έλειπαν και κάποιοι τομείς βαριάς βιομηχανίας, όπως οι σιδηροκατασκευές, η ναυπηγική και κυρίως η επεξεργασία ξυλείας και η παραγωγή χαρτιού, πάντως σχετικά μικρών διαστάσεων πριν από το 1914. Στην αλευροβιομηχανία και τη βιομηχανία γλυκισμάτων κομβική ήταν η θέση Ελλήνων παροίκων, όπως του Λαμπρινίδη, του Ιωάννη Μήλλα και του Π. Ζαφειράτου, ενώ στους άλλους τομείς κυριαρχούσαν Εβραίοι κεφαλαιούχοι.12

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου η βιομηχανία αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο, με την έμφαση να δίνεται τώρα στη βαριά βιομηχανία, με 13 μηχανοκατασκευαστικές και μεταλλουργικές εγκαταστάσεις καθώς και 18 υφαντουργίες, τομέας που είχε ελάχιστα αναπτυχθεί πριν από το 1914. 13

3.3. Εμπόριο – Ναυτιλία

Μετά το 1837, οπότε το λιμάνι ανακηρύχθηκε «ελεύθερος λιμήν» (porto franco), το Γαλάτσι γνώρισε τεράστια οικονομική ανάπτυξη, που το κατέστησε σε μεγάλο βαθμό την «Οδησσό του Δουνάβεως», όπως ήταν και η φιλοδοξία του Μολδαβού πρίγκιπα Mihail Sturdza. Το Γαλάτσι συνδέθηκε με τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου, όπως το Λιβόρνο, την Τεργέστη, τη Μασσαλία, τη Γένοβα, αλλά και της Αγγλίας, όπου και εξήγε κυρίως δημητριακά, αναγκαία για τη ραγδαίως αναπτυσσόμενη βιομηχανική Δυτική Ευρώπη, αλλά και ξυλεία καλής ποιότητας. Παράλληλα, αλλά σε μικρότερο βαθμό, αναπτύχθηκε ως εισαγωγικό κέντρο.14

Ο ρόλος που διαδραμάτισαν στην αύξηση των εμπορικών συναλλαγών ελληνικοί εμπορικοί οίκοι, κυρίως μάλιστα χιώτικοι, όπως του Π. Αργέντη, του Ροδοκανάκη και του Κεφαλλονίτη Πανά, στάθηκε θεμελιώδης, αν και δεν πρέπει να υποτιμούμε και τους Γενοβέζους εμπόρους, όπως τον F. Pedemonte, που ανταγωνίζονταν συχνά με επιτυχία τους ελληνικούς εμπορικούς οίκους.15

Η ανάπτυξη του εμπορίου ουσιαστικά ανακόπηκε μετά το 1880, εξαιτίας διαφόρων λόγων. Κατά πρώτο λόγο, η κατάργηση του προνομίου του «ελεύθερου λιμένος» έπληξε τους μικρότερους εμπόρους και πλοιοκτήτες, οι οποίοι αντέδρασαν έντονα. Ωστόσο, πιο σημαντικοί παράγοντες στάθηκαν η προσάρτηση στη Ρωσία τριών νομών της Βεσσαραβίας, που συνιστούσαν μέχρι τότε την πλέον γόνιμη ενδοχώρα της Μολδαβίας, και η πολύ καλύτερη σύνδεση, σιδηροδρομική αλλά και με ποταμόπλοια, της Βραΐλας με τις σιτοπαραγωγές περιοχές της Ρουμανίας. Ένας ακόμα παράγοντας στάθηκε η μεγάλη ανάπτυξη που γνώρισαν τα ανταγωνιστικά λιμάνια της Κωνστάντζας και του Σουλινά. Το Γαλάτσι παρέμεινε ωστόσο ένα από τα κύρια εισαγωγικά λιμάνια της χώρας μέχρι το 1914, αλλά και εξαγωγικό, αναφορικά με τη ξυλεία.16

Η γενική στασιμότητα ή και κάμψη του εμπορίου έπληξε και τους Έλληνες, που είδαν να υποσκελίζονται από εβραϊκούς οίκους, όπως συνέβη περίπου την ίδια περίοδο στην Οδησσό. Ωστόσο στον τομέα της ναυτιλίας, κυρίως μάλιστα της ποταμοπλοΐας, η θέση τους παρέμεινε ισχυρή. Οι σημαντικότεροι Έλληνες πλοιοκτήτες ήταν οι αδελφοί Αθανασούλη, οι αδελφοί Αντύπα καθώς και ο Γρ. Κουταβάς. Η σχετικώς χαμηλή κατά μέσο όρο χωρητικότητα των ποταμόπλοιών τους καταδεικνύει ότι ήταν κατά κύριο λόγο πλοιοκτήτες «σλεπίων» του ποταμού Προύθου, όπου εξαιτίας του χαμηλού βάθους των νερών τα πλοία έπρεπε να είναι μικρότερα.17

4. Κοινωνία – Θεσμοί – Διοίκηση

4.1 Διοικητικό καθεστώς

Το Γαλάτσι ήταν η πρωτεύουσα του νομού Covurlui και εκεί έδρευε, εκτός από τις πολιτικές αρχές, και ο επίσκοπος του Κάτω Δουνάβεως (Dunărea de Jos). 

Η ελληνική κοινότητα Γαλατσίου ήταν μία από τις σημαντικότερες στη Ρουμανία. Συστάθηκε το 1864 προκειμένου να φροντίσει για την οικοδόμηση ελληνικού ναού, και στην πρώτη επιτροπή της συμμετείχαν τα σπουδαιότερα μέλη της ελληνικής παροικίας, κυρίως μάλιστα οι Χιώτες. Μέλη της κοινοτικής επιτροπής ήταν ενδεικτικά οι μεγαλέμποροι Ανδρέας Πανάς, Κωνσταντίνος Σακουμάνος, Ιωάννης Σεκιάρης, Οδυσσέας Νεγρεπόντης καθώς και ο Χιώτης ιατρός Ι. Βούρος.

Το 1864 συντάχθηκε και τυπώθηκε ο πρώτος κοινοτικός κανονισμός, που όριζε ότι την ευθύνη των κοινοτικών υποθέσεων, δηλαδή της οικοδομήσεως ελληνικού ναού και της σύστασης «προκαταρκτικών» σχολείων, θα την είχε επταμελής επιτροπή, ενώ συμβουλευτικός θα ήταν ο ρόλος ενός δωδεκαμελούς συμβουλίου. Το 1899 η κοινότητα προχώρησε σε μερική αλλαγή άρθρων του κανονισμού του 1864 και καθορίσθηκε ότι θα εκλέγονταν πια τρεις τριμελείς επιτροπές, επιφορτισμένες με ξεχωριστές αρμοδιότητες, η μία για την εκκλησία, η δεύτερη για τα εκπαιδευτικά «καταστήματα» («εφορεία») και η τρίτη για να διαχειρίζεται τους πόρους της κοινότητας. Το κοινοτικό συμβούλιο θα συνέχιζε να εποπτεύει τη δραστηριότητα των επιτροπών. Τέλος, στα Μεσοπολεμικά χρόνια οι Έλληνες του Γαλατσίου προχώρησαν στη σύνταξη ενός τρίτου κανονισμού που άλλαζε τον δεύτερο σε λίγα σημεία.18

Η ελληνική κοινότητα αναγνωρίσθηκε επίσημα από τις ρουμανικές αρχές με το πρωτόκολλο που επισυνάφθηκε στην ελληνορουμανική εμπορική σύμβαση της 19ης Δεκεμβρίου 1900 και, παρ' όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο ελληνισμός της πόλης κατά τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών, επιβίωσε μέχρι τα πρώτα Μεταπολεμικά χρόνια, οπότε και ουσιαστικά διαλύθηκε λόγω πιέσεων του κομουνιστικού καθεστώτος.19 Έλληνες πάντως συνέχισαν να είναι επίτροποι στην ελληνική εκκλησία μέχρι και τη δεκαετία του 1960. Η εκκλησία επανιδρύθηκε μετά το 1989.

