Στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα πληθυσμοί από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τα μικρασιατικά παράλια και τις περιοχές του Πόντου μετακινήθηκαν προς την ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία. Μέχρι το 1906 ο ελληνικός πληθυσμός της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας ανερχόταν στα 100.000 άτομα.1 Ελληνόφωνοι ή ελληνικής προέλευσης πληθυσμοί διαβιούσαν στην ύπαιθρο και στις πόλεις κατά μήκος των παραλίων του Εύξεινου Πόντου, απ’ όπου έλεγχαν το εμπόριο της περιοχής. Αρκετοί από αυτούς μετακινούνταν προς τις πόλεις της νότιας Ρωσίας μετά τη δεκαετία του 1830 εκμεταλλευόμενοι την εμπορική άνθησή τους. Καθαρά ελληνικές πόλεις ήταν η Μεσημβρία και η Σωζόπολη, ενώ η Αγχίαλος, ο Πύργος και η Βάρνα είχαν ανάμεικτο πληθυσμό.
Συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν ως τις αρχές του 20ού αιώνα στην Αγαθούπολη, και σε μια σειρά μικρότερα χωριά όπως η Μήδεια ή Σαλμυδησσός και η Θυνιάς (Νιάδα) σε αρμονική γειτονία με τους βουλγαρικούς ή βλάχικους πληθυσμούς της περιοχής. Στο Βασιλικό το 1906 ζούσαν 500 οικογένειες2, στη Μεσημβρία 1.000 ελληνικές οικογένειες, οι οποίες στο μεγαλύτερο ποσοστό τους ήρθαν στην Ελλάδα το 1919.3 Στη Βάρνα το 1903 ζούσαν 7.500 Έλληνες σε σύνολο 35.000 κατοίκων. Στον Πύργο 5.322 Έλληνες και στην Αγχίαλο 5.089 Έλληνες.4










