Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοκυμαντέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντοκυμαντέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
2/4/15
3/10/14
23/3/13
Ο Ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στην Επανάσταση του 1821
Από την εκπομπή της ΝΕΤ: Η Μηχανή του Χρόνου
Ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων στην Επανάσταση... von KRASODAD
7/1/13
Τι ήταν η εξέγερση της Λιβύης;ΜΕΡΕΣ ΟΡΓΗΣ: Εξάντας
Τι ήταν η εξέγερση της Λιβύης; Μια λαϊκή επανάσταση που τερμάτισε με τον πιο απόλυτο τρόπο ένα τυραννικό καθεστώς; Ή μία ενορχηστρωμένη διεθνής παρέμβαση εναντίον ενός ηγέτη που είχε γίνει ενοχλητικός;
Το "Μέρες Οργής" διηγείται στιγμή προς στιγμή το τι διαδραματίστηκε από την έναρξη της επανάστασης μέχρι το τέλος της, τόσο στα πεδία των μαχών, όσο και στο διπλωματικό πεδίο. Διερευνά τα αίτια της επανάστασης και της μετέπειτα Νατοϊκής επέμβασης, προσπαθώντας να φωτίσει το παρόν και το μέλλον μιας χώρας που επί 42 χρόνια ταυτίστηκε με τον Μουαμάρ Καντάφι.Παρακολουθείστε το Ντοκιμαντερ στον Εξάντα, κάνοντας κλίκ εδώ
28/12/12
BBC Four - The Curse of Oil (Documentary)
The Curse of Oil 3
The curse of oil 3 - The Wilderness ep. 3/3 (documentary) from Documentate on Vimeo.
16/12/12
9/12/12
Καππαδοκία (Αρχαιότητα) + Ντοκυμαντέρ για τις υπόγειες πόλεις της
Υπόγειοι κόσμοι ~ Καππαδοκία - History Channel von KRASODAD
(Βέβαια το Ντοκυμαντέρ κάπου παραποιεί ορισμένα ιστορικά στοιχεία...Τούρκικη οπτική γωνία ...αλλά αξίζει να το δείτε, ιδίως όσοι δέν έχετε επισκεφτεί την Καππαδοκία)
Συγγραφή : Σοφού Αθανασία (26/9/2001)
1. Ονομασία
Η προέλευση της ονομασίας «Καππαδοκία», που μαρτυρείται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο, αποδίδεται από τους αρχαίους συγγραφείς είτε σε έναν ομώνυμο Πέρση, στον οποίο εκχωρήθηκε η περιοχή αυτή ως ανταμοιβή επειδή έσωσε τον Πέρση βασιλιά από ένα λιοντάρι, είτε στον Ασσύριο ήρωα Καππάδοκο, το γιο του Νινύου, ή, τέλος, στον ποταμό Καππάδοκο. Σύμφωνα με τους νεότερους ερευνητές αποτελεί τη μεταφορά στην ελληνική γλώσσα του πιθανότατα μη περσικού τοπωνυμίου “Katpatuka”, που σημαίνει «η χώρα των ωραίων αλόγων», και το οποίο με τη σειρά του συνιστά πιθανόν επιβίωση της χεττιτικής ονομασίας “Kizzuwatna”.
Οι αρχαίες πηγές μνημονεύουν την περιοχή και ως «Ασσυρία», «Λευκοσυρία», «Λευκοσυριακή», οι δε κάτοικοί της εκτός από «Καππαδόκες» καλούνταν και «Σύριοι», «Ασσύριοι» και «Λευκοσύροι», εθνικά που συνδέονται με την ασσυριακή κυριαρχία στην περιοχή αυτή, αφού «Σύριους» αποκαλούσαν οι Έλληνες τους Ασσύριους. Αντίθετα, η ονομασία «Συρία» δεν χρησιμοποιούνταν ποτέ για την περιοχή αυτή αλλά μόνο για την παλαιστινιακή Συρία. Ειδικά όσον αφορά την ονομασία «Λευκοσύροι», οι αρχαίοι συγγραφείς απέδιδαν το πρώτο συνθετικό της στο χρώμα της επιδερμίδας του λαού αυτού, που ήταν ανοιχτότερο από εκείνο των κατοίκων της νότιας Συρίας. Την ερμηνεία αυτή δέχεται μόνο μια μερίδα των νεότερων μελετητών, ενώ άλλοι τη θεωρούν ως λαϊκή ετυμολογία των αρχαίων Ελλήνων που μετέγραψαν στην ελληνική το θέμα “Lukki-” ή “Lyko” μερικών μικρασιατικών ονομάτων ως «Λευκο-». Τέλος, η αρμενική ονομασία “Gamirk” της Καππαδοκίας συνδέεται με επιδρομές των Κιμμερίων στη χώρα αυτή.1
2. Γεωγραφική τοποθέτηση
Ο γεωγράφος Στράβων, στον οποίο ανήκει η πληρέστερη σωζόμενη περιγραφή της περιοχής, παραλληλίζει την Καππαδοκία με τον ισθμό μιας μεγάλης χερσονήσου, της Μικράς Ασίας, ο οποίος ορίζεται από τον Εύξεινο Πόντο στο βορρά και τον Ισσικό κόλπο στο νότο. Σύμφωνα με την περιγραφή του, οι Καππαδόκες κατοικούσαν στην περιοχή που συνόρευε στα δυτικά με την Παφλαγονία, τη Φρυγία, τη Γαλατία και τη Λυκαονία, στα ανατολικά με την Κολχίδα, τη Μικρή και τη Μεγάλη Αρμενία, βόρεια με τον Εύξεινο Πόντο και νότια με την Τραχεία Κιλικία. Τα ακριβή σύνορά της με τις γειτονικές της περιοχές γνώρισαν πολλές μεταβολές στη διαχρονία.2 Ως εκ τούτου η ονομασία Καππαδοκία δεν προσδιόριζε την ίδια γεωγραφική περιοχή σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας ούτε οι εγκαταστάσεις των Καππαδόκων περιορίζονταν τοπικά εντός των συνόρων της περιοχής αυτής.
Ειδικά όσον αφορά τα βορειοδυτικά όριά της γνωρίζουμε ότι σε χρόνους προγενέστερους του 5ου αι. π.Χ. οι οικισμοί των Καππαδόκων Συρίων, όπως αποκαλούνταν οι κάτοικοί της, εκτείνονταν και δυτικά του Άλυος ποταμού, σε παράκτιες περιοχές που αργότερα ανήκαν στην Παφλαγονία. Τουλάχιστον από τον 5ο αι. π.Χ. ο Άλυς αποτέλεσε το φυσικό σύνορό της προς δυσμάς, ενώ προς ανατολάς η Καππαδοκία οριοθετούνταν πιθανόν από τον ποταμό Θερμόδοντα.3 Τα νότια σύνορα της Καππαδοκίας γνώρισαν μεγάλη μεταβολή με το πέρασμα των χρόνων. Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. έφταναν μόλις βορείως του Άλυος, ενώ η νοτίως του Άλυος κείμενη περιοχή, όπου σε μεταγενέστερους χρόνους οργανώθηκε το βασίλειο της Καππαδοκίας, την εποχή εκείνη ανήκε στην Κιλικία.4 Μέχρι τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. πιθανότατα είχαν ενταχθεί στην Καππαδοκία τα εδάφη νοτίως του Άλυος έως την οροσειρά του Ταύρου η οποία αποτέλεσε στο εξής το φυσικό σύνορο της περιοχής προς νότο.5 Προς δυσμάς η Καππαδοκία οριοθετούνταν από τον Άλυ, τη λίμνη Τάττα και τον Ταύρο. Τέλος, στα ανατολικά η περιοχή του Ευφράτη πρέπει να αποτελούσε το ανατολικό σύνορο με την Αρμενία, σύνορο το οποίο εκτεινόταν στη γραμμή Μελιτηνή-Σεβάστεια-Θεμίσκυρα.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Καππαδοκία έφτασε στη μέγιστη έκτασή της την περίοδο μεταξύ 5ου και 1ου αι. π.Χ. περίπου. Τον 1ο αι. π.Χ. παραδίδεται για πρώτη φορά η ονομασία «Πόντος» για το βόρειο τμήμα της, η οποία επικράτησε στους μεταγενέστερους χρόνους με αποτέλεσμα το βόρειο σύνορο της Καππαδοκίας να μετατοπιστεί πολύ νοτιότερα, στις οροσειρές εκατέρωθεν του άνω Άλυος.6 Έκτοτε τα σύνορα της Καππαδοκίας ταυτίστηκαν με εκείνα του βασιλείου της Μεγάλης Καππαδοκίας. Η έκταση της περιοχής αυτής υπολογίζεται περίπου στα 80.000 τ.χλμ.7
3. Γεωμορφολογία
Το τμήμα της Καππαδοκίας που διατήρησε αυτή την ονομασία και μετά τον 1ο αι. π.Χ. καταλάμβανε το κεντρικό οροπέδιο της Μικράς Ασίας σε ύψος περίπου 1.000 μ. από τη θάλασσα. Στην περιοχή αυτή δεσπόζουν ηφαιστειογενή βουνά, με υψηλότερο το όρος Αργαίος (3.916 μ.). Η ηφαιστειογενής δράση τους σε συνδυασμό με τη διάβρωση που επέφεραν τα στοιχεία της φύσης δημιούργησε ιδιόμορφους κωνικούς ορεινούς όγκους. Οι μονολιθικοί αυτοί σχηματισμοί λάβας αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του καππαδοκικού τοπίου, ιδιαίτερα δυτικά της Καισάρειας, γύρω από τα Κόραμα.
Το δυτικό μέρος της Καππαδοκίας είναι σχεδόν άδενδρο – με πυκνή βλάστηση καλυπτόταν μόνο το όρος Αργαίος καθώς και οι οροσειρές του Ταύρου και του Αντίταυρου, όπου υπήρχαν και άφθονα νερά. Ο Άλυς στα ΒΔ και ο Ευφράτης στα ανατολικά πρέπει να ήταν τα φυσικά σύνορα της περιοχής. Στην Καταονία πήγαζαν οι ποταμοί Σάρος και Πύραμος, ο τελευταίος μάλιστα ήταν πλωτός. Άλλοι ποταμοί της Καππαδοκίας ήταν ο Μέλας που πήγαζε στο όρος Αργαίος κοντά στην Καισάρεια και ο Καρμάλας που διέρρεε τη Σαργαραυσηνή και την Καταονία.8
4. Οικονομία
Οι λιγοστές και συχνά αντιφατικές πληροφορίες των πηγών δεν επιτρέπουν τη δημιουργία μιας σαφούς εικόνας για την αγροτική παραγωγή στην Καππαδοκία. Ο Κικέρων αποκαλεί την περιοχή έρημο, ενώ άλλες πηγές παραδίδουν ότι ήταν γόνιμη και πλούσια σε καρπούς. Το ηπειρωτικό κλίμα δεν ευνοούσε τις καλλιέργειες οπωροφόρων δέντρων, τις αμπελοκαλλιέργειες και την ελαιοπαραγωγή. Ο Στράβων παραδίδει ότι η Μελιτηνή ήταν η μόνη περιοχή της Καππαδοκίας όπου υπήρχαν καλλιεργημένα δέντρα, μεταξύ των οποίων και ελιές, και ότι το κρασί που παραγόταν εκεί, ο λεγόμενος «μοναρίτης οίνος», ήταν εφάμιλλο των ελληνικών κρασιών.
Αντίθετα, μεγάλη ανάπτυξη γνώρισε η καλλιέργεια των δημητριακών και κυρίως του σιταριού. Τα καππαδοκικά αρτοποιήματα ήταν περιώνυμα στο ρωμαϊκό κόσμο και οι Καππαδόκες θεωρούνταν οι καλύτεροι αρτοποιοί. Ο «καππαδοκικός άρτος» ήταν ένα είδος πολυτελείας που παρασκευαζόταν από λάδι, γάλα και ήταν ιδιαίτερα αλμυρός. Ωστόσο, το κλίμα με τις μεγάλες εναλλαγές ξηρασίας και ψύχους κατέστρεφε συχνά την αγροτική παραγωγή, με αποτέλεσμα η ακρίβεια και η πείνα να είναι συχνό φαινόμενο.
Από αρχαιοτάτων χρόνων σημαντική θέση στην οικονομία της περιοχής είχε η κτηνοτροφία. Η Καππαδοκία είχε μεγάλη παράδοση στην εκτροφή κυρίως ίππων, οι οποίοι συγκαταλέγονταν στις καλύτερες ράτσες, και δευτερευόντως υποζυγίων και προβάτων. Άλογα και ημίονοι από την Καππαδοκία εισάγονταν στην Ασσυρία. Μια ένδειξη για το μέγεθος της κτηνοτροφικής παραγωγής στην περιοχή είναι ο ετήσιος φόρος που εισέπρατταν οι Αχαιμενίδες βασιλείς από τους Καππαδόκες: 1.500 άλογα, 50.000 πρόβατα και 2.000 ημίονοι. Η σημασία της κτηνοτροφίας παρέμεινε αμείωτη και κατά τους Aυτοκρατορικούς χρόνους, είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες διατηρούσαν στην Καππαδοκία στάβλους με άλογα προοριζόμενα για ιππικούς αγώνες.