4.2. Θρησκεία

Το 1865 οι Ανδρέας Πανάς, Δημήτριος Ι. Ροδοκανάκης και Σπ.Γ. Τόπαλης αιτήθηκαν από τον ηγεμόνα Alexandru Ion Cuza άδεια να ανεγείρουν ελληνικό ναό. Η αίτησή τους έγινε δεκτή από τον πρίγκιπα με χρυσόβουλο της 26ης Ιουνίου 1865.20 Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 6 Αυγούστου 1866 από τον επίσκοπο του Κάτω Δουνάβεως Μελχισεδέκ, και η ανέγερση του ναού, που ήταν αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1872, οπότε και εγκαινιάστηκε (17/09/1872).21

Ο ναός, ευρύχωρος αλλά πάντως όχι ιδιαίτερα μεγαλοπρεπής όπως της Βραΐλας, ήταν το κέντρο της ελληνικής παροικίας, καθώς εκεί κοντά βρίσκονταν τα ακίνητα της κοινότητας και το κτήριο του σχολείου. Τα Μεταπολεμικἀ χρόνια, με τη σταδιακή αποδυνάμωση της ελληνικής κοινότητας, ο ναός αποδόθηκε στη ρουμανική επισκοπή, ενώ μετά το 1989 ανακηρύχθηκε μεικτή «ελληνορουμανική» εκκλησία. 

Στο Γαλάτσι, εκτός από πολλούς ορθόδοξους ρουμανικούς ναούς, έναν βουλγαρικό και αρκετές εβραϊκές συναγωγές, είχαν οικοδομηθεί, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, προτεσταντικός ναός, καθολικός, καλβινιστικός και ένα τζαμί.22

5. Εκπαίδευση

Η εκπαίδευση δεν είχε οργανωθεί συστηματικά στην πόλη κατά το 17ο και 18ο αιώνα· ένας λόγος πιθανόν ήταν ότι το Γαλάτσι δεν ήταν έδρα επισκόπου.23 Πάντως έχουμε μαρτυρίες για ελληνικά σχολεία στον ύστερο 18ο αιώνα και στις αρχές του 19ου, όπως εκείνο του Δημήτριου Ιθακήσιου. 

Ουσιαστική άνθηση γνώρισε η ελληνική παιδεία από τα μέσα του 19ου αιώνα, την εποχή δηλαδή που κυριαρχούσε κοινωνικά και οικονομικά η ελληνική παροικία. Τότε το Γαλάτσι κατέστη το κατεξοχήν εκπαιδευτικό κέντρο της ελληνικής διασποράς στη Ρουμανία. Στην πόλη ιδρύθηκαν σπουδαία εκπαιδευτήρια, κάποια μάλιστα γυμνασιακής βαθμίδας. Τα πλέον αξιόλογα, όπου εκτός από ελληνικά και ρουμανικά διδάσκονταν και άλλες ξένες γλώσσες καθώς και εμπορικά μαθήματα, ήταν το «Ινστιτούτο» Βενιέρη και το «Ελληνικό Λύκειο» του Χ. Μητρόπουλου, που συστάθηκαν το 1857 και το 1859 αντίστοιχα. Στο Εκπαιδευτήριο Βενιέρη, μάλιστα, που επιβίωσε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, υπηρέτησαν ως εκπαιδευτικοί ιδιαίτερα αξιόλογοι λόγιοι, όπως ο μετέπειτα καθηγητής θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρήστος Ανδρούτσος, ο Νικόλαος Δόσιος και ο καθηγητής βυζαντινολογίας στο Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου Δημοσθένης Ρούσος. Επιπλέον, στο Γαλάτσι είχαν οργανωθεί ήδη από την έκτη δεκαετία του 19ου αιώνα και κάποια παρθεναγωγεία κατώτερης βαθμίδας.24

Πέρα βέβαια από αυτά τα ιδιωτικά καθιδρύματα, υπήρχαν και τα κοινοτικά αρρεναγωγεία και παρθεναγωγεία κατώτερης βαθμίδος, που είχαν οργανωθεί το 1864 και συνέχισαν να λειτουργούν μέχρι τα πρώτα Μεταπολεμικά χρόνια. Στα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου η κοινότητα ανέλαβε και τον έλεγχο του ιδιωτικού γυμνασίου του Διον. Πυλαρινού, αναγνωρισμένου άλλωστε από την ελληνική κυβέρνηση ήδη από το 1904.25

Ας σημειωθεί εδώ ότι, σε αντίθεση με την κοινότητα Βραΐλας, όπου εξαιτίας εσωτερικών διαφωνιών ή επέμβασης του ρουμανικού κράτους τα κοινοτικά σχολεία είχαν μείνει κλειστά ανά διαστήματα, στο Γαλάτσι λειτούργησαν χωρίς προβλήματα, ενώ δεν έκλεισαν ούτε κατά την περίοδο 1906-1909, οπότε το σύνολο σχεδόν των ελληνικών σχολείων στη Ρουμανία, κοινοτικών και ιδιωτικών, έκλεισαν ύστερα από διαταγή της κυβέρνησης.26

Ανάπτυξη γνώρισε και η ρουμανική εκπαίδευση στην πόλη, ιδίως μετά την ένωση των δύο ηγεμονιών. Χτίστηκαν νέα κτήρια για τα πολυάριθμα δημοτικά αρρεναγωγεία και παρθεναγωγεία, ενώ είχαν συσταθεί επίσης ένα σχολείο ενηλίκων, μια ναυτική ακαδημία, μια εμπορική μέση σχολή, ένα σεμινάριο καθώς και μια παιδαγωγική ακαδημία, εκτός βέβαια από τα γυμνάσια.27

Σχολεία είχαν φυσικά και οι άλλες εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες, όπως οι Εβραίοι, οι καθολικοί και οι προτεστάντες. Μάλιστα οι Εβραίοι είχαν το 1891-1892 γύρω στα 25 σχολεία, συνήθως πρωτοβάθμια, ενώ το 1905-1906 είχαν, πλάι σε 6 σχολεία παραδοσιακού τύπου, 2 σύγχρονα «ισραηλιτικορουμανικά» αρρεναγωγεία και 1 παρθεναγωγείο.28 Φημισμένο ήταν, τέλος, το καθολικό παρθεναγωγείο της «Nôtre Dame», ένα από τα καλύτερα οργανωμένα ιδιωτικά σχολεία της Ρουμανίας, που είχε δεχθεί ωστόσο πολλές κατηγορίες ότι προωθούσε τον «απορουμανισμό» της νεολαίας.29

