Στο συνέδριο αυτό συμμετείχαν οι ίδιοι οι ηγεμόνες, ή εκπρόσωποι αυτών, της Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας και Γαλλίας, καθώς και της Αγγλίας που συμμετείχε ως παρατηρητής. Σκοπός του συνεδρίου αυτού ήταν η επίλυση διαφόρων προβλημάτων που είχαν ενσκήψει αμέσως μετά τους Ναπολεοντείους πολέμους και της διατήρησης των υφισταμένων καθεστώτων σε ειρηνική συνύπαρξη.
Ιστορικό:
Το Συνέδριο αυτό αποτελούσε στη πραγματικότητα συνέχεια του Συνεδρίου του Τρόππαου που είχε πραγματοποιηθεί στα τέλη του προηγούμενου έτους 1820, από τις ίδιες δυνάμεις, στο μανιφέστο του οποίου με ειδικό υπόμνημα του υπουργού εξωτερικών Κάσλριγκ (Castlereagh) της Αγγλίας (19 Ιανουαρίου 1821) είχε αμφισβητηθεί το δικαίωμα της πολιτικής των επεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων στην καταστολή οποιουδήποτε επαναστατικού κινήματος.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα κράτη μέλη της Ιεράς Συμμαχίας να επανέλθουν σε συνεδρίαση και να εξετάσουν τα νέα διεθνή δεδομένα όπως αυτά είχαν την εποχή εκείνη διαμορφωθεί όπως το επαναστατικό κίνημα που είχε εκραγεί (1 Ιανουαρίου του 1820) στην Ισπανία κατά του Βασιλιά Φερδινάνδου Ζ΄, σε ηγεμονίες της Ιταλίας και ειδικότερα με την επανάσταση της Νάπολης και την αιματηρή καταστολή της από τα αυστριακά στρατεύματα, κατά του Βασιλιά Φερδινάνδου του Α΄, καθώς και σε θύλακες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το Σερβικό ζήτημα, μέχρι τότε, αν και ήταν ήδη γνωστή και η ανταρσία του Αλή Πασά.).
Το Συνέδριο:
Για τη διάσκεψη του συνεδρίου αυτού οι Ηγεμόνες και αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συνέλθουν στη πόλη Λάιμπαχ, πρωτεύουσα του άλλοτε Δουκάτου της Καρνιόλα ή Κράινας, περίπου 70 χλμ. Α. της Τεργέστης, έτσι ώστε «οι σύνεδροι να βρίσκονται εγγύτερα των γεγονότων». Το συνέδριο ξεκίνησε στις 26 Ιανουαρίου του 1821 με την παρουσία του Αυτοκράτορα της Ρωσίας συνοδευόμενου υπό του υπουργού του επί των Εξωτερικών, του Ιωάννη Καποδίστρια (όπως φέρεται στην Ευρωπαϊκή ιστορία), του Αυτοκράτορα της Αυστρίας με την παρουσία και του Μέττερνιχ, ενώ η Πρωσία και η Γαλλία εκπροσωπούνταν με πληρεξούσιους. Τη δε Αγγλία εκπροσωπούσε ο πρέσβης της στη Βιέννη Λόρδος Στιούαρτ, χωρίς όμως με την απαραίτητη άδεια πληρεξούσιου, ο οποίος και συμμετείχε ως παρατηρητής.
Επίσης στο συνέδριο είχαν κληθεί και άλλοι μικρότεροι ηγεμόνες όπως μεταξύ άλλων ο Φερδινάνδος, Βασιλιάς της Νάπολης, και ο Δούκας της Μόντενα.
Στη διάρκεια του συνεδρίου με την άφιξή του ο Φερδινάνδος ανακάλεσε τον όρκο του προς το Σύνταγμα των επαναστατών. Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια στις 2 Φεβρουαρίου (1821) η Αυστρία να διαθέσει 52.000 στρατό (υπό τον Φερδινάνδο Α΄) και να επέμβει δυναμικά στο Βασίλειο της Νάπολης το οποίο και κατέλαβε, ενώ παράλληλα εισέβαλε στο Πεδεμόντιο όπου και κατέστειλε και την εκεί εξέγερση.
Αρχικά το Συνέδριο αποδέχθηκε θετικά το γεγονός της εισβολής καθόσον ο Μέττερνιχ προσπαθούσε να επιβάλλει την αναγκαιότητα αυτή των επεμβάσεων των Μεγάλων Δυνάμεων ως μόνο τρόπο της διασφάλισης της ειρήνης σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο και επ΄ αυτού πάσχιζε τη συναίνεση όλων των πλευρών που ουσιαστικά αντιστρατεύονταν την αγγλική άποψη για την οποία και δημιουργήθηκε έριδα μεταξύ Αγγλίας και Αυστρίας, ενώ το μέρος της Αυστρίας (που υποστήριζε ότι η επέμβασή της ήταν καθαρά δική της