Μεγάλο μερίδιο στο εμπόριο της περιοχής είχε και ο ορυκτός της πλούτος. Οι πηγές αναφέρουν την ύπαρξη κοιτασμάτων πολύτιμων λίθων, και συγκεκριμένα ορυκτού κρυστάλλου, όνυχα, αλάβαστρου δεύτερης ποιότητας και ίασπη. Εξορυσσόταν επίσης ένας λευκός λίθος που έμοιαζε πολύ με το ελεφαντόδοντο και από τον οποίο οι Καππαδόκες έφτιαχναν λαβές σπαθιών και στιλέτων, και ένας άλλος λευκός λίθος που καλούνταν κατοπτρίτης επειδή χρησίμευε ως καθρέφτης. Καππαδοκικής προελεύσεως ήταν και ένα είδος διαμαντόπετρας, την οποία χρησιμοποίησε ο Νέρωνας για την επένδυση ενός ναού στη Ρώμη. Στην Καππαδοκία εξορυσσόταν η λεγόμενη σινωπική μίλτος, που ονομάστηκε έτσι επειδή εξαγόταν αρχικά από τη Σινώπη, προτού οι έμποροι τη διοχετεύσουν στην αγορά της Εφέσου. Ήταν χρωστική ουσία που είχε παράλληλα φαρμακευτικές ιδιότητες και σύμφωνα με το Στράβωνα ήταν άριστης ποιότητας και εφάμιλλη με την ιβηρική. Ένα άλλο καππαδοκικό προϊόν που υπήρχε σε αφθονία ήταν το αλάτι. Παραδίδεται επίσης η παραγωγή ατσαλιού και αρσενικού.
Ιδιαίτερης σημασίας ήταν τα κοιτάσματα αργύρου στη νότια Καππαδοκία, λόγω της μοναδικότητάς τους σε μια εκτεταμένη περιοχή. Η εκμετάλλευσή τους άρχισε τη χεττιτική περίοδο και συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας μέχρι και τα Νεότερα χρόνια. Αυτά τροφοδότησαν την παραγωγή του νομισματοκοπείου της Καισάρειας, το οποίο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα περισσότερα μεταλλεία ήταν προσωπική ιδιοκτησία των βασιλέων της Καππαδοκίας αρχικά, και αργότερα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων.
Γενικά, ο φυσικός πλούτος της Καππαδοκίας ήταν τέτοιος, ώστε μετά τη μετατροπή της σε ρωμαϊκή επαρχία ο αυτοκράτορας Τιβέριος την υπήγαγε διοικητικά στην άμεση δικαιοδοσία του για να έχει το αποκλειστικό δικαίωμα είσπραξης των φόρων της. Η προσάρτησή της στο ρωμαϊκό κράτος υπήρξε επωφελής και για τους απλούς Ρωμαίους πολίτες, αφού τα έσοδα από τη νέα επαρχία επέτρεψαν στον Τιβέριο να μειώσει στο μισό το τέλος της εκατοστής, ένα φόρο που ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν οι Ρωμαίοι πολίτες για την ενίσχυση του στρατιωτικού τους ταμείου.9
5. Διοικητική ιστορία
5.1. Πρώιμοι χρόνοι
Οι απαρχές της ιστορίας της Καππαδοκίας ανάγονται χρονικά στην Αρχαία Ασσυριακή περίοδο (περίπου 2000-1750 π.Χ.), όπως συμπεραίνεται από τις αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες για την προϊστορία της Μικράς Ασίας που βρέθηκαν στο σύγχρονο Κιουλτεπέ.10 Στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αι. π.Χ. Ασσύριοι έμποροι εγκαταστάθηκαν στην κεντρική Μικρά Ασία συγκροτώντας ένα δίκτυο εμπορικών αποικιών που διευκόλυναν τις συναλλαγές ανάμεσα στην Ανατολία και τις περιοχές της Μεσοποταμίας και της βόρειας Συρίας. Στην περιοχή της Καππαδοκίας, και συγκεκριμένα στο Kanesh ή σύγχρονο Κιουλτεπέ, είχαν τη διοικητική τους έδρα οι ασσυριακές αυτές αποικίες που λειτουργούσαν ως ένα είδος «επαρχίας» της αρχαίας ασσυριακής πόλης-κράτους του Assur.11 Πριν από τη λήξη της Αρχαίας Ασσυριακής περιόδου η ιστορία της Καππαδοκίας και της Μικράς Ασίας γενικότερα συνδέεται άρρηκτα με εκείνη ενός νέου φυλετικού στοιχείου, των Χετταίων.12 Υπό την κυριαρχία τους οι μικρές ηγεμονίες στις οποίες ήταν διασπασμένη η Καππαδοκία ενοποιούνται και η χώρα εξελίσσεται σε πυρήνα του εκτενούς χεττιτικού κράτους. Επί πέντε αιώνες και μέχρι την κατάλυση της αυτοκρατορίας των Χετταίων, περίπου το 1200 π.Χ., η Καππαδοκία γνώρισε μεγάλη ακμή με πρωτεύουσα αρχικά το Kanesh και αργότερα τη Hattusha στο σημερινό Bogazkoi. Η εισβολή ενός νέου κύματος ινδοευρωπαϊκών φύλων στη Μικρά Ασία λίγο μετά το 1200 π.Χ. δε σήμανε μόνο τη συρρίκνωση της χεττιτικής επιρροής αλλά σηματοδότησε και την εκ νέου διάσπαση της χώρας σε μικρές ηγεμονίες.13 Οι πέντε αιώνες που ακολούθησαν ήταν μια πολυτάραχη περίοδος στην ιστορία της Καππαδοκίας. Στη διάρκειά τους το ανατολικό τμήμα της έγινε πυρήνας του βασιλείου του Tabal, η χώρα δέχτηκε τις επιδρομές Ασσυρίων, Κιμμερίων και Σκυθών, νέα φυλετικά στοιχεία εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της και περιήλθε στη σφαίρα επιρροής του φρυγικού βασιλείου, στο οποίο ίσως και να υπήχθη για σύντομο χρονικό διάστημα.14 Με την κατάκτηση της Καππαδοκίας από τους Μήδους στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. η χώρα επηρεάστηκε ιδιαίτερα από αυτούς.
5.2. Περσικοί χρόνοι
Το 546/545 π.Χ. η Katpatuka ενσωματώνεται στο βασίλειο των Αχαιμενιδών Περσών από το βασιλιά Κύρο Α΄. Σύμφωνα με μαρτυρία του Ηρόδοτου, η οποία αντανακλά πιθανότατα την οργάνωση του περσικού κράτους την εποχή του Δαρείου Α' (522-486 π.Χ.), η Καππαδοκία υπάγεται στον 3ο νομό του περσικού κράτους, ενώ μια νεότερη θεωρία υποστηρίζει την ένταξη της περιοχής στο 13ο νομό.15 Ο Στράβων παραδίδει ότι στις παραμονές της μακεδονικής κατάκτησης η Καππαδοκία διαιρέθηκε σε δύο σατραπείες, στα εδάφη των οποίων ιδρύθηκαν τα μεταγενέστερα βασίλεια της Μεγάλης Καππαδοκίας και της Καππαδοκίας πλησίον του Πόντου. Η εξέλιξη αυτή χρονολογείται πιθανότατα μετά το θάνατο του σατράπη της Καππαδοκίας και Παφλαγονίας Δατάμη το 358 π.Χ.16
5.3. Ελληνιστικοί και Ρωμαϊκοί χρόνοι
Η τύχη της Καππαδοκίας κατά την εκστρατεία του Μεγάλου Αλέξανδρου το 334 π.Χ. είναι ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι ο Αλέξανδρος διέσχισε ένα τμήμα της και διόρισε σατράπη της το Σαβίκτα ή, κατ’ άλλους, τον Αβισταμένη. Σύμφωνα όμως με μια άλλη μαρτυρία, ο Αλέξανδρος δεν πέρασε καθόλου από τη χώρα αυτή. Το πιθανότερο είναι ότι ο νέος σατράπης δεν κατάφερε να καταλάβει ποτέ τη σατραπεία που του εκχωρήθηκε ή ότι την κατέλαβε αλλά σύντομα έχασε την εξουσία του υποκύπτοντας στην περσική αντεπίθεση που ακολούθησε μετά τη μάχη της Ισσού το 333 π.Χ.17 Παραδίδεται επίσης ότι μετά τη μάχη αυτή ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος πρόσφερε στον Αλέξανδρο την Καππαδοκία μαζί με το χέρι της κόρης του, ελπίζοντας να ανακόψει με αυτόν τον τρόπο την προέλαση του στρατηλάτη στο βασίλειό του.18
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. και κατά το α΄ μισό του 3ου αι. π.Χ. η Καππαδοκία περιήλθε διαδοχικά στην εξουσία όλων εκείνων των συμπολεμιστών και διαδόχων του που κυριάρχησαν, για περιορισμένο καθένας χρονικό διάστημα, στο μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας την περίοδο αυτή. Παράλληλα όμως, λόγω του περισπασμού της προσοχής των διαδόχων στους μεταξύ τους αγώνες για τη μακεδονική βασιλεία και την εδαφική επέκταση των κρατών τους, δημιουργήθηκε σε αυτήν τη μεθοριακή και δυσπρόσιτη χώρα ένα κενό εξουσίας επιτρέποντας την ανάδειξη και εγκαθίδρυση δύο αυτόχθονων δυναστειών: των Μιθριδατιδών στη βόρεια Καππαδοκία και των Αριαραθιδών στη νότια.19
Το βασίλειο της Μεγάλης Καππαδοκίας ιδρύθηκε το 255 π.Χ. περίπου, καταλύθηκε το 17 μ.Χ. και μετατράπηκε στη ρωμαϊκή επαρχία Καππαδοκία. Tο 72 μ.Χ. η Καππαδοκία, η Γαλατία, η βόρεια Πισιδία, η Λυκαονία, η Παφλαγονία και τα πρώην βασίλεια του Πόντου και της Μικρής Αρμενίας ενοποιήθηκαν σε μια ενιαία μεγάλη επαρχία με την ονομασία «επαρχία καππαδοκική». Μεταξύ 107 και 113 μ.Χ. η Καππαδοκία μετατρέπεται εκ νέου σε επαρχία Καππαδοκίας μαζί με τη Μικρή Αρμενία, μέρος της Λυκαονίας, ένα τμήμα της ενδοχώρας του Πόντου, καθώς και το βασίλειο του Πολέμωνα.20 Το βασίλειο του Πόντου ιδρύθηκε το 281 π.Χ. περίπου και καταλύθηκε το 63 π.Χ. Το 62 π.Χ. ένα τμήμα του εντάχθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία Πόντου-Βιθυνίας, ενώ ένα άλλο εκχωρήθηκε σε αυτόχθονες βασιλείς που διατηρούσαν μια πελατειακή σχέση με τη Ρώμη. Μετά την έναρξη της ρωμαϊκής κυριαρχίας εμφανίζεται για πρώτη φορά η ονομασία «Πόντος» για την περιοχή αυτή της βόρειας Καππαδοκίας.
6. Γλώσσα και πολιτισμός
Οι αρχαιότερες σωζόμενες γραπτές μαρτυρίες από την Καππαδοκία, οι πήλινες πινακίδες σφηνοειδούς γραφής, πιστοποιούν ότι στην Αρχαία Ασσυριακή περίοδο (περίπου 2000-1750 π.Χ.) επίσημη γλώσσα ήταν η ακκαδική. Ήδη όμως την εποχή εκείνη εμφανίζονται τα πρώτα λουβικά ή χεττιτικά ονόματα στις γραπτές πηγές, καθώς είχε αρχίσει η διείσδυση στη Μικρά Ασία ινδοευρωπαϊκών ομάδων που συνδέονταν με τους Χετταίους. Οι ελληνικοί προσδιορισμοί «Σύριοι», «Λευκοσύριοι» ή «Καππαδόκες Σύριοι» διαχωρίζουν το λουβικό πληθυσμό που κατοικούσε βόρεια της Συρίας από εκείνον που κατοικούσε στην περιοχή της μεταγενέστερης Συρίας και Παλαιστίνης. Επιγραφές στη φρυγική γλώσσα πιστοποιούν την επιρροή που άσκησε στην περιοχή το αρχαίο φρυγικό βασίλειο κατά το 7ο/6ο αι. π.Χ.21 Με την περσική κατάκτηση καθιερώθηκε η αραμαϊκή, η οποία επικράτησε μέχρι την Ύστερη Αρχαιότητα και ήταν η μόνη γλώσσα που μιλούσε ο αγροτικός πληθυσμός, αντικατοπτρίζοντας, όπως και η επιβίωση λατρειών περσικής προέλευσης, την υιοθέτηση στοιχείων του περσικού πολιτισμού από τους αυτόχθονες.