6. Σύλλογοι

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1860 οργανώθηκαν μερικές ελληνικές συσσωματώσεις στο Γαλάτσι που, ενώ είχαν τυπικά φιλανθρωπικό χαρακτήρα, εξυπηρετούσαν στην ουσία πολιτικούς-εθνικούς στόχους. Η σημαντικότερη ήταν η «Φιλανθρωπική Ελληνική Αδελφότητα Γαλατσίου», που συστάθηκε το 1861 με στόχο να συντονίσει την πολιτική δράση των Ελλήνων της πόλης, σε στενή συνεργασία με τον Έλληνα υποπρόξενο, ενώ το επόμενο έτος ιδρύθηκε η φιλανθρωπική εταιρεία «Πρόνοια», επίσης με πολιτικές, αντιοθωνικές, στοχεύσεις.30

Από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας οργανώθηκε μία φιλεκπαιδευτική συσσωμάτωση, ο «Ελληνικός Φιλόμουσος Σύλλογος», αλλά η δράση του στάθηκε μάλλον περιορισμένη και γρήγορα διαλύθηκε. Φαίνεται ότι το σταθερό ενδιαφέρον της κοινοτικής επιτροπής για την εκπαίδευση των παιδιών, αγοριών και κοριτσιών, των απόρων μελών της ελληνικής παροικίας, αλλά και η ύπαρξη πολλών καλά οργανωμένων ιδιωτικών ελληνικών σχολείων καθιστούσε περιττή τη δραστηριοποίηση ελληνικών συλλόγων προς αυτή την κατεύθυνση.31 Πάντως, το 1896 συστάθηκε ένας ακόμα σύλλογος, ο «Ερμής», κυρίως ως λέσχη και αναγνωστήριο μελών της ελληνικής παροικίας. Ο συγκεκριμένος σύλλογος αναγνωρίσθηκε επίσημα από το ρουμανικό κράτος.32

Τέλος, κατά τον Μεσοπόλεμο λειτουργούσε ένα «Ελληνορουμανικό Εμπορικό Επιμελητήριο» με έδρα το Γαλάτσι και με στόχο τη σύσφιγξη των εμπορικών σχέσεων Ελλάδας-Ρουμανίας, ενώ είχε ιδρυθεί και ένας αθλητικός σύλλογος («Πανελλήνιον»).33

7. Εκδοτικὴ δραστηριότητα

Κατά το 18ο αιώνα δε λειτουργούσε τυπογραφείο στην πόλη, η οποία ωστόσο τα χρόνια μετά το 1830 κατέστη εκδοτικό κέντρο κάποιας σημασίας, στο πλαίσιο βέβαια της σχετικά μικρής εκδοτικής δραστηριότητας της Μολδαβίας. Μετά την ένωση των Ηγεμονιών η εκδοτική κίνηση γνώρισε άνθηση, ιδιαίτερα μάλιστα του περιοδικού Τύπου. Κυκλοφόρησαν εφημερίδες, πολιτικές αλλά και πολλές εμπορικές και ναυτιλιακές, καθώς και περιοδικά, ενώ λειτουργούσαν πάνω από 4 τυπογραφεία (π.χ. του Nebunelli, του Antoniady). Ο Τύπος μάλιστα των Εβραίων, στα ρουμανικά και τα γίντις (γερμανοεβραϊκά), ήταν πολύ αξιόλογος.34

Από το 1859 αυξήθηκε και ο αριθμός των ελληνικών βιβλίων που τυπώνονταν στο Γαλάτσι, χωρίς βέβαια να μπορεί να γίνει σύγκριση με το Βουκουρέστι ή τη Βραΐλα. Οι εκδόσεις ήταν κυρίως κανονισμοί σχολείων και της κοινότητας, μεταφράσεις αρχαίων συγγραφέων και άλλα εκπαιδευτικά βιβλία, καθώς και διάφοροι λόγοι.35

Θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης ότι στο Γαλάτσι κυκλοφόρησαν και κάποιες ελληνικές εφημερίδες, όπως π.χ. οι Σύλλογοι την περίοδο 1873-1877, καθώς και το αξιόλογο περιοδικό Ίστρος, υπεύθυνος του οποίου ήταν ο γνωστός λόγιος Νικόλαος Δόσιος.36

1. Iacob, Gh., “Populaţia. Transformări sociale”, στο Platon, Gh. (ed.), Istoria Românilor 7:2 (Bucureşti 2003), σελ. 57.

2. Βλ. Colescu, L., Recensământul general al Populațiunei României. Rezulatate definitive (Bucureşti 1905), σελ. 89. Ανάμεσα στους Οθωμανούς υπηκόους η πλειοψηφία ήταν ορθόδοξοι χριστιανοί, προφανώς Έλληνες, Αλβανοί και Βούλγαροι από Μακεδονία και Ήπειρο. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο ο Διονύσιος Μεταξάς-Λασκαράτος υπολογίζει τους Έλληνες του Γαλατσίου σε πάνω από 5.000· βλ. Ελληνικαί παροικίαι Ρωσσίας και Ρωμουνίας (Βραΐλα 1900), σελ. 124.

3. Tezaur documentar gălăţean (Bucureşti 1988), σελ. 223-224. Οι Έλληνες σε αυτή την απογραφή, την οποία είχε πραγματοποιήσει η Δημαρχία, ανέρχονταν στους 4.403, και πιθανότατα στον αριθμό περιλαμβάνονταν όχι μόνο οι υπήκοοι του ελληνικού κράτους, αλλά όσοι ήταν ελληνικής καταγωγής. Για τη συνολική αύξηση του πληθυσμού των παραδουνάβιων πόλεων βλ. Iacob, Gh., “Populaţia. Transformări sociale”, στο Platon, Gh. (ed.), Istoria Românilor 7:2 (Bucureşti 2003), σελ. 57.

4. Lazarovici, Gr. – Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), σελ. 86, 102, και Cucu, V., România. Cartea de vizită a oraşelor (Bucureşti 1973), σελ. 39-40.

5. Petrescu, Şt.I., Diaspora greacă şi societatea românească în secolul al XIX-lea (Master Universitatea Bucureşti Facultatea de istorie 2005), παράρτημα 10.

6. Βλ. σύντομα Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), σελ. 23-25, και αναλυτικά Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 Ι (Galaţi 1994), passim. Πιο αναλυτικά για τους «Ιόνιους» εμπόρους στο Γαλάτσι βλ. Cernovodeanu, P., “L᾿activité des maisons de commerce et des négociants ioniennes du Bas-Danube durant l᾿intervalle 1829-1853”, στο Actes du II-e Colloque International d’Histoire I (Αθήνα 1985), σελ. 91-105.

7. Σαρρής, Ι., «Γαλάζιον», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 8 (Αθήνα 1929), σελ. 31. Βλ. αναλυτικότερα Βρανούσης, Λ.Ι. – Καμαριανός, Ν. (επιμ.), Η Εταιρεία των Φιλικών και τα πρώτα συμβάντα του 1821: ανέκδοτα απομνημονεύματα, προκηρύξεις, γράμματα κ.ά. κείμενα (Αθήνα 1964), σελ. 53-60.

8. Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), σελ. 28-115. Ειδικότερα για τους όρους της συνθήκης της Αδριανούπολης βλ. Jelavich, B., Russia and the Formation of the Romanian National State, 1821-1878 (Cambridge 1984), σελ. 29-31.

9. Για τους δεσμούς του Cuza με το Γαλάτσι, όπου είχε υπηρετήσει και ως δικαστής, βλ. Giurescu, C.C., Viaţa şi opera lui Cuza Vodă (Bucureşti 1966), σελ. 60-69.

10. Lazarovici, Gr. – Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), σελ. 116-125.

11. Βλ. την έκθεση του Έλληνα προξένου στο Γαλάτσι Ε. Αντύπα στο Συνέχεια του υπ’ αριθ. 89 Παραρτήματος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του έτους 1890. Ετήσιοι εκθέσεις περί εμπορίου ναυτιλίας κ.τ.λ. των προξενικών αρχών της Α.Μ. κατά το έτος 1889 (Αθήνα 1890), σελ. ρογ'-ροδ'.

12. Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), σελ. 157-165, και Συνέχεια του υπ’ αριθ. 89 Παραρτήματος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του έτους 1890 Ετήσιοι εκθέσεις περί εμπορίου ναυτιλίας κ.τ.λ. των προξενικών αρχών της Α.Μ. κατά το έτος 1889 (Αθήνα 1890), σελ. ροδ'-ροζ'. Αναλυτική περιγραφή των σημαντικότερων βιομηχανιών του Γαλατσίου συνιστά ο τόμος Anchete Industriale. Descrierea amănunţită a tuturor stabilimentelor industriale din oraşul Galaţi (Galaţi 1901). Κατάλογος των βιομηχανιών του Γαλατσίου το 1900, 37 συνολικά, στο Ancheta Industrială din 1901-1902, Industria Mare (Bucureşti 1902), σελ. 33-34.

13. Lazarovici, Gr. – Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), σελ. 102-103.

14. Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), σελ. 36-70.

15. Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), σελ. 71-75. Για τη δομή και τη λειτουργία των χιώτικων εμπορικών οίκων που δραστηριοποιούνται αυτήν την περίοδο στα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας βλ. Χαρλαύτη, Τ., Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας 19ος-20ός αιώνας (Αθήνα 2001), σελ. 129-161.

16. Βλ. σύντομα Καρδάσης, Β., Από του ιστίου ειςτον ατμόν. Ελληνική εμπορική ναυτιλία 1858-1914 (Αθήνα 1993), σελ. 123-124.

17. Βλ. Φωκάς, Σπ., Οι Έλληνες εις την ποταμοπλοΐαν του Κάτω Δουνάβεως (Θεσσαλονίκη 1975), σελ. 120-121, 142. 

18. Κανονισμός της εν Γαλατσίω Ελληνικής Κοινότητος (χ.τ., χ.χ.), Κανονισμός της εν Γαλαζίω Ελληνικής Κοινότητος (Γαλάτσι 1899) και Ελληνική Κοινότης Γαλαζίου Κανονισμός ψηφισθείς κατά την γενικήν των Μελών συνέλευσιν της 31ης Αυγούστου 1924, και τεθείς εν ισχύϊ ένα μήνα ακριβώς μετά την ψήφισίν του (Αθήνα 1926).

19. Streit, G., Mémoire sur la question des Communautés Helléniques en Roumanie (Athènes 1905), σελ. 26-28· Υπουργείον Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγγραφα κατατεθέντα εις την Βουλήν υπό του επί των εξωτερικών υπουργού (Αθήνα 1906), σελ. 38-39, και Σφέτας, Σ., «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνο-ρουμανικών πολιτικών σχέσεων (1866-1913)», Μακεδονικά 33 (2001-2002), σελ. 42-43.

20. Κουρελάρου, Β. π., Οι Εκκλησίες των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ρουμανίας τον ΙΘ’ αιώνα (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2004), σελ. 163. Βλ. επίσης Direcţia Judeţeană Galaţi a Arhivelor Naţionale, φάκ. 43/1865, αρ. πρωτ. 21864, 26 Ιουνίου 1865, f. 4.

21. Κουρελάρου, Β. π., Οι Εκκλησίες των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ρουμανίας τον ΙΘ’ αιώνα (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 2004), σελ. 163-164.

22. Lazarovici, Gr. – Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), σελ. 84-85.

23. Κατά τον 17ο και 18ο αιώνα τα σημαντικότερα κέντρα παιδείας των Ηγεμονιών βρίσκονταν είτε σε μοναστήρια είτε σε επισκοπικές έδρες, όπως εκείνες του Rimnic, του Huşi και του Roman, καθώς ήταν άμεσα συνδεδεμένα με εκκλησιαστικούς φορείς. Συνεπώς, καθώς το Γαλάτσι δεν ήταν σημαίνον εκκλησιαστικό κέντρο, είχε μείνει μάλλον έξω από την οργάνωση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.

24. Μπελιά, Ε.Δ., «Ο Ελληνισμός της Ρουμανίας κατά το διάστημα 1835-1878 (Συμβολή στην ιστορία του επί τη βάσει των ελληνικών)», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 26 (1983), σελ. 30-31, Papacostea-Danielopolu, C., Comunitățile greceşti din România în secolul al XIX-lea (Bucureşti 1996), σελ. 85-89. Βλ. επίσης Μπαμπούνης, Χ.Δ., «Το Ελληνικό Εκπαιδευτήριο Βενιέρη στο Γαλάτσι της Ρουμανίας (1857-1899)», Θητεία Τιμητικό αφιέρωμα στον Καθηγητή Μ.Γ. Μερακλή (Αθήνα 2002), σελ. 447-456.

25. Για το κοινοτικό αρρεναγωγείο και το κοινοτικό γυμνάσιο βλ. Κανονισμός της Προκαταρκτικής Σχολής της εν Γαλατσίω Ελληνικής Κοινότητος (Γαλάτσι 1864) και για το γυμνάσιο Ελληνική Κοινότης Γαλαζίου Λογοδοσία των πεπραγμένων μετ’ αναλυτικού πίνακος ισολογισμού χρήσεως 1920-1923 (Κωνστάντζα χ.χ.), σελ. 4-7. Αναφορικά με την αναγνώριση, ως ισότιμου των ελληνικών γυμνασίων, του ιδιωτικού ελληνικού εκπαιδευτηρίου του Διον. Πυλαρινού «Αθηνά» από το ελληνικό υπουργείο Παιδείας βλ. Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, φάκ. 45/1, 1905, Légation royale de Grèce en Roumanie [Α. Τομπάζης], αρ. 764, 30 Ὀκτωβρίου 1904, προς Α. Ρωμάνον, Υπουργόν των Εξωτερικών.

26. Ράδος, Λ., «Τα ελληνικά σχολεία της Ρουμανίας στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα», Δημάδης, Κ.Α. (επιμ.), Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα Γ’ (Αθήνα 2007), σελ. 145-147.

27. Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), σελ. 245-278.

28. Râşcanu, Gh., Istoricul invățământului particular în România din timpurile cele mai vechi până în zilele noastre (Bucureşti 1906), σελ. 192, 224-225. Βλ. επίσης Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), σελ. 280-281.

29. Pacu, M., Cartea judeţului Covurlui (Bucureşti 1891), σελ. 185-187. Το παρθεναγωγείο είχε ιδρυθεί το 1867 και εκτός από ένα πλήρες πρόγραμμα σπουδών, πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο, είχε υπό τον έλεγχό του και ένα ορφανοτροφείο.