Σύμφωνα με το Στράβωνα, αρχικά διαφορετική γλώσσα μιλούσαν μόνον οι Κατάονες. Οι αρχαίοι συγγραφείς υπήγαγαν και τη Μελιτηνή στην Καταονία και διαχώριζαν τους Κατάονες από τους Καππαδόκες ως ετεροεθνείς. Μετά την ενσωμάτωση όμως της Καταονίας στο καππαδοκικό βασίλειο στο β΄ μισό του 3ου αι. π.Χ., οι Κατάονες αφομοιώθηκαν και ολόκληρος ο χώρος της Καππαδοκίας αποτέλεσε μια γλωσσική και εθνική ενότητα. Η ελληνική γλώσσα, μολονότι στη διοίκηση τουλάχιστον χρησιμοποιούνταν παράλληλα με την αραμαϊκή, όπως προκύπτει από επίσημα έγγραφα του 2ου αι. μ.Χ., δε γνώρισε ποτέ ιδιαίτερη διάδοση στην Καππαδοκία. Η βαρβαρική προφορά της ελληνικής ακόμη και από μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και ρήτορες, καθώς και η εμμονή των Καππαδόκων στη δική τους γλώσσα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αμφισβητείται η ουσιαστική ένταξή τους στον πολιτισμό του ελληνιστικού και ρωμαϊκού κόσμου.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του πολιτισμού αυτού, η πολιτική οργάνωση, δε γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στην Καππαδοκία. Καθώς στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα η ύπαρξη πόλεων ήταν συνδεδεμένη με την ευνομία, ήταν επόμενο οι Καππαδόκες να θεωρούνται υποανάπτυκτοι και βάρβαροι. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την άρνησή τους να δεχτούν την κατάργηση της βασιλείας που τους πρότεινε η Ρώμη στις αρχές του 1ου αι. π.Χ., και από το γεγονός ότι πολυάριθμοι Καππαδόκες έφταναν στη Ρώμη ως σκλάβοι. Για αυτούς τους λόγους το εθνικό «Καππάδοξ» είχε γίνει σχεδόν συνώνυμο του μη Έλληνα, του βάρβαρου.
Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη σε άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, ο εξελληνισμός της Καππαδοκίας υπήρξε διαδικασία μακραίωνη που επισπεύστηκε χάρη στον ταχύτατο εκχριστιανισμό των κατοίκων της. Ωστόσο, ενώ στο β΄ μισό του 3ου αι. μ.Χ. ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της είχε εκχριστιανιστεί, τον 4ο αι. μ.Χ. η τοπική γλώσσα εξακολουθούσε να κυριαρχεί στα ευρύτερα στρώματα του αγροτικού πληθυσμού. Η Καππαδοκία θα εξελληνιστεί μόνο μετά την πλήρη επικράτηση του χριστιανισμού και τότε μόνο θα ενταχθεί ιδεολογικά και πολιτιστικά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.22
1. Ηρ. 1.71. 2.72. 5.49. 7.72· Πλίν., ΦΙ 6.9· Just. 2.4· Πολύβ., απ. 54 στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, Περί των Θεμάτων I.2· Bekker, I., (επιμ.) Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae (Bonn 1840), σελ. 18· Αρρ., FGrHist. 156 F 74· Franck, L., Sources classiques concernant la Cappadoce (RHA XXIV, Paris 1966), σελ. 9· Müller, D., Topographischer Bildkommentar zu den Historien Herodots. Kleinasien (Berlin 1997), σελ. 125 κ.ε. RE 24 (1925), στήλη 2291 κ.ε., βλ. λ. “Leukosyroi” (W. Ruge)· RAC (1954), στήλη 864, βλ. λ. “Cappadocia” (E. Kirsten). Το χεττιτικό τοπωνύμιο “Kizzuwatna” σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή προσδιορίζει την Κιλικία, βλ. RAC, ό.π, στήλη 863.
2. Στράβ. 12.1.1.
3. Debord, P., L’ Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), σελ. 85 κ.ε.
4. Ηρ. 1.72· Στράβ. 12.5.1· Syme, R., Anatolica. Studies in Strabo (Oxford 1995), σελ. 10, 156.
5. Ξεν., Αν. 1.2.20 κ.ε. Berges, D. – Nollé, J., Tyana. Archäologisch - historische Untersuchungen zum südwestlichen Kappadokien, 1-2 (IK 55.1, Bonn 2000), σελ. 478· Debord, P., L’ Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), σελ. 331.
6. Στράβ. 11.8.4. 12.2.10· DNP 10 (2001), στήλη 142, βλ. λ. “Pontos” (E. Olshausen).
7. RE 10.2 (1919), στήλη 1911, βλ. λ. “Kappadokia” (W. Ruge).
8. Στράβ. 12.2.3. 12.2.7-8. 1.3.7. 12.2.4· Πτολ., Γεωγρ. 5.6.7.
9. Teja, R., “Die römische Provinz Kappadokien in der Prinzipatszeit”, (ANRW 7.2, 1980), σελ. 1097-1124.
10. Πρόκειται για 20.000 σφηνοειδείς επιγραφές, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων χρονολογείται στην περίοδο 1920-1850 π.Χ. Βλ. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 3 (1997), σελ. 308-310, βλ. λ. “Kültepe Texts” (K. Veenhof).
11. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 3 (1997), σελ. 308, βλ. λ. “Kültepe Texts” (K. Veenhof).
12. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 2 (1997), σελ. 85, βλ. λ. “Hittites” (H.A. Hoffner).
13. RAC (1954), στήλη 862 κ.ε., βλ. λ.“ Cappadocia” (E. Kirsten).
14. H πιθανή υπαγωγή της στο βασίλειο του Μίδα τοποθετείται χρονικά προ του 695 π.Χ. Περίοδος εισβολών Κιμμερίων στη Μικρά Ασία: 700/650 π.Χ. RAC (1954), στήλη 863 κ.ε., βλ. λ. “Cappadocia” (E. Kirsten).
15. Ηρ. 3.90.2. Σύμφωνα με τη νεότερη θεωρία ο χώρος εγκατάστασης των Συροκαππαδόκων δεν ταυτίζεται με τα σύνορα της Καππαδοκίας. Έτσι ο 3ος νομός συμπεριλάμβανε και εδάφη δυτικά του Άλυος ποταμού όπου κατοικούσαν Συροκαππαδόκες, όμως η Καππαδοκία αυτή καθαυτήν υπαγόταν στο 13ο νομό, βλ. Debord, P., L’ Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), σελ. 85 κ.ε. Högemann, P., Das alte Vorderasien und die Achämeniden. Ein Beitrag zur Herodot Analyse (Beihefte zum Tübinger Atlas des vorderen Orients Reihe B, 98, Wiesbaden 1992), σελ. 61.
16. Στράβ. 12.1.4. Μολονότι η μαρτυρία αυτή δεν επιβεβαιώνεται από καμία άλλη αρχαία πηγή, έχει γίνει δεκτή από την πλειονότητα των νεότερων ερευνητών. Βλ. Debord, P., L’ Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), σελ. 107, 109· Petit, Th., Satrapes et satrapies dans l’Empire achménide de Cyrus le Grand à Xerxès Ier (Bibliotheque de la Faculté de Philosophie et Lettres de l’Université de Liège 254, Paris 1990), σελ. 208.
17. Αρρ., Αν. 2.4.2· Curt. 3.1.24. 3.4.1· Διόδ.Σ. 18.3.1· Αππ., Μιθριδ. 12.2.8. Βλ. και Hornblower, J., Hieronymus of Cardia (Oxford 1981), σελ. 240.
18. Curt. 4.11.5.
19. Διόδ. Σ. 20.111.4. 31.19.5· Meyer, E., Die Grenzen der hellenistischen Staaten in Kleinasien (Leipzig 1925)· Beloch, K.J., Griechische Geschichte² 4.2 (Berlin-Leipzig 1927), σελ. 355· Magie, D., Roman Rule in Asia Minor (Princeton 1950), σελ. 917, σημ. 4.
20. DNP 6 (1999), στήλη 262 κ.ε., βλ. λ. “Kappadokia” (K. Strobel)· Magie, D., Roman Rule in Asia Minor (Princeton 1950), σελ. 605 κ.ε.
21. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 2 (1997), σελ. 85, βλ. λ. “Hittites” (H.A. Hoffner)· DNP 6 (1999), στήλη 262, βλ. λ. “Kappadokia” (K. Strobel)· RE Suppl. 6 (1935), βλ. λ. “Kappadokia” (W. Brandenstein).
22. Στράβ. 12.1.2· Teja, R., “Die römische Provinz Kappadokien in der Prinzipatzeit”, ANRW 7.2. (1980), σελ. 1114· Berges, D. – Nollé J., Tyana. Archäologisch - historische Untersuchungen zum südwestlichen Kappadokien, 1-2 (IK 55.1, Bonn 2000), σελ. 490.
Για παραπομπή: Σοφού Αθανασία, «Καππαδοκία (Αρχαιότητα)», 2001,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
Πηγή
URL:
Cappadocia (Antiquity)
Συγγραφή : Sofou Athanasia (26/9/2001)
Μετάφραση : Kalogeropoulou Georgia , Karioris Panagiotis
Για παραπομπή: Sofou Athanasia, "Cappadocia (Antiquity)",
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:
1. Name
The origin of the name ‘Cappadocia’, which is recorded for the first time by Herodotus, is attributed by the ancient writers either to a Persian with the same name, who was given this region as a reward for rescuing the Persian king from a lion, or to the Assyrian hero Cappadocus, son of Ninyus or finally to the river Cappadocus. According to modern scholars it is the transliteration in Greek of the probably not Persian place-name ‘Katpatuka’, which means ‘the land of the beautiful horses’. That could also be a survival of the Hittite name ‘Kizzuwatna’.
Ancient written sources refer to the region as ‘Assyria’, ‘Leukosyria’, ‘Leukosyriaki’ and the inhabitants were called not only Cappadoces but also ‘Syrians’, ‘Assyrians’ and ‘Leukosyrians’, national names correlated with the Assyrian domination in the area, as the Greeks called the Assyrians 'Syrians' . On the contrary, the term Syria was not used for this area but for the Palestinian Syria. Regarding the name Leukosyrians in particular, ancient writers believed that its first part (Leuco meaning white) was connected to the pale skin of the people, which was lighter than the inhabitants of south Syria. This theory has only been accepted by some modern historians, while others consider it to be a popular etymology of the ancient Greeks, who transliterated into Greek the prefix ‘Lukki’ or ‘Lyko’ of some names from Asia Minor into ‘Leuko’. Finally, the Armenian place-name ‘Gamirk’ for Cappadocia is related to the raids of Cimmerians to this country.1
2. Geography
Strabo the geographer, who has delivered the most detailed description of the area, compares Cappadocia to the isthmus of a peninsula, namely Asia Minor, which is defined by the Black Sea in the north and the Issicus bay in the south. According to his description, the Cappadocians lived in an area which bordered to the west Paphlagonia, Phrygia, Galatia and Lycaonia, to the east Colchis, Lesser and Greater Armenia, to the north the Black Sea and to the south Rough Cilicia. The precise borders on the neighbouring areas were altered many times through the ages.2 Thus, the placename Cappadocia did not define the same geographical area throughout Antiquity. In addition, the settlements of the people were not limited within the borders of that region.
Regarding the northwest boundaries, we know that in the years prior to the 5th cent. BC the settlements of the Cappadocian Syrians, as the people were called, extended to the west of Alys river, on coastal areas which later belonged to Paphlagonia. Since the 5th century, Alys was the natural border to the west, while to the east Cappadocia was defined by the river Thermodontas.3 The south borders of Cappadocia altered considerably within the following years. In the middle of the 5th century they barely reached north of Alys, while the area to the south of Alys, where the kingdom of Cappadocia was later organized, belonged to Cilicia in that period.4 Until the end of the 5th century the lands to the south of Alys up to the mountain range of Taurus, which became the natural boundary to the south,5 were incorporated to Cappadocia. The natural boundaries to the west were river Alys, lake Tatta and Taurus. Finally, to the east the area of Euphrates must have been the east boundary between Cappadocia and Armenia, extending along the line Melitine-Sevasteia-Themiskyra.
Therefore, we can conclude that Cappadocia reached its greatest expansion in the period between the 5th and the 1st century BC. In the 1st cent BC the name Pontus for its northern part is recorded for the first time, which prevailed in the following years. As a result the north boundary of Cappadocia was relocated further south, in the mountain ranges over upper Alys.6 Since then the borders of Cappadocia were considered to be the same as those of the Kingdom of Great Cappadocia. The extent of that area is estimated to have been about 80,000 sq. km.7
3. Geomorphology
The part of Cappadocia which had that name after the 1st cent. BC occupied the central plateau of Asia Minor at an altitude of 1,000m. Volcanic mountains dominate the area, with Mt. Argaios (3,196m) being the highest one. Their volcanic activity in combination with the erosion by natural elements has created peculiar conical mountains. These monolithic formations of lava characterize the landscape of Cappadocia, especially west to Caesaria, around Korama.
The west part of Cappadocia is almost treeless-only Mt. Argaios was covered by thick vegetation as well as the mountain ranges of Taurus and Antitaurus, where there were several water springs. Alys to the northwest and Euphrates to the east must have been the natural boundaries of the region. In Cataonia the rivers Saros and Pyramos had their springs. Other rivers in Cappadocia were rivers Melas, which flowed from Mt. Argaios close to Caesaria and Carmalas which flowed through Sargarausine and Cataonia.8
4. Economy
The scarce and often contradicting information from the written sources do not permit us to draw a full picture for the agricultural produce in Cappadocia. Cicero calls the area a desert, while other sources mention that it was a fertile land, rich in fruits. The continental climate did not favour the cultivation of vine, olive and fruits. Strabo claims that Melitine was the only place of Cappadocia with cultivated trees, even olives, and that the wine produced there, the so-called ‘monaritis’, was equivalent to the Greek wines.