30. Καραθανάσης, Α.Ε., «Η φιλανθρωπική ελληνική αδελφότητα του Γαλατσίου (1861)», Βαλκανική Βιβλιογραφία VI (1977), σελ. 143-149. Για τη φιλανθρωπική εταιρεία «Πρόνοια» βλ. τα σχόλια του Δημήτρη Σταματόπουλου, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση. Προς μία ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα (Αθήνα 2003), σελ. 215-216. Γενικά για τους συλλόγους βλ. Κοντογέωργης, Δ.Μ., «Οι ελληνικοί σύλλογοι στη Ρουμανία κατά το 19ο αιώνα. Συμβολή στη μελέτη της ανάπτυξης του συλλογικού φαινομένου στον παροικιακό ελληνισμό», Δημάδης, Κ.Α. (επιμ.), Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα Γ’ (Αθήνα 2007), σελ. 91-104.

31. Βλ. Περί υπάρξεως και αθανασίας ψυχής υπό λογικήν έποψιν υπό Γρηγορίου Ιεροδ. Λεσβίου (Γαλάτσι 1875), σελ. Ι-ΙV.

32. Βλ. Κανονισμός του εν Γαλαζίω Ελληνικού Σωματείου «Ερμής» (Γαλάτσι 1897).

33. Σαρρής, Ι., «Γαλάζιον», στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 8 (Αθήνα 1929), σελ. 31. Γαλλικό και οθωμανικό εμπορικό επιμελητήριο είχαν οργανωθεί στο Γαλάτσι ήδη από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, πρβ. Foreign Office/Annual Series, No 662, Roumania. Report for the year 1889 on the Trade and Commerce of the Consular District of Galatz (London 1890), σελ. 11.

34. Γενικά για την εκδοτική κίνηση στο Γαλάτσι αυτήν την περίοδο, με την έμφαση βέβαια να δίνεται στις ρουμανικές εκδόσεις, βλ. Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), σελ. 285-294.

35. Στη βιβλιογραφία των Φίλιππου Ηλιού – Πόπης Πολέμη καταγράφονται 55 ελληνικές εκδόσεις στο Γαλάτσι. Βλ. Πολέμη, Π., Ελληνική Βιβλιογραφία 1864-1900. Συνοπτική αναγραφή. Εισαγωγή, συντομογραφίες, ευρετήρια (Αθήνα 2006), σελ. 65.

36. Cicanci, O., Presa de limbă greacă din România în veacul al XIX-lea (Bucureşti 1995), σελ. 158. Για την προσωπικότητα και τη δράση του Δόσιου βλ. Papacostea-Danielopolu, C., Comunitățile greceşti din România în secolul al XIX-lea (Bucureşti 1996), σελ. 115-118.

Συγγραφή : Κοντογεώργης Δημήτριος (1/10/2007)
Για παραπομπή: Κοντογεώργης Δημήτριος, «Γαλάτσι», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
URL:


Galaţi
Συγγραφή : Kontogeorgis Dimitrios (1/10/2007)
Μετάφραση : Tsokanis Anna
Για παραπομπή: Kontogeorgis Dimitrios, "Galaţi",
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
URL:

1. Human geography

Galaţi is located in Southern Moldavia, 180 km from the Black Sea. It is a port on the junction of two rivers, the Danube and the Siret (Bistriţa), very close to the former’s junction with the river Prut, south of the lake Brateş. It is connected via railway to Bucharest and via motorway to most of the Romanian cities. The Greek name “Galazion” is a corrupt pronunciation, or rather an archaism, of the Romanian name Galaţi.

Its commercial development led to the location of many foreigners, mainly Greeks, Armenians and Jews, who along with Romanians constituted the main ethnic-religious groups in the city as early as the 18th century. The lack of statistics, however, prevents the determination of their number. Considering the circumstances regarding the area, Galaţi was at the beginning of the 19th century and from a demographical point of view an important urban centre of ca. 8,000 inhabitants. Information on the exact number of Greeks residing in the city during the first half of the 19th century is scarce and not always definite. It is incontestable, however, that many Chians, Κephalonians and Ithacans had located in Galaţi, the total population of which had rocketed to 26,050 in 1859 making it the fifth greatest city of the United Principalities (Moldavia-Wallachia). This demographical change was due not only to the indisputable increase in the number of Romanians settling in the city, but also because of the arrival of many foreigners, mainly Greeks, Italians and Jews.1

Τhe second half of the 19th century and until World War I Galaţi demonstrated, despite the fact that Galaţi’s importance as a commercial centre had degraded after 1878, a notable demographic increase and from 1899 onwards Galaţi was the fourth largest city in the country. Specifically, 62,545 people inhabited Galaţi, the majority naturally being Romanians (38,283), even though the presence of foreigners was strong. There were many Jews (ca. 13,520), followed by subjects of Austria-Hungary, quite often Romanians of Transylvania (3,825) and Greek subjects (3,587). Russians, Germans and Ottomans also resided in town.2 To indicate the speed at which the population was increasing, a fact evident in all of the Danubian cities of Romania, it is worth mentioning that 40,022 people were living in town in 1882.3

Galaţi, however, as most of the Moldavian cities, faced a relative demographic deadlock during the Interwar period, since its population rose from 101,148 inhabitants in 1930 to just 102,311 in 1937 and dropped to 90,137 in 1941. The economic reform during the Postwar period led to a population increase and in 1973 the inhabitants amounted to 179,189.4

Greeks living in town originated from many places, but Ionians were the majority. Indeed, according to data from the consulate, in 1885 out of the 1,556 adult male Greek subjects, 686 came from Kephalonia, Ithaca and Paxoi islands, while many of the rest originated from the Cyclades (378).5

2. History

Information about Galaţi dates back to the 15th century, even though it is possible that some kind of settlement had already been built as early as the previous century. It was a small, but significant commercial but mainly fishing centre, considering the restricted capacity of the local economy, strongly supported by the Moldavian princes, especially since the other important commercial cities of the Principality, like Kiliya and Cetatea Albă (Akkerman-Asprokastro, today Bilhorod-Dnistrovs’kyi), had been occupied by the Ottomans. Gradually, from the middle of the 17th century, Galaţi developed in the shipping and ship-building. Ships from many areas of the Ottoman Empire (Egypt, Smyrna) arrived at the port, and so did ships from Western Europe and Italy from 1774, when some of the prohibitions concerning the entrance of foreign, i.e. European, ships to the Danube had been revoked by the Porte. Indeed, during that time many Greeks from the Ionian Islands, who since 1814 were considered British subjects, settled in town participating greatly in the establishment of strong commercial relations between the portal city on one part and the Central and Western European countries on the other.6

Except its financial significance, Galaţi was also one of the centres of the secret society Society of Friends (Filiki Etaireia). Among the many Greeks initiated was the city’s military commandant Vasileios Karavias, who fought off the Turks in February 1821. The Ottoman army repossessed Galaţi in May with heavy losses among the non-belligerent population.7

The city boomed especially from 1829 onwards, since the Treaty of Adrianople (Edirne) determined that the grain trade would be free of restrictions, while a further push was given in 1837, when it was proclaimed a free port. The commerce and shipping business grew, the population increased and many merchants and bankers were drawn to the city. Recognition of its significance in these financial sectors was the 1856 decision for it to serve as a seat to the Danube European Committee.8

Galaţi was also one of the centres of the movement to unify the two Principalities, effectuated in 1859 with the election of the boyar Alexandru Ioan Cuza, who furthermore hailed from the city, as Prince of both Moldavia and Wallachia.9

Despite the fact that during the second half of the 19th century it remained a major commercial and shipping centre, Galaţi developed mainly industrially and the city’s workers played an important part during the first phases of the socialist movement in the country. Postwar Galaţi developed into one of the greatest industrial centres in Romania with leading iron and machine manufacturing industries. Progress was made in education as well (University, Technical University).10

3. Economy

Galaţi was one of the most important financial centres initially of Moldavia and after the unification of the two principalities (1859) in all of Romania. It was a primary export port for Moldavia, while later on played a prominent part in the country’s import trade. Since the last decades of the 19th century, and especially during the Interwar period, it became a significant industrial centre. 