However, the cultivation of cereals, wheat in particular, was very developed. Cappadocian bread was famous in the Roman world and Cappadocian bakers were considered to be the best. The ‘Cappadocian bread’ was a delicacy made with oil, milk and was rather salty. Nevertheless, the climate with its intense alterations between drought and frost often ruined agricultural produce, resulting in high prices and famine.
Animal husbandry had always been very important for the economy of the area. Cappadocia had a long tradition of horse raising, which were among the best breeds, as well as pack-animals and sheep. Cappadocian horses and mules were exported to Assyria. A hint for the size of animal husbandry in the area is the annual tax the Cappadocians paid to the Achaemenid kings:1,500 horses, 50,000 sheep and 2,000 mules. Its importance remained intact during the Imperial years as well. It is characteristic that the Roman Emperors kept in Cappadocia stables with horses for races.
An important share in the economy of the region was provided by its mineral wealth. The sources mention the existence of precious stones deposits, such as mineral crystal, onyx, alabaster of lesser quality and iaspis. They also mined a white stone which resembled ivory and was used to make hilts for daggers and swords, and another white stone which was called ‘catoptritis’ (meaning reflector) because it was used as a mirror. A diamond stone, which Nero used for the revetment of a temple in Rome, was also brought from Cappadocia. The sinopian miltos, which was called so because it was first exported from Sinope before the traders launched it in the market of Ephesus, was also extracted in Cappadocia. This was a pigment with pharmaceutical properties and according to Strabo it was of excellent quality and equal to the Iberian. Another product from Cappadocia was salt. The production of steel and arsenic is also testified.
The silver deposits in south Cappadocia were very important as they were unique in the entire area. Their exploitation started in the Hittite period and continued throughout Antiquity until modern times. The silver mines supplied the mint of Caesarea, which developed into one of the most important in the Roman Empire. Most mines were personal property of the kings of Cappadocia and later of the Roman emperors.
The natural resources of Cappadocia were so wealthy that when it became a Roman province emperor Tiberius put it under its immediate administration in order to have the exclusive right to collect taxes. The annexation of Cappadocia to the Roman empire was also beneficial for the Roman citizens, as the profits from the new province permitted Tiberius to cut in half the tax which all Roman citizens had to pay as contribution to the Military Fund.9
5. History
5.1. Early years
The history of Cappadocia begun in the ancient Assyrian period (circa 2000-1750 BC), as it can be concluded by the most ancient written sources on the prehistory of Asia Minor which were found in modern Kultepe.10 In the last quarter of the 20th cent. BC Assyrian traders established themselves in central Asia Minor forming a network of colonies which facilitated trade between Anatolia and the regions of Mesopotamia and northern Syria. In Cappadocia, and particularly in Kanesh or modern Kultepe, was the administration center of the Assyrian colonies which formed a kind of ‘province’ of the ancient Assyrian city-state of Assur.11 Before the end of the ancient Assyrian period the history of Cappadocia and Asia Minor in general is associated with a new tribe the Hittites.12 Under their domination the small principalities of fragmented Cappadocia were unified and the country became the core of the immense Hittite state. For five centuries and until the abolition of the Hittite empire in c. 1200 BC, Cappadocia was flourishing with Kanesh as the first capital and Hattusha, modern Bogazkoi, later. The intrusion of a new wave of Indo-European tribes into Asia Minor just after 1200 BC was the beginning not only of the decline of the Hittite influence but also signalled a new fragmentation of the country into small hegemonies.13 The next five centuries marked a most eventful period in the history of Cappadocia. During this period the east part became the core of the kingdom of Tabal, the country was invaded by Assyrians, Cimmerians and Scythians, new races settled in the region and it came under the influence, if not under the administration for a short interval, of the kingdom of Phrygia.14 When the Medes conquered Cappadocia in the early 6th cent. BC, they influenced it dramatically.
5.2. The Persian period
In 546/545 BC Katpatuka is incorporated into the kingdom of the Achemenid Persians by king Cyrus I. According to Herodotus, whose testimony probably reflects the organization of the Persian state in the time of Darius I (522-486 BC), Cappadocia becomes part of the 3rd prefecture of the Persian state, while a more recent theory suggests the accession of the region into the 13th.15 Strabo claims that prior to the Macedonian conquest, Cappadocia was divided into two satrapies, where the subsequent kingdoms of Great Cappadocia and Cappadocia next to Pontus were founded. This development is probably dated after the death of the satrap of Cappadocia and Paphlagonia Datames in 358 BC.16
5.3. Hellenistic and Roman Period
The fate of Cappadocia during the campaign of Alexander the Great in 334 BC is a controversial matter. Some sources report that Alexander crossed part of it and appointed Savictas or Avistamenes as a satrap. According to another testimony, Alexander did not marched through this country at all. It is highly plausible that the new satrap did not manage to rule the satrapy given to him or that he dominated it but soon lost his authority by submitting to the Persian counter-attack which followed the battle of Issus in 333 BC.17 It is also reported that after that battle the Persian king Darius offered Cappadocia to Alexander along with his daughter’s hand, hoping to stop Alexander’s advance in his kingdom.18
After Alexander’s death in 323 BC and during the first half of the 3rd cent. BC Cappadocia came successively under the power of all Alexander’s generals and successors who ruled for a short period in the greatest part of Asia Minor in that period. Meanwhile, as the successors were devoted to their struggles for the Macedonian reign and the territorial expansion of their states, a gap of authority was created in this frontier and inaccessible country which permitted the establishment of two native dynasties: of Mithridates in northern Cappadocia and of Ariarathes in the south.19
The kingdom of Great Cappadocia was founded in 255 BC, was abolished in 17 AD and turned into the Roman Province of Cappadocia. In 72 AD Cappadocia, Galatia, northern Pisidia, Lycaonia, Paphlagonia and the former kingdoms of Pontus and Lesser Armenia were unified into one large province named ‘Cappadocian Province’. Between 107 and 113 AD Cappadocia was again named Province of Cappadocia along with Lesser Armenia, part of Lycaonia, a part of the hinterland of Pontus, as well as the kingdom of Polemon.20 The kingdom of Pontus was founded in 281 BC and was abolished in 63 BC. In 62 BC a part of it was incorporated into the Roman Province of Pontus-Bithynia, while another part was ceded to native kings who were client kings to Rome. When the Roman domination began the name ‘Pontus’ was used for the first time for this region of northern Cappadocia.
6. Language and culture
The earliest written evidence from Cappadocia, the clay tablets with cuneiform script, testify that in the ancient Assyrian period (circa 2000-1750 BC) the official language was Accadian. However, already in that period the first Louwian or Hittite names appear in written sources, as groups of Indo-Europeans who are associated with Hittites penetrated into Asia Minor. The Greek definitions ‘Syrians’, ‘Leukosyrians’ or ‘Cappadocian Syrians’ dissociate the Louwian population of northern Syria from the population of the region which was later called Syria and Palestine. Inscriptions in the Phrygian language testify the influence of the ancient Phrygian kingdom during the 7th/6th cent. BC.21 After the Persian conquest the official language was Aramaic, which prevailed until Late Antiquity and was the only language spoken by the rural population reflecting, as well as the survival of cults of Persian origin, the adoption by the natives of elements of the Persian culture.
According to Strabo, the only people who initially spoke a different language were the Cataones. Ancient writers considered Melitine to be part of Cataonia and the Cataones to be of a different ethnicity from the Cappadocians. However, after the incorporation of Cataonia to the Cappadocian kingdom in the second half of the 3rd cent. BC, the Cataones were assimilated and the whole region of Cappadocia formed one lingual and national entity. The Greek language, although it was used in administration along with Aramaic, as it can be seen by official papers of the 2nd cent. AD, was never particularly widespread in Cappadocia. The barbarian accent of the Greek language, even by the members of the highest status and orators, as well as the obsession of the Cappadocians with their own language, were some of the reasons why their complete incorporation to the Greek and Roman civilization is disputed.
Another characteristic of this civilization, the political organization, did not develop in Cappadocia. As in Greek-Roman antiquity the existence of cities was connected to fair and just government, the Cappadocians were viewed as underdeveloped and barbarians. This impression was reinforced by their refusal to accept the abolishment of monarchy which was suggested by Rome in the beginning of the 1st cent. BC. Moreover, many Cappadocians reached Rome as slaves. For these reasons the national name ‘Cappadox’ implied the non-Greek, the barbarian.
Contrary to what was happening to other regions in Asia Minor, the Hellenization of Cappadocia was a long process, accelerated only by the rapid christianization of its inhabitants. However, even though in the second half of the 3rd cent. AD a large part of the population had become Christians, in the 4th cent. AD the local language continued to dominate in the rural population. Cappadocia would become Hellenized only after the complete dominance of Christianity and only then it became an ideological and cultural part of the Roman Empire.22
1. Hdt. 1.71. 2.72. 5.49. 7.72; Plin. NH 6.9; Just. 2.4; Plb. ex. 54 in Constantinus Porfyrogenitus, Περί των θεμάτων Ι.2, Bekker, I. (ed.) Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae (Bonn 1840) p.18; Arr. FGrHist. 156 F 74; Franck, L., Sources classiques concernant la Cappadoce (RHA XXIV,Paris 1996) p. 9; Muller, D., Topographischer Bildkommentar zu den Historien Herodots. Kleinasien (Berlin 1997) p. 125 ff. RE 24 (1925), col. 2291 ff, see en. ‘Leukosyroi’ (W.Ruge); RAC (1954) col. 864, see en. ‘Cappadocia’ (E. Kirsten). The Hittite placename ‘kizzuwatna’ according to another view defines Cilicia, ibid, col. 863.
2. Str. 12.1.1.
3. Debord, P., L’Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), p. 85 ff.
4. Hdt. 1.72; Str: 12.5.1; Syme, R., Anatolica. Studies in Strabo (Oxford 1995) p. 10, p. 156.
5. X. An. 1.2.20; Berges, D.-Nolle, J., Tyana. Archäologisch-historiche Untersuchungen zum südwestlichen Kappadokien, 1-2 (IK 55.1, Bonn 2000) p. 478; Debord, P. L’Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), p. 331.
6. Str. 11.8.4. 12.2.10; DNP 10 (2001) col. 142, see en. ‘Pontos’ (E. Olshausen).
7. RE 10.2 (1919) col.1911, see en. ‘Kappadokia’ (W.Ruge).
8. Str. 12.2.3. 12.2.7-8. 1.3.7. 12.2.4; Ptol., Geog. 5.6.7.
9. Teja, R., ‘Die römische Provinz Kappadokien in der Prinzipatszeit’, (ANRW 7.2, 1980) pp. 1097-1124.
10. These are 20,000 cuneiform tablets, dated in their biggest part to the period between 1920-1850 BC. See The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 3 (1997) pp. 308-310, see en. ‘Kültepe Texts’ (K. Veenhof).
11. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 3 (1997) p. 308, see en. ‘Kültepe Texts’ (K. Veenhof).
12. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 2 (1997) p. 85, see en. ‘Hittites’ (H.A. Hoffner).
13. RAC (1954), col. 862 ff, see en. ‘Cappadocia’ (E. Kirsten).
14. The possible incorporation to the kingdom of Medas is dated before 695 BC. The period of Cimmerian invasions in Asia Minor: 700/650 BC RAC (1954), col. 863 ff, see en. ‘Cappadocia’ (E. Kirsten).
15. Hdt. 3.90.2. According to a recent theory the area of the settlement of Syrocappadocians does not coincide with the borders of Cappadocia. So the 3rd prefecture included lands west to the river Alys but Cappadocia belonged to the 13th prefecture, see Debord, P. L’Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), p. 85 ff. Högemann, P., Das alte Vorderasien und die Achämeniden. Ein Beitrag zur Herodot Analyse (Beihefte zum Tübinger Atlas des vorderen Orients Reihe B, 98, Wiesbaden 1992), p. 61.
16. Str. 12.1.4. Although this evidence is not confirmed by any other ancient source, it has been accepted by most modern scholars. See Debord, P. L’Asie Mineure au IVe siècle (412-323 a.C.). Pouvoirs et jeux politiques (Bordeaux 1999), pp. 107, 109 ; Petit, Th., Satrapes et satrapies dans l’Empire achménide de Cyrus le Grand à Xerxès Ier (Bibliotheque de la Faculté de Philosophie et Lettres de l’Université de Liège 254, Paris 1990), p. 208.
17. Arr. An. 2.4.2; Curt. 3.1.24. 3.4.1; D. S. 18.3.1; App. Mith. 12.2.8. See also Hornblower, J., Hieronymus of Cardia (Oxford 1981), p. 240.
18. Curt. 4.11.5.
19. D. S. 20.111.4. 31.19.5; Meyer, E., Die Grenzen der Hellenistischen Staaten in Kleinasien (Leipzig 1925); Beloch, K.J., Griechische Geschichte 4.2 (Berlin-Leipzig 1927) p. 355; Magie, D., Roman Rule in Asia Minor (Princeton 1950) p. 917, note 4.