3.1. Agriculture

In Galaţi’s mainland grew some the most productive wheat-crops in Moldavia, although the city’s reputation mainly came from its vineyards. It should also be mentioned that timber from the principality’s hills, as well as from the neighbouring Dobrudja, was exported through the port. Animal husbandry was insignificant.11

3.2. Manufacturing - Industry

A few food-processing industries and some small ship-yard workshops had been founded in Galaţi during the fourth and fifth decade of the 19th century, but the industrial sector really boomed from the second half of the 19th century onwards, especially after the measures implemented by the Romanian government to bolster up industrial activity (1886-1887). 

The sector that developed most involved the comestibles market (i.e. flour industries, distilleries), even though sectors of heavy industry were also present, such as iron manufacturing, ship-building and mainly timber process and paper companies, rather small however up until 1914. Greek emigrants like Lambrinidis, Ioannis Millas and P. Zafeiratos, were prominent in the flour industry and the confectionary market, while Jews were dominating the other industrial sections.12

During the Postwar period, industrial development increased, the emphasis shifting towards heavy industry with 13 machine manufacturing and metallurgic sites, as well as 18 textile industries, a sector barely developed prior to 1914.13

3.3. Commerce - Shipping

After 1837, when the port was proclaimed a free one (porto franco), Galaţi demonstrated incredible financial growth, one that earned it the name “Danubian Odessa”, as was the ambition of the Moldavian Prince Mihail Sturdza. It was connected to the greatest Mediterranean ports, such as Livorno, Trieste, Marseille, Genoa, but also English ones, where it exported mainly wheat, necessary for the rapidly growing economy of Western Europe, as well as good quality timber. At the same time, although on a lesser scale, it operated as an import centre.14

The role of Greek mercantile houses, especially the ones founded by Chians like P. Argentis, Rodokanakis and the Kephalonian Panas, was cardinal regarding the increase in trade, even though the contribution of Genoan merchants, like F. Pedemonte, who rivalled quite successfully the Greek merchant houses, should not be underrated.15

Commercial development essentially decelerated after 1880, due to a number of factors. Firstly, smaller merchants and ship-owners were afflicted by the abolition of the “porto franco” status and consequently reacted strongly. The most important reasons, however, were the annexation to Russia of three Bessarabian regions, which until then constituted the most fertile Moldavian mainland, as well as the improved connection, both with railway and river-boats, of Brăila with the wheat-producing areas of Romania. One more factor was the great development of the competitive ports of Constanţa and Sulina. Galaţi, however, remained one of the main importing ports in the country until 1914, as well as an exporting one, as far as timber was concerned.16

The general deadlock afflicted the Greeks as well, who saw themselves supplanted by Jewish commercial houses as in Odessa at the same time. Regarding shipping, however, especially the one concerning river faring, they held their potent status. The leading Greek ship-owners considered to be the Athanasoulis Bros, the Antypas Bros, as well as G. Koutavas. The rather small average of their river-boats’ tonnage indicate that they were largely owners of “shleps”, appropriate for the river Prut, where vessels had to be smaller because of the shallow waters.17

4. Society – Institutions – Administration

4.1. Administration

Galaţi was the capital of the Covurlui prefecture and also served as seat not only to political authorities, but also to the Bishop of lower Danube (Dunărea de Jos). 

Its Greek community was one of the most significant ones in Romania. It was founded in 1864 in order to assist the construction of the Greek-Orthodox church and the most esteemed Greeks of the town, mostly Chians, participated in its first committee. Indicatively, the grand merchants Andreas Panas, Konstantinos Sakoumanos, Ioannis Sekiaris, Odysseas Negrepontis, as well as the Chian doctor I. Vouros, had served as members of the communal committee. 

In 1864 the community’s first statute was composed and printed, stating that a seven-strong committee would have the responsibility of the communal affairs, meaning the construction of the church and the foundation of “preliminary” schools, counseled by a twelve-strong council. In 1899, the community proceeded to a slight revisal of the 1864 statute and it was determined that from then on three three-strong committees would be elected to tend to different duties, one for the church, the other for the educational “institutions” and the third in order to manage the communal revenue. The communal council would continue to monitor the committees’ activities. Lastly, during the Interwar period, the Greeks of Galaţi composed a third statute, revising a few points of the second one.18

The Greek community was officially recognized by the Romanian authorities with the protocol attached to the Greek-Romanian commercial agreement of December 19th, 1900 and, despite the problems Greeks in town met during the cease of diplomatic relations between the two countries, they remained there until the first Postwar years, when the community was essentially dissolved under the pressure of the communist regime.19 Greeks, however, continued to serve as churchwardens in the Greek church until the 1960’s. The church re-operated after 1989.

4.2. Religion

In 1865 Andreas Panas, Dimitrios I. Rodokanakis and Sp. G. Topalis requested from the Prince Alexandru Ion Cuza the permission to build a Greek church. Their request was granted by the Prince on June 26th, 1865.20 The foundation stone was laid on August 6th, 1866 by Melchisedek, Bishop of lower Danube, and the construction of the church, dedicated to the Transfiguration of Christ the Savior, was completed and inaugurated in September 1872 (17/09/1872).21

The church, spacious but not as grandiose as the one in Brăila, was the centre of the Greek community, since around it were the communal buildings and the school. During the Postwar period and because of the gradual decay of the Greek community, the church was ceded to the Romanian diocese, while after 1989 it was proclaimed to be a mixed “Greco-Romanian” church. 

In Galaţi, except the many Orthodox Romanian churches, a Bulgarian one and several Jewish synagogues, a Protestant church, a Roman Catholic one, a Calvinist one and a mosque had also been built as early as the middle of the 19th century.22

5. Education

Education had not been systematically organised in town during the 17th and 18th centuries; a possible reason is that Galaţi was not a bishopric seat.23 There are, however, records of Greek schools during the late 18th and early 19th century, such as the one directed by Dimitrios Ithakisios. 