20. DNP 6 (1999) col. 262 ff, see entry ‘Cappadocia’ (K.Strobel); Magie, D., Roman Rule in Asia Minor (Princeton 1950) p. 605 ff.
21. The Oxford Encyclopedia of Archaeology in the Near East 2 (1997) p. 85, see en. ‘Hittites’ (H.A. Hoffner); DNP 6 (1999) col. 262 ff, see en. ‘Kappadocia’ (K. Strobel); RE Suppl. 6 (1935) see en. ‘Kappadokia’ (W. Brandenstein).
22. Str. 12.1.2; Teja, R., 'Die römische Provinz Kappadokien in der Prinzipatzeit', ANWR 7.2. (1980), p. 1114; Berges, D., - Nollé, J., Tyana. Archäologisch-historische Untersuchungen zum südwestlichen Kappadokien, 1-2 (IK 55.1, Bonn 2000), p. 490.
23/11/12
Pablo Picasso - Documentary
Ο Πάμπλο Ντιέγκο Χοσέ Φρανσίσκο ντε Πάουλα Χουάν Νεμοπουσένο Μαρία ντε λος Ρεμέντιος Σιπριάνο ντε λα Σαντίσιμα Τρινιντάντ Ρουίς αϊ Πικάσο ή απλά Πάμπλο Πικάσο (25 Οκτωβρίου, 1881 - 8 Απριλίου, 1973) ήταν και είναι ένας από τους κυριότερους Ισπανούς εκπροσώπους της τέχνης του 20ου αιώνα, συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρζ Μπρακ του κυβισμού και με σημαντική συνεισφορά στη διαμόρφωση και εξέλιξη της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης.
Βιογραφία
Ο πατέρας του ονομαζόταν Χοσέ Ρουίθ υ Μπλάσκο και ήταν επίσης ζωγράφος ενώ μητέρα του ήταν η Μαρία Πικάσο για Λόπεζ. Τα πρώτα έργα του τα υπέγραφε ως Ρουίθ Μπλάσκο αλλά από το 1901 άρχισε να χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.
Γεννήθηκε στη Μάλαγα της Ισπανίας όπου πέρασε και τα δέκα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής, τα έλαβε από τον πατέρα του, ο οποίος δίδασκε σε διάφορες ακαδημαϊκές σχολές. Ο ίδιος ο Πικάσο ξεκίνησε να ζωγραφίζει σε πολύ μικρή ηλικία και έδειξε από νωρίς δείγματα του ταλέντου του. Το 1891 η οικογένειά του μετακόμισε στην Λα Κορούνια όπου έζησε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σπουδάζοντας στην τοπική σχολή καλών τεχνών. Η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Βαρκελώνη το φθινόπωρο του 1895, και ο Πάμπλο έγινε δεκτός στην τοπική Ακαδημία Καλών Τεχνών (La Llotja), όπου είχε προσληφθεί ο πατέρας του ως καθηγητής του σχεδίου. Η οικογένεια ήλπιζε ότι ο γιος της θα σημείωνε επιτυχία ως ακαδημαϊκός ζωγράφος, και το 1897 η μελλοντική φήμη του στην Ισπανία φαινόταν εξασφαλισμένη. Τον ίδιο χρόνο το έργο του « επιστήμη και συμπόνοια» όπου για το πρόσωπο του γιατρού είχε ποζάρει ο πατέρας του , έτυχε διακρίσεως στην Έκθεση Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Ο Πάμπλο Ρούιθ έφυγε για την Μαδρίτη το φθινόπωρο του 1897 και έγινε δεκτός στην βασιλική ακαδημία του Σαν Φερνάντο. Βρίσκοντας όμως τη διδασκαλία εκεί χωρίς νόημα, περνούσε όλο και περισσότερο τον καιρό του αποτυπώνοντας τη ζωή γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους, στα πορνεία και στο Πράδο, όπου ανακάλυψε την ισπανική ζωγραφική. Έγραψε « ο Βελάσκεθ πρώτης κατηγορίας, ο Ελ Γκρέκο έχει ζωγραφίσει μερικά υπέροχα κεφάλια, ο Μουρίγιο δεν με πείθει σε όλα του τα έργα ». Τα έργα αυτών και άλλων καλλιτεχνών, όπως λ.χ.,του Γκόγια, θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία του Πικάσο σε διάφορες περιόδους της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του.
Ο Πικάσο αρρώστησε την άνοιξη του 1889 από οστρακιά και πέρασε την υπόλοιπη χρονιά αναρρώνοντας στο καταλανικό χωριό Όρτα ντε Εμπρο με συντροφιά το φίλο του από τη Βαρκελώνη Μανουέλ Παλάρες. Όταν ο Πικάσο επέστρεψε στην Βαρκελώνη στις αρχές του 1899, ήταν άλλος άνθρωπος, έιχε παχύνει, έιχε μάθει να ζει μόνος του στην ύπαιθρο, μιλούσε καταλανικά, και το σπουδαιότερο, είχε πάρει την απόφαση να διακόψει την καλλιτεχνική του εκπαίδευση σε σχολές ζωγραφικής και να αγνοήσει τα σχέδια της οικογένειας του για το μέλλον του. Άρχισε ακόμη να δείχνει σαφή προτίμηση στο επίθετο της μητέρας του και επέγραφε πιο συχνά τα έργα του ως Π. Ρ. Πικάσο ( από τα τέλη του 1901 εγκατέλειψε εντελώς το επίθετο Ρουίθ).
Το 1900 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη Μονμάρτρη, που αποτελούσε σημαντικό κέντρο της καλλιτεχνικής ζωής.
Έργο
Λόγω της ποικιλομορφίας αλλά και της χρονικής έκτασης που παρουσιάζει το έργο του Πικάσο, χωρίζεται συνήθως σε διαφορετικές περιόδους. Ο κυριότερες από αυτές είναι:
Μπλε ή Γαλάζια περίοδος (1901-1904): οι πίνακες του Πικάσο, αυτής της περιόδου, χαρακτηρίζονται από το μπλε χρώμα ή αποχρώσεις του και συμβολίζουν μία συναισθηματικά φορτισμένη περίοδο της ζωής του. Μερικά από τα πιο γνωστά έργα του ανήκουν σε αυτή, απεικονίζοντας ακροβάτες, αρλεκίνους, πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες. Η μπλε περίοδος περιλαμβάνει πίνακες που ολοκληρώθηκαν κυρίως στο Παρίσι αλλά είναι περισσότερο επηρεασμένοι από την ισπανική ζωγραφική.
Ροζ ή Ρόδινη περίοδος (1905-1907): Στους πίνακες αυτής της περιόδου, κυριαρχούν τα κεραμικά χρώματα και οι γήινοι τόνοι, ενώ συχνά χαρακτηρίζονται ως περισσότερο λυρικοί και εύθυμοι. Θεωρείται η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο επηρεάστηκε περισσότερο από την γαλλική ζωγραφική.
Αναλυτικός κυβισμός (1907-1912): είναι η τεχνοτροπία που ανέπτυξε ο ίδιος ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ και ένας από τους δύο βασικούς τομείς του ρεύματος του κυβισμού.
Συνθετικός κυβισμός (1912-1915): η περίοδος κατά την οποία ο Πικάσο και ο Μπρακ εξέλιξαν την κυβιστική οπτική, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολάζ.
Οι επόμενες περίοδοι στο έργο του Πικάσο περιλαμβάνουν μια στροφή του σε περισσότερο κλασικές μορφές και ένα μεσογειακό πνεύμα (1916-1924), την αλληλεπίδρασή του με το υπερρεαλιστικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του 1920, την ενασχόλησή του με την γλυπτική (από τα τέλη της δεκαετίας του '20) καθώς και το έργο που πραγματοποίησε μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο.
Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ' όλα ζωγράφος (στην πραγματικότητα θεωρούσε ότι ένας καλλιτέχνης οφείλει να ζωγραφίζει για να μπορεί να θεωρηθεί αληθινός καλλιτέχνης), εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα. Ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν και ως ποιητής λέγοντας "Je suis aussi un poète", δηλαδή "είμαι κι εγώ ένας ποιητής". Θεωρείται πως μέσα από τα ποιήματά του, ο Πικάσο εξέφρασε πιο έντονα την σχέση του με τον υπερρεαλισμό. Ξεκίνησε τη συγγραφή τους το 1934 και συλλογές αυτών δημοσιεύτηκαν αργότερα στα περιοδικά Cahiers d' Art (Τετράδια τέχνης) και La Caceta de Arte.
Το διασημότερο ίσως έργο του Πικάσο είναι η Γκερνίκα (ή Γκουέρνικα, με λατινική απόδοση στα ελληνικά), η απεικόνιση του Γερμανικού βομβαρδισμού της πόλης της Ισπανίας Γκερνίκα. Αυτός ο μεγάλος καμβάς περιγράφει την απανθρωπιά, την βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Η διαδικασία της ζωγραφικής του πίνακα αποτυπώθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών από τη διασημότερη ερωμένη του Πικάσσο, την Dora Maar, μια διακεκριμένη καλλιτέχνιδα. Η Γκερνίκα έμεινε κρεμασμένη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια και ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατία. Το 1981 η Γκερνίκα επιστράφηκε στην Ισπανία και εκτέθηκε αρχικά στο Casón del Buen Retiro και κατόπιν στο Μουσείο ντελ Πράδο. Το 1992 ο πίνακας μεταφέρθηκε στην οριστική του θέση στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης Βασίλισσα Σοφία στη Μαδρίτη, του οποίου έγινε το διασημότερο και σπουδαιότερο έκθεμα.
Ο Πικάσο ήταν εξαιρετικά ταλαντούχος ως ζωγράφος και ως σχεδιαστής, ακόμη και για τα δεδομένα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών του κόσμου. Εργάστηκε εξίσου με ελαιογραφίες, υδατογραφίες, παστέλ, κάρβουνο, μολύβι και μελάνι. Απέδωσε σύνθετες σκηνές ως απλές γεωμετρικές μορφές στα έργα του Κυβισμού, αλλά δημιούργησε επίσης και μεγαλοπρεπή ρεαλιστικά πορτραίτα. Τα σκίτσα του με μελάνι και μολύβι φίλων του από την εποχή του Κυβισμού και κατόπιν, εκτιμούνται για την υποτιμημένη οικειότητα τους, και είναι παραδείγματα των δεξιοτήτων του. Ο Πικάσσο κινήθηκε με ευκολία στις τέχνες παρά την περιορισμένη ακαδημαϊκή του κατάρτιση (παρακολούθησε μόνο ένα έτος στη βασιλική ακαδημία της Μαδρίτης). Τα ταλέντα του αυξήθηκαν από μια αυστηρή αίσθηση καθήκοντος στην εργασία του, που κράτησε μέχρι τα τελευταία έτη της μακρόχρονης ζωής του. Πέθανε σε ηλικία 92 ετών το 1973 και τάφηκε δίπλα στην σύζυγο του Ζακλίν στον κήπο του κάστρου Βωβενάργκ, που του ανήκε, στο χωριό Βωβενάργκ της Γαλλίας.
Διάφορα έργα ζωγραφικής του Πικάσσο συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο ακριβά έργα τέχνης στον κόσμο. Στις 4 Μαΐου 2004 ο πίνακας Garçon à la pipe πωλήθηκε έναντι 104 εκατομμυρίων δολαρίων σε δημοπρασία του οίκου Σόθμπι (Sotheby).
κείμενο από wikipedia
21/11/12
ΑΤΤΙΛΑΣ '74 Ο Βιασμός της Κύπρου
Τον Σεπτέμβριο του 1974 ο Μιχάλης Κακογιάννης ταξίδεψε στην Κύπρο, τον τόπο καταγωγής του, προκειμένου να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με την εισβολή των Τούρκων στις 20 Ιουλίου του 1974, μετά την έναρξη εφαρμογής του προαποφασισμένου σχεδίου της αθηναϊκής χούντας για πραξικοπηματική ανατροπή του Μακαρίου, απαλοιφή του τουρκοκυπριακού στοιχείου και άμεση προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Ήταν μια προσωπική προσπάθεια, «χωρίς προκατασκευασμένες ιδέες, χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα», είπε ο σκηνοθέτης ένα χρόνο αργότερα σε συνέντευξή του. «Πήγα χωρίς να έχω σκεφθεί τίποτε».
Το οδοιπορικό του Κακογιάννη είχε ως αποτέλεσμα τον «Αττίλα '74», μια μνημειώδη καταγραφή της κατάστασης στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την τουρκική εισβολή. Ο σκηνοθέτης δούλεψε τόσο με πολιτικά στελέχη όσο και με τον κυπριακό λαό. Απέσπασε μια μεγάλη συνέντευξη από τον Μακάριο, μίλησε με τον μετέπειτα ιδρυτή του κόμματος Δημοκρατικός Αγώνας Γλαύκο Κληρίδη και το Νίκο Σαμψών που έμεινε στην Ιστορία επειδή ανέλαβε δοτός «πρόεδρος» της Κύπρου κατά το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου. Μίλησε με ανθρώπους της ΕΟΚΑ-Β αλλά και με τον απλό λαό που κατέθεσε μαρτυρίες για την τραγωδία που έπληξε την ελληνική κοινότητα του νησιού, δηλαδή περί το 82% του πληθυσμού της Κύπρου.
«Πέρα από καθετί, η ταινία μου είναι ένα ανθρώπινο ντοκουμέντο» αναφέρει ο Κακογιάννης. Πραγματικά ο φακός του σκηνοθέτη (διευθυντής φωτογραφίας ο Σάκης Μανιάτης) καταγράφει τις άθλιες συνθήκες ζωής στους προσφυγικούς καταυλισμούς (αγρότισσες ζουν σε σκηνές ανάμεσα σε κότες, εκδιωγμένες από τα σπίτια τους), το παράπονο ενός 15χρονου κοριτσιού που βιάστηκε από τους Τούρκους εισβολείς, εξαγριωμένους νέους από τη σύγχυση και την αβεβαιότητα για το αν ζει ή όχι κάποιο μέλος της οικογένειάς τους που χάθηκε στη ζώνη κατοχής. Η αποκορύφωση του δράματος στον «Αττίλα 74» φαίνεται στο χωρίς μεταβατικό στάδιο «πέρασμα» των Ελληνοκυπρίων από μια καλή ζωή στο καθεστώς του «πρόσφυγα μέσα στην ίδια τους τη χώρα», τη στιγμή που κάποτε διέθεταν υψηλότερο επίπεδο ζωής συγκριτικά με εκείνο των Ελλήνων, πόσο μάλλον των Τούρκων.
Η απουσία των συνεντεύξεων από Τουρκοκυπρίους δεν ήταν ευθύνη του Κακογιάννη. «Αρνήθηκαν» λέει στην ίδια συνέντευξη ο σκηνοθέτης. «Όταν βρισκόμουν εκεί κανείς Τουρκοκύπριος δεν μπορούσε να περάσει τη «γραμμή του Αττίλα». Στον Νότο, όπου ζουν πάντα πολλές χιλιάδες Τουρκοκύπριοι,οι περισσότεροι φοβούνταν να μιλήσουν. Μόνο ένας δήμαρχος εξομολογήθηκε πως ήθελε να ζήσει και να πεθάνει στο χωριό του»
κείμενο από το tvxs.gr
12/11/12
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ La légende des sciences
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΘΥΜΙΣΕΙ ΤΟ ΠΟΣΟ ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ .
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ (ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ) ΤΟΥ ΓΑΛΛΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ Michel Serres ΚΑΙ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
ΣΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ ΤΩΝ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ -6 ΑΙΩΝΑ ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ -4 ΑΙΩΝΑ
ΣΕ ΕΝΑ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΓΗΣ , ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΠΟΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
Η ΙΔΙΑ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ , Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΚΑΙ ΠΟΥ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥΣ.
Ο ΟΜΗΡΟΣ, ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ,Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ , Ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ, Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, Ο ΠΥΘΕΑΣ Ο ΜΑΣΣΑΛΙΩΤΗΣ , Ο ΕΥΔΟΞΟΣ, Ο ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ,ΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
ΑΥΤΗ Η ΤΑΙΝΙΑ ΣΥΝΔΥΑΖΕΙ, ΑΦΗΓΗΣΗ, ΤΟΠΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ, ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΒΙΩΣΕΙ ΤΙΣ ΘΡΥΛΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΘΥΜΙΣΕΙ ΤΟ ΠΟΣΟ ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ .
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ (ΝΤΟΚΥΜΑΝΤΕΡ) ΤΟΥ ΓΑΛΛΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ Michel Serres ΚΑΙ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
ΣΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ ΤΩΝ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ -6 ΑΙΩΝΑ ΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ -4 ΑΙΩΝΑ
ΣΕ ΕΝΑ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΓΗΣ , ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, ΓΕΝΝΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΠΟΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΟΥΝ ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ
Η ΙΔΙΑ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ , Η ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΚΑΙ ΠΟΥ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥΣ.
Ο ΟΜΗΡΟΣ, ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ,Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ , Ο ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ, Ο ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, Ο ΠΥΘΕΑΣ Ο ΜΑΣΣΑΛΙΩΤΗΣ , Ο ΕΥΔΟΞΟΣ, Ο ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ,ΤΗΣ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΜΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
ΑΥΤΗ Η ΤΑΙΝΙΑ ΣΥΝΔΥΑΖΕΙ, ΑΦΗΓΗΣΗ, ΤΟΠΙΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ, ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΒΙΩΣΕΙ ΤΙΣ ΘΡΥΛΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
3/11/12
1/11/12
31/10/12
27/10/12
25/10/12
Νίκος Καζαντζάκης: Ακροβάτης πάνω από το χάος
Μια ταινία μεγάλου μήκους και μικτής τεχνικής (ντοκουμέντα, δραματοποιημένες σκηνές και χρήση ψηφιακής τεχνολογίας) για τη ζωή και το έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Ενα κινηματογραφικό έργο, που ανιχνεύει τον πυρήνα της ρωμαλέας σκέψης, την περιπετειώδη ζωή και το βαθύ ψυχισμό της πληθωρικής προσωπικότητάς του, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από τον θάνατό του (1957).
Γυρισμένο στα βήματα του Καζαντζάκη, σε δεκάδες μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού, το ντοκιμαντέρ αναδεικνύει μια άγνωστη πτυχή της πνευματικής δραστηριότητας του Καζαντζάκη, αυτήν της γραφής σεναρίου, δεδομένου - όπως αναφέρει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Λευτέρης Χαρωνίτης - ότι είναι από τους πρώτους που διείδαν τη μεγάλη εξέλιξη του κινηματογράφου, στη δεκαετία του 1920.
Σκηνοθεσία: Λευτέρης Χαρωνίτης
Σενάριο: Λευτέρης Χαρωνίτης, Επιστημονικός Σύμβουλος: Σταμάτης Φιλιππίδης
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σάκης Μανιάτης
Μοντάζ: Ανδρέας Μότσιος
Ήχος: Γιώργος Χριστοδούλου
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Παραγωγή: Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου & ΕΚΚ
Αφήγηση: Μαρία Τζομπανάκη, Χρήστος Τσάγκας, Αχιλλέας Κυριακίδης, Τάσσος Γουδέλης, Αγάπη Μανούρα
24/10/12
Συνθήκη της Λωζάνης - Δυο φορές ξένος
Δυο φορές ξένος - Συνθήκη της Λωζάνης from estiades on Vimeo.
Μέσα από μαρτυρίες και σπάνιο αρχειακό υλικό, το ντοκιμαντέρ «Δυο φορές ξένος» εστιάζει στους διωγμούς των Βαλκανίων.
Βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του δημοσιογράφου Μπρους Κλαρκ, το ντοκιμαντέρ «Δυο φορές ξένος» των Ανδρέα Αποστολίδη και Γιούρι Αβέρωφ εγκαινιάζει για το 2012 το πρόγραμμα προβολών του Cine Doc στο Γαλλικό Ινστιτούτο.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι περισσότεροι κάτοικοι των χωρών των Βαλκανίων ζούσαν στην «πολυεθνική» Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία επέτρεπε σε Χριστιανούς, Μουσουλμάνος και Εβραίους να συμβιώνουν ειρηνικά.
Ωστόσο, το 1924, αυτός ο κόσμος είχε πια καταρρεύσει. Περί τους 400.000 μουσουλμάνους εκδιώχθηκαν από την Ελλάδα, την ώρα που τουλάχιστον 1,2 εκατομμύρια έλληνες ορθόδοξοι αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους στην Τουρκία.
Το ντοκιμαντέρ «Δυο φορές ξένος» ξετυλίγει την ιστορία μέσα από σπάνιο αρχειακό υλικό, συνεντεύξεις με ιστορικούς και συγκλονιστικές προφορικές μαρτυρίες προσφύγων από την Ελλάδα και την Τουρκία. «Είναι μια ταινία για ανθρώπους που ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, η κοινή τους εμπειρία για τις χαμένες πατρίδες: η ιστορία του να είσαι «Δύο φορές ξένος» αναφέρουν οι δημιουργοί του.
Στην ταινία εμφανίζονται μεταξύ άλλων οι Μπρους Κλαρκ (που υπήρξε επίσης επιστημονικός σύμβουλός της μαζί με τον Ιάκωβο Μιχαηλίδη), ο συγγραφέας Τζάιλς Μίλτον και οι Θάνος Βερέμης, Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Μιλούν επίσης Έλληνες και Τούρκοι πρόσφυγες από την Κρήτη, τη Μυτιλήνη, την Καππαδοκία, τον Πόντο, τη Σμύρνη και τη Δυτική Μακεδονία.
Το ντοκιμαντέρ «Δυο φορές ξένος» είναι μια συμπαραγωγή της ΕΡΤ με την ΑΝΕΜΟΝ, σε συνεργασία με το cross-media project «ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΞΕΝΟΣ»
18/10/12
Η πόλη κάτω από τα κύματα: Παυλοπέτρι [Ντοκυμαντέρ του BBC]
Μία από τις αρχαιότερες βυθισμένες πόλεις,λίγα λεπτά από την Παντάνασσα στα Νότια της Λακωνίας, αναδημιουργήθηκε ψηφιακά, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Ένα λιμάνι, σπίτια με κήπους, ρούχα απλωμένα στις αυλές, δρόμοι και πλατείες, συνθέτουν μία πόλη με στοιχεία από τον αστικό τρόπο ζωής. Μόνο που εδώ μιλάμε για την εποχή του Χαλκού!το Παυλοπέτρι ήταν μια πόλη με άριστη ρυμοτομία, που περιλάμβανε ένα πολύ καλά κατασκευασμένο οδικό δίκτυο. Ανεξάρτητες και μη οικίες μέχρι και δύο ορόφων, συνυπήρχαν με δημόσια κτίρια. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το πολύπλοκο σύστημα διαχείρισης του νερού που σύμφωνα με τα ευρύματα περιλάμβανε κανάλια και υδρορροές."Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για την αρχαιότερη βυθισμένη πόλη του κόσμου", δήλωσε ο Δρ. Τζον Χέντερσον, καθηγητής υποθαλάσσιας αρχαιολογίας του πανεπιστημίου του Νότινγχαμ.Αυτά που ανακάλυψαν ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Βρήκαν μια πόλη με κτίρια, πλατείες, δρόμους και μνημεία. Ο βυθός είναι γεμάτος με διασκορπισμένα αγγεία. Στην ίδια περιοχή εντοπίστηκε μεγάλο κτίριο, μήκους 35 μέτρων, που μάλλον αποτελούσε έδρα και κατοικία της πολιτικής ηγεσίας της πόλης.Οι επιστήμονες προσπαθούν να βρουν την απάντηση στο ερώτημα γιατί βυθίσθηκε η πόλη. Υπάρχουν τρεις θεωρίες. Η πρώτη είναι ότι ανέβηκε σταδιακά η στάθμη της θάλασσας, η δεύτερη ότιυποχώρησε το έδαφος και η τρίτη ότι βυθίσθηκε από τσουνάμι.
The city of Pavlopetri, underwater off the coast of southern Laconia in Peloponnese, Greece, is about 5,000 years old, and is the oldest submerged archeological town site. It is unique in having an almost complete town plan, including streets, buildings, and tombs. It was discovered in 1967 by Nicholas Flemming and mapped in 1968 by a team of archaeologists from Cambridge. The name Pavlopetri ("Paul's and Peter's", or "Paul's stone") is the modern name for the islet and beach, apparently named for the two Christian saints that are celebrated together; the ancient name or names are unknown.
It has at least 15 buildings submerged in 3 to 4 metres (9.8--13 ft) of water. The newest discoveries in 2009 alone cover 9,000 m2 (2.2 acres).
Earlier, the ruins were dated to the Mycenaean period, 1600-1100 BC. Later studies showed an older occupation date starting no later than 2800 BC, so it also includes early Bronze Age middle Minoan and transitional material.
It is now believed that the town was submerged around 1000 BC. The area never reemerged, so it was neither built-over nor disrupted by agriculture.
Although eroded over the centuries, the town layout is as it was thousands of years ago. The site is under threat of damage by boats dragging anchors, as well as by tourists and souvenir hunters.
The fieldwork of 2009 was largely to map the site. It is the first submerged town digitally surveyed in three dimensions. Sonar mapping techniques developed by military and oil prospecting organizations have aided recent work.
As of October 2009, four more fieldwork sessions are planned, also in collaboration with the Greek government as a joint project. Those sessions will do excavations. Also working alongside the archaeologists (from the University of Nottingham) are a team from the Australian Centre for Field Robotics, who aim to take underwater archaeology into the 21st century. They have developed several unique robots to survey the site in various ways. One of the results of the survey was to establish that the town was the centre of a thriving textile industry (from the many loom weights found in the site). Also many large pitharis pots (from Crete) were excavated, also indicating a major trading port.