Greek letters flourished essentially from the middle of the 19th century onwards, during the time the Greek community dominated the city both socially and financially. Galaţi then became the most significant educational centre for the Greek diaspora in Romania. Important educational institutions were founded in town, some of them of the secondary level. The most notable ones, where alongside the Greek and Romanian language the students were also taught foreign languages as well as commercial studies, were the Venieris “Institute” and the Ch. Mitropoulos “Greek Lyceum” founded in 1857 and 1859 respectively. Indeed in Venieris’ school, which remained open until the beginning of the 20th century, esteemed scholars served as educators, such as Christos Androutsos, later Professor of Theology in the University of Athens, Nikolaos Dosios and Dimosthenis Rousos, Professor of Byzantine Studies in the University of Bucharest. In Galaţi, moreover, as early as the sixth decade of the 19th century a few all-girls elementary schools were also established.24

Alongside these private establishments, communal all-boys and all-girls elementary schools existed as well, founded since 1864 and continuing to operate until the first Postwar years. During the Postwar period, the community also took over the private gymnasium of Dionysios Pylarinos, recognized by the Greek government since 1904.25

Let it be noted here that in contrast to the Brăila community, where due to inter-communal dispute or interference from the Romanian authorities the schools closed from time to time, in Galaţi they continued to operate smoothly, while they even remained open between 1906-1909, when almost the total of all Greek schools in Romania, either communal or private ones, were closed down by governmental mandate.26

Romanian education was also blooming in town, especially after the unification of the two Principalities. New buildings were constructed for the numerous all-boys and all-girls primary schools, while an adults’ school, a Nautical Academy, a Commercial School, a theological Seminary, as well as a Pedagogic Academy, were also founded, the gymnasiums notwithstanding.27

Naturally, the other ethnic and religious minorities, such as Jews, Roman Catholics or Protestants, had also founded schools. In fact, during the period 1891-1892, the Jews kept about 25 schools, mainly elementary ones, while in 1905-1906, alongside 6 schools of the “traditional” type, 2 modern “Judeo-Romanian” all-boys and 1 all-girls school also existed.28 Lastly, renowned was the Roman Catholic all-girls school of “Nôtre Dame”, one of the best organised private schools in Romania, which had been accused, however, of “de-Romanazing” the country’s youth.29

6. Associations

During the 1860s there were a few Greek associations in Galaţi which, although typically of philanthropic character, essentially served national-political purposes. The most important was the “Philanthropic Greek Association of Galaţi”, founded in 1861 in order to co-ordinate the political action of Greeks living in the city in collaboration with the Greek sub-consul, while next year the Philanthropic Association “Pronoia” was founded, also carrying a political, anti-Othonian agenda.30

From the beginning of the next century, the educational fellowship “Greek Philomousos Association” was founded, but its limited activity led to a rather quick dissolution. It appears that the unfaltering interest the communal committee demonstrated towards both boys’ and girls’ education and towards the indigent members of the Greek community, as well as the establishment of many well-organised Greek private schools, rendered any action on behalf of Greek associations towards those directions redundant.31 In 1896, however, another association named “Hermes” was founded, mainly as a club and reading-study for the members of the Greek community. This specific society was officially recognized by the Romanian authorities.32

Lastly, during the Interwar period there was a “Greco-Romanian Commercial Chamber” operating from Galaţi aiming to strengthen the commercial relations between the two countries, while an athletic club had also been founded (“Panellinion”).33

7. Publishing

During the 18th century, no printing houses existed in town; from 1830 onwards, however, the city became a notable printing centre, considering the minimum publishing activity in Moldavia. After the Principalities’ unification, publications flourished, especially the periodical ones. Political, commercial and shipping newspapers circulated, as well as journals, while more than four printing houses were in operation (i.e. Nebunelli’s and Antoniady’s). Jewish publications in Romanian and Yiddish were also significant.34

From 1859, the number of Greek books published in Galaţi increased, although no comparison can be made to contemporary activities in Bucharest or Brăila. The publications regarded mainly school and community regulations, translations from ancient Greek and other educational books, as well as several speeches.35

It should be mentioned, moreover, that a few Greek newspapers were published in Galaţi, such as Syllogoi (Associations) during the period 1873-1877 and the notable journal Istros, the director of which was the esteemed scholar Nikolaos Dosios.36

1. Iacob, Gh., “Populaţia. Transformări sociale”, in Platon, Gh. (ed.), Istoria Românilor 7:2 (Bucureşti 2003), p. 57.

2. See. Colescu, L., Recensământul general al Populațiunei României. Rezulatate definitive (Bucureşti 1905), p. 89. Among the Ottoman subjects, the majority were Orthodox Christians, Greeks, Albanians and Bulgarians from Macedonia and Epirus. It is noteworthy that at the same time Dionysios Metaxas-Laskaratos amounts the Greeks of Galaţi up to 5,000; see Ελληνικαί παροικίαι Ρωσσίας και Ρωμουνίας (Βραΐλα 1900), p. 124.

3. Tezaur documentar gălăţean (Bucureşti 1988), pp. 223-224. The Greeks in this census, executed by the Municipality, were 4,403, including not only Greek subjects, but also residents of Greek origin. For the increase of population in Danubian cities in general, see Iacob, Gh., “Populaţia. Transformări sociale”, in Platon, Gh. (ed.), Istoria Românilor 7:2 (Bucureşti 2003), p. 57.

4. Lazarovici, Gr.,-Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), pp. 86, 102, and Cucu, V., România. Cartea de vizită a oraşelor (Bucureşti 1973), pp. 39-40.

5. Petrescu, Şt.I., Diaspora greacă şi societatea românească în secolul al XIX-lea (Master Universitatea Bucureşti Facultatea de istorie 2005), appendix 10.

6. See in general, Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), pp. 23-25, and in detail, Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 Ι (Galaţi 1994), passim. For more details on the “Ionian” merchants of Galaţi, see Cernovodeanu, P., “L᾿activité des maisons de commerce et des négociants ioniennes du Bas-Danube durant l᾿intervalle 1829-1853”, in Actes du II-e Colloque International d’Histoire I (Αθήνα 1985), pp. 91-105.

7. Σαρρής, Ι., «Γαλάζιον», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 8 (Αθήνα 1929), p. 31. See in detail, Βρανούσης, Λ.Ι. – Καμαριανός, Ν. (ed.), Η Εταιρεία των Φιλικών και τα πρώτα συμβάντα του 1821: ανέκδοτα απομνημονεύματα, προκηρύξεις, γράμματα κ.ά. κείμενα (Αθήνα 1964), pp. 53-60.

8. Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), pp. 28-115. For the terms of the Treaty of Adrianople, see in detail Jelavich, B., Russia and the Formation of the Romanian National State, 1821-1878 (Cambridge 1984), pp. 29-31.

9. For the relationship of Cuza with Galaţi, where he had also served as a judge, see Giurescu, C.C., Viaţa şi opera lui Cuza Vodă (Bucureşti 1966), pp. 60-69.

10. Lazarovici, Gr.,-Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), pp. 116-125.

11. See the report of the Greek consul in Galaţi E. Antypas in Συνέχεια του υπ’ αριθ. 89 Παραρτήματος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του έτους 1890. Ετήσιοι εκθέσεις περί εμπορίου ναυτιλίας κ.τ.λ. των προξενικών αρχών της Α.Μ. κατά το έτος 1889 (Αθήνα 1890), pp. ρογ'-ροδ'.

12. Păltănea, P., Istoricul oraşului Galati de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), pp. 157-165, and Συνέχεια του υπ’ αριθ. 89 Παραρτήματος της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του έτους 1890 Ετήσιοι εκθέσεις περί εμπορίου ναυτιλίας κ.τ.λ. των προξενικών αρχών της Α.Μ. κατά το έτος 1889 (Αθήνα 1890), pp. ροδ'-ροζ'. Detailed description of the most important industries in Galaţi is included in the volume Anchete Industriale. Descrierea amănunţită a tuturor stabilimentelor industriale din oraşul Galaţi (Galaţi 1901). List of the city’s industries in 1900, 37 in total, in Ancheta Industrială din 1901-1902, Industria Mare (Bucureşti 1902), pp. 33-34.

13. Lazarovici, Gr.,-Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), pp. 102-103.

14. Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), pp. 36-70.

15. Buşe, C., Comerțul exterior prin Galați sub regimul de porto-franco (1837-1883) (Bucureşti 1976), pp. 71-75. For the structure and operation of Chian mercantile houses in the most important ports of the Mediterranean and the Black Sea, see Χαρλαύτη, Τ., Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας 19ος-20ός αιώνας (Αθήνα 2001), pp. 129-161.