15/10/12
Η Κρίση Των Πυραύλων Στην Κούβα 1962 Ντοκυμαντέρ
Ο κόσμος θα τελειώσει με έναν ψίθυρο. Σιβυλλική ρήση, συμβολική αναπαράσταση ή απλή διαίσθηση; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η φράση αυτή του T. S. Elliot παραλίγο να γίνει μια τραγική πραγματικότητα, τον Οκτώβρη του 1962, κατά τη διάρκεια της κρίσης των πυραύλων της Κούβας. Όταν, στο αποκορύφωμα -ίσως- της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης, οι δύο (πυρηνικές) υπερδυνάμεις τέθηκαν στην ύψιστη, πριν τον πόλεμο, κατάσταση επιφυλακής και οι στόλοι τους βρέθηκαν αντιμέτωποι, εκκρεμούντος ενός τελεσιγράφου, τότε θα χρειαζόταν, ενδεχόμενα, κάτι πολύ λιγότερο από έναν απλό ψίθυρο για να τελειώσει ο κόσμος.
Η κρίση, που έφερε την Υφήλιο στα πρόθυρα του θερμοπυρηνικού ολέθρου, εκτυλίχθηκε στην Κούβα, το μεγαλύτερο νησί (110.922τ.χλμ.) του συμπλέγματος των Αντιλλών, στην Κεντρική Αμερική, και καθόλου αναίτια. Με 10.822.000 κατοίκους και ιδιαίτερης γεωπολιτικής σημασίας, η Κούβα είχε, ανέκαθεν, ταραχώδη ιστορία. Λόγω της φυσικής της οχύρωσης αλλά και της, μόλις 90 μιλίων, απόστασής της από τις ακτές της Φλώριδας, αποτελούσε πάντα στόχο αποικιοκρατών και σταθερό σημείο αναφοράς της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. στην Κεντρική και Λατινική Αμερική.
Από την 1η Γενάρη του 1959 η αμερικανόφιλη δικτατορία του Στρατηγού Μπατίστα αποτέλεσε οριστικά παρελθόν, μετά από επτά χρόνια εξουσίας. Η περίφημη κουβανέζικη Επανάσταση, το "Κίνημα της 26ης Ιουλίου" είχε θριαμβεύσει. Αδιαφιλονίκητος ηγέτης της Κούβας ήταν, πλέον, ο Φιντέλ Κάστρο, πλαισιωμένος από τον "Τσε", τον αδελφό Ραούλ και τους "Μπαρμπούδος" τους.
Αρχικά ο Κάστρο επέδειξε μετριοπαθή συμπεριφορά απέναντι στις Η.Π.Α. του Ν. Αϊζενχάουερ, και αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στις Η.Π.Α., μετά από πρόσκληση της Ενώσεως Εκδοτών Τύπου τον Απρίλιο του 1959, διαβεβαίωσε τους δημοσιογράφους ότι η κυβέρνησή του δε θα συμπεριλάμβανε κομμουνιστές.
Όμως, από τα τέλη του 1959 ο «αριστερίζων» Κάστρο, επηρεασμένος τόσο από το μαρξιστή Γκεβάρα, όσο και από την αναπόδραστη ανάγκη της οικονομικής απεξάρτησης της χώρας του από την αμερικάνικη οικονομία, άρχισε προοδευτικά να προσανατολίζεται προς το μαρξισμό-λενινισμό και να χαράζει αντιαμερικανική πολιτική, επιλέγοντας την οδό της ευθείας ιδεολογικής σύγκρουσης με τις Η.Π.Α. Με διάγγελμά του προς τον κουβανέζικο λαό, την 2α Δεκέμβρη του 1961 ενέταξε επίσημα τη χώρα στο "κομμουνιστικό μπλοκ", αφού η ιδεολογική στροφή είχε συντελεστεί πολύ νωρίτερα.
Επιπλέον, με τον Τσε ως Πρόεδρο της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας και -έπειτα- Υπουργό Βιομηχανίας, προχώρησε σε εθνικοποίηση αμερικάνικων επενδύσεων και εταιριών πετρελαίου, χωρίς την παραμικρή αποζημίωση.
Όλες οι ενέργειες του Κάστρο, με αποκορύφωμα την κατάληψη της Texaco, στις 29 Ιουνίου του 1960 και τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών Κούβας- Ε.Σ.Σ.Δ. για ανταλλαγή ρωσικού πετρελαίου με κουβανέζικη ζάχαρη, εξόργισαν την αμερικάνικη διπλωματία και οδήγησαν τον Πρόεδρο Αϊζενχάουερ στην απόφαση της κήρυξης της Κούβας σε οικονομικό αποκλεισμό με τη διακοπή του 95% των εισαγωγών κουβανέζικης ζάχαρης, στις 6 Ιουλίου του 1960. Με αφορμή το εμπάργκο, ο Τσε άδραξε την ευκαιρία και απόσπασε από τον Ν. Χρουστσόφ δέσμευση για εξαπόλυση σοβιετικών πυραύλων, σε περίπτωση αμερικάνικης επέμβασης στο νησί του Κάστρο. Τέλος, η διακοπή των διπλωματικών τους σχέσεων, στις 3 Ιανουαρίου 1961, επισφράγισε το χάσμα μεταξύ Η.Π.Α. και Κούβας.
Το κλίμα ήταν ιδανικό για την ενεργοποίηση της «επιχείρησης Mongoose» της CIA, το Νοέμβριο του 1961. Στόχος; η δολοφονία του Κάστρο.
Είναι σαφέστατο, λοιπόν, ότι η κρίση της Κούβας συνδέεται αιτιακά με ορισμένα διεθνή γεγονότα της περιόδου εκείνης. Επομένως πρέπει, στο σημείο αυτό, να ενταχτεί στα πλαίσια ενός γενικότερου ιδεολογικού status quo και να εξεταστεί σε συνάρτηση με τις τότε διεθνοπολιτικές ισορροπίες μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
Υπό αυτό το πρίσμα, εξαιρετικής ιδεολογικοπολιτικής σημασίας γεγονός, αποτέλεσε η επιτυχής εκτόξευση του σοβιετικού δορυφόρου Sputnik, τον Οκτώβριο του 1957. Αυτή η επιτυχία της σοβιετικής τεχνολογίας σε συνδυασμό με την αποτυχία εκτόξευσης αμερικάνικου δορυφόρου, το Δεκέμβριο του ίδιου έτους, επέφεραν σοβαρό πλήγμα καθώς και ιδεολογική σύγχυση στις συνειδήσεις του λαού και των ηγετών των Η.Π.Α. Επιπλέον, ενέτειναν την (μακαρθική) αντικομμουνιστική υστερία, πυροδότησαν νέα κούρσα εξοπλισμών και ανέδειξαν την προοπτική νέων διεθνών διενέξεων και συγκρούσεων μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.
Εξάλλου, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 50, η Ε.Σ.Σ.Δ. αναπτυσσόταν οικονομικά με ρυθμούς ταχύτερους από ότι οι Η.Π.Α. Με τους ρυθμούς εκείνους, το σοβιετικό Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν θα υπερέβαινε το αντίστοιχο αμερικάνικο εάν η άνοδός του συνεχιζόταν μέχρι το 1984! Η αποδεδειγμένη αυτή υπεροχή της σοβιετικής οικονομίας ενίσχυσε περαιτέρω το άγχος και τις ανησυχίες των Αμερικάνων.
Το ολοένα εντεινόμενο αίσθημα ανασφάλειας και κατωτερότητας των αμερικάνων ψηφοφόρων έναντι των «κομμουνιστών», ως αποτέλεσμα των προαναφερθέντων, ανέδειξε ιδεολογικά κενά και οδήγησε στην εξουσία τους Δημοκρατικούς υπό την ηγεσία του, αναμφισβήτητα χαρισματικού, Τζ. Φ. Κέννεντυ. Ταυτόχρονα, επήλθε αλλαγή του δόγματος της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής, ως -άλλωστε- και ιστορικά επιβεβλημένη. Το δόγμα των «μαζικών αντιποίνων» (massive retaliation) του Ντάλλες, Υπουργού Εξωτερικών του Αϊζενχάουερ, κρίθηκε αναποτελεσματικό. Αντικαταστάθηκε, λοιπόν, από την «ευέλικτη ανταπόδοση» (flexible response)του Μακναμάρα, Υπουργού Αμύνης του Κέννεντυ, με στόχο την απεξάρτηση της Ουάσιγκτον από το δίλημμα «υποχώρηση ή πυρηνικός όλεθρος» και την αποτελεσματική «αποτροπή» της πυρηνικής Ε.Σ.Σ.Δ.
Το έντονο ψυχροπολεμικό κλίμα της συγκεκριμένης περιόδου, επιβάρυνε σημαντικά η κατάρριψη ενός κατασκοπευτικού U-2 των Η.Π.Α. από τους Σοβιετικούς, το Μάιο του 1960.
Το ίδιο πολωτικά επέδρασε η κρίση του Βερολίνου, τον Ιούνιο του 1961. Η αντιπαράθεση Χρουστσόφ-Κέννεντυ για το καθεστώς του Δυτικού Βερολίνου οδήγησε στ του Τείχους, τον Αύγουστο του 1961 και κλιμάκωσε την ένταση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.Εκείνο που έλειπε, πλέον, για να «ξεσπάσει η καταιγίδα», ήταν μια αφορμή.
Αναμφισβήτητα, η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, τον Απρίλιο του 1962, έχει καταγραφεί ιστορικά ως η σημαντικότερη αφορμή της αποστολής των σοβιετικών πυραύλων από τον Χρουστσόφ. Το σχέδιο της CIA, που κληρονόμησε ο Κέννεντυ από τον Αϊζενχάουερ, προέβλεπε την εκπαίδευση 1.400 εξόριστων Κουβανών σε στρατόπεδο της Γουατεμάλα και την αποστολή τους στην Κούβα με στόχο την κατάληψη της εξουσίας και τη δολοφονία του Κάστρο. Απαραίτητη προϋπόθεση μιας επιτυχούς έκβασης ήταν η στήριξη των εισβολέων από τον κουβανέζικο λαό με τη μορφή γενικής λαϊκής σύρραξης, κάτι που δεν επιτεύχθηκε, λόγω και της δημοτικότητας του Κάστρο. Η εισβολή πραγματοποιήθηκε στον Κόλπο των Χοίρων και, έχοντας διαρρεύσει στους κουβανούς αξιωματούχους, κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Παρόλα αυτά, έγινε ξεκάθαρα αντιληπτό σε όλο τον κόσμο ότι οι Η.Π.Α. θα μπορούσαν κάποια στιγμή στο μέλλον να εισβάλλουν «ανοιχτά» στο νησί του Κάστρο. Μια τέτοια προοπτική φαίνεται να τρομοκράτησε, τόσο τον ίδιο τον Κουβανό ηγέτη, ώστε να αναζητεί την υποστήριξη της «σοβιετικής αρκούδας» του Χρουστσόφ, όσο και τον τελευταίο, ώστε να την προσφέρει.
Ήδη από τα μέσα του καλοκαιριού του 1962, η Ε.Σ.Σ.Δ. άρχισε να εφοδιάζει την Κούβα με στρατό, όπλα, μαχητικά αεροσκάφη τύπου MIG, άρματα μάχης και άλλο πολεμικό υλικό. Το Σεπτέμβριο του 1962, με την οριστικοποίηση συμφωνίας μεταξύ Τσε και Χρουστσόφ στη Μόσχα, ο εξοπλισμός της Κούβας άρχισε να διευρύνεται. Στις 4 Σεπτέμβρη, ο Πρόεδρος Κέννεντυ αναγκάστηκε, να απευθύνει αυστηρή προειδοποίηση προς τον Κάστρο, ο οποίος όχι μόνο την αγνόησε, αλλά έδωσε, στις 22 Σεπτέμβρη, άδεια στους Σοβιετικούς για την κατασκευή ναυτικής βάσης στην Κούβα.Επιπλέον, ως τα μέσα του Οκτώβρη, είχαν αποσταλεί στην Κούβα πύραυλοι εδάφους- αέρος, τύπου SAMs, 48 πύραυλου μέσου- ενδοηπειρωτικού βεληνεκούς, τύπου SS-4 (μπορούσαν να πλήξουν τις περισσότερες πόλεις των Η.Π.Α.), 48 ελαφρά βομβαρδιστικά IL-28, τακτικά πυρηνικά όπλα και πυρηνικές κεφαλές. Εκκρεμούσε μόνο η αποστολή 32 πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς (διηπειρωτικών), τύπου SS-5, βάσει της ρωσο-κουβανέζικης συμφωνίας.
Στις 14 Οκτώβρη του 1962 ένα κατασκοπευτικό U-2 των Η.Π.Α. φωτογράφησε υπό κατασκευή βάσεις ενδοηπειρωτικών πυραύλων στο κουβανέζικο νησί. Οι αμερικάνοι αξιωματούχοι, αφού συγκέντρωσαν έχοντας συγκεντρώσει περισσότερες πληροφορίες, ενημέρωσαν τον Πρόεδρο στις 16 του Οκτώβρη. Αυτός έσπευσε να συστήσει μια «εκτελεστική Επιτροπή» του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, απαρτιζόμενη από έμπειρους διπλωμάτες της εποχής του Τρούμαν και νεώτερους «ειδικούς». Μέλη της ομάδας αυτής ήταν, μεταξύ άλλων, οι Robert Kennedy, McNamara, McGeorge Bundy, Th. Sorensen, D. Acheson, P. Nitze, R. Lovett.Το πρώτο μέλημά της ομάδας ήταν η επιλογή της αμερικάνικης αντίδρασης. Εκφράστηκαν τρεις, κυρίως, απόψεις: α) να μείνουν οι Η.Π.Α. αδρανείς, β) να διεξαγάγουν αεροπορική επιδρομή --ιδέα, μεταξύ άλλων, και του Acheson--, γ) να εφαρμόσουν ναυτικό αποκλεισμό- ιδέα του McNamara. O Κέννεντυ, φοβούμενος την αποτυχία, την επικινδυνότητα αλλά και το πολιτικό κόστος ενός βομβαρδισμού, επέλεξε την τρίτη πρόταση. Με διάγγελμα προς τον αμερικάνικο λαό, στις 22 Οκτώβρη, ανακοίνωσε το ναυτικό αποκλεισμό της Κούβας, αποφεύγοντας, επιδέξια, τη λέξη «καραντίνα» ("quarantine"). Έτσι, το αμερικάνικο ναυτικό θα επιχειρούσε νηοψία σε οποιοδήποτε σοβιετικό καράβι πλησίαζε το νησί, αποτρέποντας τον περαιτέρω εξοπλισμό του. Περισσότερα από 180 πολεμικά πλοία των Η.Π.Α. ξεκίνησαν περιπολίες στην Καραϊβική. Από την πλευρά των Σοβιετικών, πυρηνικά υποβρύχια άρχισαν να πλέουν στην περιοχή. Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά κρίσιμη.
Στις 24 του μήνα, σοβιετικά πλοία πλησίασαν το ναυτικό κλοιό. Η αγωνία εκατομμυρίων ανθρώπων εκτινάχτηκε στα ύψη. Αν τα πλοία των Σοβιετικών επιχειρούσαν να διαπεράσουν τη γραμμή του αποκλεισμού, οι αμερικάνικες δυνάμεις θα απαντούσαν, πρώτα με προειδοποιητικές βολές, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, θα τα βύθιζαν. Ευτυχώς για όλους, τα σοβιετικά καράβια σταμάτησαν και υποβλήθηκαν σε έλεγχο. Την ίδια στιγμή, αφού ο Γ.Γ. του ΟΗΕ Ουίλ. Θαντ έστειλε σε Ουάσιγκτον, Μόσχα και Αβάνα πρόταση συμβιβασμού, διαμορφωμένη από 45 ανεξάρτητα κράτη-μέλη του ΟΗΕ, ο Χρουστσόφ απεύθυνε πρόσκληση για έκτακτη σύνοδο Κορυφής, ενώ ο Κέννεντυ απαιτούσε την απομάκρυνση των SS-4, ως προϋπόθεση για κάτι τέτοιο.
Στις 26 Οκτώβρη, οι αμερικάνοι αξιωματούχοι έλαβαν επιστολή του Χρουστσόφ. Σύμφωνα με αυτήν, οι σοβιετικοί πύραυλοι δεν είναι επιθετικοί αλλά αμυντικοί και θα αποσύρονταν, μόνο εάν οι Η.Π.Α. δεσμεύονταν να μην εισβάλουν στην Κούβα.
Την επόμενη μέρα η κρίση επιδεινώθηκε. Ένα αμερικάνικο U-2 καταρρίφθηκε πάνω από την Κούβα. Οι Αμερικάνοι ετοιμάστηκαν να ανταποδώσουν όσο οι Σοβιετικοί «ακόνιζαν τα (πυρηνικά) ξίφη τους». Την ίδια μέρα, ένα αμερικάνικο κατασκοπευτικό αεροσκάφος ενεπλάκη σε αερομαχία με σοβιετικό MIG μέσα σε σοβιετικό εναέριο χώρο. Στο μεταξύ, μια δεύτερη επιστολή του Χρουστσόφ είχε φτάσει στο Λευκό Οίκο. Πρότεινε ως αντάλλαγμα για τη ρωσική υποχώρηση, εκτός της δέσμευσης για μη επέμβαση, την απομάκρυνση των (αντίστοιχων με τους σοβιετικούς) πυραύλων Jupiter από την Τουρκία. Ο τελευταίος ρωσικός όρος ήταν απρόσμενα βολικός για την αμερικάνικη διπλωματία, αφού το νέο διηπειρωτικό πυρηνικό πρόγραμμα των Η.Π.Α. είχε ήδη καταστήσει τους Jupiter περιττούς.
Στις 28 Οκτώβρη 1962, μετά από μυστικές διαβουλεύσεις και σκληρές διαπραγματεύσεις, Κέννεντυ και Χρουστσόφ κατέληξαν στην ακόλουθη συμφωνία: Η Ε.Σ.Σ.Δ. θα απέσυρε τους πυραύλους αλλά και τις σημαντικότερες συμβατικές στρατιωτικές της δυνάμεις, ενώ οι Η.Π.Α. θα αναλάμβαναν τη δέσμευση να μην επιτεθούν στο νησί του Κάστρο. Η απόσυρση των Jupiter συμπεριλήφθηκε στην συμφωνία αλλά ως μυστική ρήτρα. Την ίδια μέρα ξεκίνησε η αποχώρηση των σοβιετικών πλοίων.
Τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται. Στις 20 Νοεμβρίου διακόπηκε ο ναυτικός αποκλεισμός της Κούβας καθώς συνεχιζόταν η εκκένωσή της από τα σοβιετικά επιθετικά όπλα. Πρόβλημα εμφανίστηκε με μερικά βομβαρδιστικά IL-28, που η ρωσο-κουβανέζικη πλευρά θεωρούσε αμυντικά. Μετά από δέκα μέρες σκληρών διαπραγματεύσεων, όμως, απομακρύνθηκαν και αυτά επίσης.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε τόσο την απογοήτευση του λαού της Κούβας όσο και του ηγέτη της, που ένιωσαν κυριολεκτικά προδομένοι από το "Ρώσο Αδερφό".
Σε μια προσπάθεια αποτίμησης της κρίσης που σκόρπισε άγχος και αγωνία σε εκατομμύρια ανθρώπων ανά τον κόσμο, είναι τουλάχιστον ενδιαφέρουσα η διακινδύνευση ορισμένων σκέψεων, ακόμη και συμπερασμάτων.
Ένα πρώτο ερώτημα που τίθεται από την αλληλουχία των γεγονότων, σχετίζεται με τα κίνητρα των μεγάλων πρωταγωνιστών της κρίσης: του Χρουστσόφ και του Κέννεντυ.
Από τους δύο, ο πλέον «ιδιόρρυθμος» ήταν σίγουρα ο Χρουστσόφ. Έχοντας επιδείξει, από το 1956, ρεβιζιονιστική διάθεση σε ό,τι αφορά τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική του, απέδειξε ταυτόχρονα πως είναι δεξιοτέχνης στις στρατηγικές απειλές και στις διπλωματικές μπλόφες. Στο πρόσωπο του Κάστρο είδε έναν αληθινό Επαναστάτη καθώς και μια «χρυσή» ευκαιρία της διάδοσης του κομμουνισμού και της καταπολέμησης του ιμπεριαλισμού των Η.Π.Α. και σε άλλες χώρες της αμερικάνικης ηπείρου. Ταυτόχρονα, βρήκε τον τρόπο να επιχειρήσει για να ανατρέψει την πυρηνική ισορροπία υπέρ της Ε.Σ.Σ.Δ. με χαμηλό κόστος,αλλά και να ασκήσει πίεση στον Κέννεντυ για το θέμα του Βερολίνου. Παρ' όλα αυτά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Χρουστσόφ δε θα προκαλούσε πυρηνικό ολοκαύτωμα χάριν της Κούβας.
Από την άλλη πλευρά, ο Κέννεντυ τήρησε μια αξιοπερίεργη, κυκλοθυμική ίσως, συμπεριφορά, εναλλαγής ρεαλισμού και συναισθηματισμού. Ενώ, δηλαδή, εμφανίστηκε ακραίος και ανυποχώρητος ("brinkmanship"), ταυτόχρονα, είχε πλήρη επίγνωση της επικινδυνότητας της κατάστασης. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται με τη δήλωση: «Ξέρω τους αριθμούς, 100 εκατομμύρια θα πεθάνουν μέσα σε μία μόνο μέρα και 24 εκατομμύρια εδώ». Εξάλλου, ο ρεαλισμός και η ψυχραιμία του Κέννεντυ φάνηκαν, τόσο από το γεγονός της απόρριψης της επιλογής του αεροπορικού βομβαρδισμού ή «ενός αντίστροφου Purl Harbor με αρνητικό αντίκτυπο στην παγκόσμια κοινή γνώμη», όπως έλεγε, όσο και από το γεγονός ότι δεν ήθελε να πληγεί το κύρος του Χρουστσόφ, από φόβο (κυρίως) μην τον εξωθήσει στα άκρα. Για το λόγο αυτό, αποδέχθηκε να αποσύρει τους πυραύλους Jupiter από την Τουρκία.24
Στο σημείο αυτό, για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και ερμηνεία της συμπεριφοράς των δύο ηγετών, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η θεωρία των Pierre Accoce και Pierre Rentchnick. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, την οποία διατυπώνουν στο βιβλίο τους «Αυτοί οι άρρωστοι που μας κυβερνούν», επιχειρούν να συνδέσουν τις συμπεριφορές και τα κίνητρα σημαντικών πολιτικών της Ιστορίας με ψυχοπαθολογικά τους προβλήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, υποστηρίζεται η πιθανότητα του να επηρεάστηκαν- σε ό,τι αφορά στη στάση που τήρησαν κατά τη διάρκεια της Κρίσης- αφενός ο Κέννεντυ από τη Νόσο του ’ντισον και από ψυχονευρώσεις, από τις οποίες φαίνεται να έπασχε, αφετέρου ο Χρουστσόφ από αρτηριοσκλήρωση, μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και σωρεία εγκεφαλικών και καρδιακών επεισοδίων.
Το άλλο σημαντικό ερώτημα που ανακύπτει από τη μελέτη της Κρίσης των Πυραύλων της Κούβας, είναι το ποιος βγήκε νικητής από τη συγκεκριμένη αναμέτρηση.
Κατά μία άποψη, κερδισμένος ήταν ο Κέννεντυ, αφού υποχρέωσε τελικώς τον Χρουστσόφ να αποσύρει τους SS-4 από την Κούβα. Με αυτόν τον τρόπο απέτρεψε την στρατιωτική γιγάντωση ενός γείτονα και ιδεολογικού αντιπάλου των Η.Π.Α. και διατήρησε την πυρηνική ισορροπία υπέρ των τελευταίων.
Σύμφωνα με την αντίθετη άποψη, νικητής της σύγκρουσης αναδείχτηκε ο Σοβιετικός ηγέτης. Η στρατιωτική και διπλωματική του μπλόφα πέτυχε: έκανε επίδειξη ισχύος, απέσπασε δέσμευση μη επέμβασης των Η.Π.Α. στο νησί των «Μπαρμπούδος» και προκάλεσε το «ξήλωμα» των αντίστοιχων αμερικάνικων πυραύλων από την Τουρκία.
Η αλήθεια φαίνεται να βρίσκεται κάπου ανάμεσα, καθώς εκφράστηκαν και αντίθετες απόψεις. Κάποιοι ιστορικοί και πολιτικοί αναλυτές, επιχείρησαν, αρκετά πειστικά, να συνδέσουν την έκβαση του προκείμενου ζητήματος, τόσο με τη δολοφονία του Αμερικάνου Προέδρου, το 1963, όσο και με την απομάκρυνση του Σοβιετικού ηγέτη από την εξουσία, το 1964.
Αναμφίβολα, η κρίση των πυραύλων της Κούβας θα μπορούσε να αποτελέσει το «τέλος της Ιστορίας» (και με πολύ δραματικότερο τρόπο από αυτόν που περιέγραψε ο Φουκουγιάμα στο ομώνυμο βιβλίο του). Ευτυχώς κάποιοι, με πρώτους τους ίδιους τους πρωταγωνιστές του «θρίλερ», το αντιλήφθηκαν και εργάστηκαν προς την κατεύθυνση της αποκλιμάκωσης του ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού. Ο Κέννεντυ, με την ομιλία του στο American University, την άνοιξη του 1963, έθεσε τα θεμέλια και ο Χρουστσόφ, με την, για πρώτη φορά χωρίς κυνικά σχόλια, μετάφραση της ομιλίας του από την Pravda (το επίσημο όργανο του Κ.Κ.Σ.Ε.), ανταποκρίθηκε. Σηματοδοτήθηκε έτσι μια μίνι-ύφεση στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, που οδήγησε στην εγκατάσταση της «κόκκινης γραμμής» ανάμεσα σε Λευκό Οίκο και Κρεμλίνο (για την άμεση επικοινωνία σε περίπτωση παρόμοιων κρίσεων), και στην υπογραφή των Συμφωνιών για τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών.Ευτυχώς υπάρχουν στιγμές στην ανθρώπινη Ιστορία, που οι άνθρωποι διδάσκονται από τα λάθη τους.
Χάρης Θ. Κουροπαλάτης
e-telescope.gr






