16. See Καρδάσης, Β., Από του ιστίου εις τον ατμόν. Ελληνική εμπορική ναυτιλία 1858-1914 (Αθήνα 1993), pp. 123-124.

17. See Φωκάς, Σπ., Οι Έλληνες εις την ποταμοπλοΐαν του Κάτω Δουνάβεως (Θεσσαλονίκη 1975), pp. 120-121, 142.

18. Κανονισμός της εν Γαλατσίω Ελληνικής Κοινότητος (s.l., s.d.), Κανονισμός της εν Γαλαζίω Ελληνικής Κοινότητος (Γαλάτσι 1899) και Ελληνική Κοινότης Γαλαζίου Κανονισμός ψηφισθείς κατά την γενικήν των Μελών συνέλευσιν της 31ης Αυγούστου 1924, και τεθείς εν ισχύϊ ένα μήνα ακριβώς μετά την ψήφισίν του (Αθήνα 1926).

19. Streit, G., Mémoire sur la question des Communautés Helléniques en Roumanie (Athènes 1905), pp. 26-28; Ministry of Foreign Affairs, Διπλωματικά Έγγραφα κατατεθέντα εις την Βουλήν υπό του επί των εξωτερικών υπουργού (Αθήνα 1906), pp. 38‑39, and Σφέτας, Σ., «Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνο‑ρουμανικών πολιτικών σχέσεων (1866‑1913)», Μακεδονικά 33 (2001‑2002), pp. 42‑43.

20. Κουρελάρου, Β. π., Οι Εκκλησίες των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ρουμανίας τον ΙΘ’ αιώνα (unpublished PhD dissertation, Aristotle University of Thessaloniki, Θεσσαλονίκη 2004), p. 163. Also see Direcţia Judeţeană Galaţi a Arhivelor Naţionale, fol. 43/1865, No. 21864, 26 June 1865, f. 4.

21. Κουρελάρου, Β. π., Οι Εκκλησίες των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ρουμανίας τον ΙΘ’ αιώνα (unpublished PhD dissertation, Aristotle University of Thessaloniki, Θεσσαλονίκη 2004), pp. 163-164.

22. Lazarovici, Gr.,-Stanciu, Şt., Galati History and Present Times (Galaţi 2003), pp. 84-85.

23. During the 17th and 18th centuries, the most important educational centres of the Principalities were either monasteries or bishopric seats, as the ones of Rimnic, Huşi and Roman, as they were connected directly to ecclesiastical bodies. Consequently, since Galaţi was not a significant ecclesiastical centre, it was probably excluded from the organisation of educational establishments.

24. Μπελιά, Ε.Δ., «Ο Ελληνισμός της Ρουμανίας κατά το διάστημα 1835-1878 (Συμβολή στην ιστορία του επί τη βάσει των ελληνικών)», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 26 (1983), pp. 30-31, Papacostea-Danielopolu, C., Comunităț ile greceşti din România în secolul al XIX-lea (Bucureşti 1996), pp. 85-89. Also see Μπαμπούνης, Χ.Δ., «Το Ελληνικό Εκπαιδευτήριο Βενιέρη στο Γαλάτσι της Ρουμανίας (1857-1899)», Θητεία Τιμητικό αφιέρωμα στον Καθηγητή Μ.Γ. Μερακλή (Αθήνα 2002), pp. 447-456.

25. For the communal all-boys elementary school and the communal gymansiun (secondary school) see Κανονισμός της Προκαταρκτικής Σχολής της εν Γαλατσίω Ελληνικής Κοινότητος (Γαλάτσι 1864) and for the gymnasium see Ελληνική Κοινότης Γαλαζίου Λογοδοσία των πεπραγμένων μετ’ αναλυτικού πίνακος ισολογισμού χρήσεως 1920-1923 (Κωνστάντζα s.d.), pp. 4-7. Regarding the recognition of Dionysiοs Pylarinos’ private educational establishment “Athena” as equivalent to the Greek gymnasiums from the Greek Minisrty of Education, see Ministry of Foreign Affairs’ Diplomatic and Historical Archives, fol. 45/1, 1905, Légation royale de Grèce en Roumanie [Α. Τομπάζης], No. 764, 30 October 1904, προς Α. Ρωμάνον, Υπουργόν των Εξωτερικών.

26. Ράδος, Λ., «Τα ελληνικά σχολεία της Ρουμανίας στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα», Δημάδης, Κ.Α. (ed.), Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα Γ’ (Αθήνα 2007), pp. 145-147.

27. Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), pp. 245-278.

28. Râşcanu, Gh., Istoricul invățământului particular în România din timpurile cele mai vechi până în zilele noastre (Bucureşti 1906), pp. 192, 224-225. Alao see Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), pp. 280-281.

29. Pacu, M., Cartea judeţului Covurlui (Bucureşti 1891), pp. 185-187. The all-girls school had been founded in 1867, and besides offering a full programme for both elementary and secondary studies, it also managed an orphanage.

30. Καραθανάσης, Α.Ε., «Η φιλανθρωπική ελληνική αδελφότητα του Γαλατσίου (1861)», Βαλκανική Βιβλιογραφία VI (1977), pp. 143-149. For the Philanthropic Association "Pronoia" see the comments in Δημήτρης Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση. Προς μία ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα (Αθήνα 2003), pp. 215-216. For associations in general, see Κοντογέωργης, Δ.Μ., «Οι ελληνικοί σύλλογοι στη Ρουμανία κατά το 19ο αιώνα. Συμβολή στη μελέτη της ανάπτυξης του συλλογικού φαινομένου στον παροικιακό ελληνισμό», in Δημάδης, Κ.Α. (ed.), Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα Γ’ (Αθήνα 2007), pp. 91-104.

31. See Περί υπάρξεως και αθανασίας ψυχής υπό λογικήν έποψιν υπό Γρηγορίου Ιεροδ. Λεσβίου (Γαλάτσι 1875), pp. Ι-ΙV.

32. See Κανονισμός του εν Γαλαζίω Ελληνικού Σωματείου «Ερμής» (Γαλάτσι 1897).

33. Σαρρής, Ι., «Γαλάζιον», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 8 (Αθήνα 1929), p. 31. A French and an Ottoman commercial chamber had been established in Galaţi as early as the last decade of the 19th century, compare to Foreign Office/Annual Series, No 662, Roumania. Report for the year 1889 on the Trade and Commerce of the Consular District of Galatz (London 1890), p. 11.

34. For the publication activity in Galaţi during this period, with an emphasis on Romanian publications, see Păltănea, P., Istoricul oraşului Galaţi de la origine până la 1918 II (Galaţi 1995), pp. 285-294.

35. In the bibliography of Philippos Iliou-Popi Polemi, 55 Greek publications are recorded in Galaţi. See Πολέμη, Π., Ελληνική Βιβλιογραφία 1864-1900. Συνοπτική αναγραφή. Εισαγωγή, συντομογραφίες, ευρετήρια (Αθήνα 2006), p. 65.

36. Cicanci, O., Presa de limbă greacă din România în veacul al XIX-lea (Bucureşti 1995), p. 158. For Dosios see Papacostea-Danielopolu, C., Comunităț ile greceşti din România în secolul al XIX-lea (Bucureşti 1996), pp. 115-118.