Βασίλης Κ. Γούναρης
Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
1. Η διεκδίκηση της οθωμανικής κληρονομιάς στην Ευρώπη
Από την στιγμή που η λέξη «Ελλάς» κρίθηκε ως η καταλληλότερη ονομασία για το σύγχρονο κράτος των Ρωμιών, το ζήτημα της Μακεδονίας -στη θεωρία τουλάχιστον- είχε κριθεί. Η ιστορική γεωγραφία -κατά το γνωστό απόσπασμα του Στράβωνος- έθετε τη γη του Αλεξάνδρου εντός της Ελλάδος αλλά στην πράξη βέβαια το ζήτημα δεν απασχολούσε άμεσα τους Έλληνες. Οι εδαφικές φιλοδοξίες τους δύσκολα ξεπερνούσαν τον Όλυμπο. Εξάλλου, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του ΙΘ΄ αιώνος, ο προβληματισμός για την ταυτότητα των Μακεδόνων, ελλείψει ανταπαιτητών του χώρου, ήταν άκαιρος· η ιστορική γνώση για την πορεία τους κατά τους Μέσους Χρόνους ήταν νεφελώδης· η αλλοφωνία δεν ξάφνιαζε κανέναν και η ομοδοξία ήταν μεν αναγκαία αλλά πάντως απολύτως επαρκής συνθήκη για να ενταχθεί κανείς στο ελληνικό έθνος.
Αν υπήρχε προβληματισμός για την Μακεδονία και τους κατοίκους της, αυτός εντοπιζόταν σαφώς στον σλαβικό χώρο και μάλιστα στο πλαίσιο της βουλγαρικής εθνικής αναγεννήσεως και των σχέσεών της με τη Ρωσία αφενός και την Σερβία αφετέρου. Πριν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1822, ο Βουκ Κάραζιτς, ο εξέχων Σέρβος φιλόλογος και εθνογράφος, συμπεριέλαβε σε έκδοσή του, ως βουλγαρικά, σλαβικά δημοτικά τραγούδια από το Ράζλογκ. Το 1829, ο Ουκρανός Γιούρι Βενέλιν στη μελέτη του Οι αρχαίοι και νεότεροι Βούλγαροι και οι πολιτικές, εθνογραφικές, ιστορικές και θρησκευτικές τους σχέσεις με τη Ρωσία ταξινόμησε κι αυτός ως Βουλγάρους τους κατοίκους της Μακεδονίας. Το 1842 ο Τσέχος γεωγράφος Π.Σαφάρικ, που έζησε στο Νόβι Σαντ αλλά δεν ταξίδεψε ποτέ στα Νότια Βαλκάνια, παρουσίασε τον εθνογραφικό του χάρτη, προϊόν εργασίας είκοσι ετών, όπου οι Βούλγαροι κατελάμβαναν τεράστια περιοχή από την Δοβρουτσά μέχρι την Αχρίδα και την Θεσσαλονίκη. Λίγο αργότερα (1844-45), βρέθηκε στη Βόρεια Μακεδονία ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Καζάν Βίκτορ Γριγόροβιτς, πολύ πριν φθάσει στα μέρη αυτά η Μεγάλη Ιδέα που γεννιόταν μόλις την ίδια εποχή στο ελληνικό κοινοβούλιο. Η επαφή του με τον Δήμηταρ Μιλαντίνωφ στην Αχρίδα ήταν καθοριστική για την στροφή του τελευταίου καθώς και του αδελφού του Konstanin, στη συλλογή σλαβικών δημοτικών τραγουδιών. Εκδόθηκαν το 1861 ως Βουλγαρικά δημοτικά τραγούδια με την επιχορήγηση του διακεκριμένου υποστηρικτού της Νοτιοσλαβικής Ιδέας, Καθολικού Επισκόπου Strossmayer, σε μία εποχή που η ιδέα αυτή δεν απέκλειε τους Βουλγάρους. Εξάλλου, έναν μόλις χρόνο νωρίτερα (1860), είχε εκδοθεί στο Βελιγράδι το παρεμφερές έργο του Στέφαν Βέρκοβιτς, απεσταλμένου του σερβικού κράτους στις Σέρρες, Δημοτικά τραγούδια των Μακεδονο-Βουλγάρων της Μακεδονίας. Ακολούθησε το 1867 η υποβολή από τον ίδιο στην εθνογραφική έκθεση της Μόσχας του διαβοήτου «Άσματος του Ορφέως», το 1868 η μελέτη του Περιγραφή της ζωής των Μακεδονο-Βουλγάρων και το 1874 η έκδοση στα γαλλικά της Veda Slave, του γνωστού πλαστού πομακικού έπους των 250.000 στίχων. Η άνοδος του ρωσικού πανσλαβισμού, στα τέλη της δεκαετίας του 1860, κατέστησε προφανές ότι η φιλοβουλγαρική εργασία του Βέρκοβιτς ελάχιστα εξυπηρετούσε το Βελιγράδι, το οποίο ανέπτυξε νέο κύκλο ερευνών και θεωριών με πρωταγωνιστή τον σλαβολόγο Καθηγητή Μίλος Μιλόγεβιτς. Στον δρόμο που είχε ανοίξει ο Βέρκοβιτς για την κατάκτηση της αρχαίας Θράκης, ο Μιλόγεβιτς προσπάθησε να αποσυνδέσει τους Μακεδόνες από τους Βουλγάρους και να τους συνδέσει με την αρχαία Μακεδονία και τον Μέγα Αλέξανδρο, το ισχυρότερο επιζόν σύμβολο της αρχαιότητος. Ειδικά μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, η αποσύνδεση αυτή ήταν επιτακτική ανάγκη. Πάντως, από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, ήταν εμφανές ότι οι προσπάθειες καταγραφής της μακεδονικής ιστορίας και της σλαβομακεδονικής γλώσσης καθώς και της εντάξεώς τους στο αδιαμόρφωτο πλαίσιο είτε της σερβικής είτε της βουλγαρικής φιλολογίας δημιουργούσαν προστριβές και προβληματισμούς τοπικιστικού χαρακτήρος.
Ο προβληματισμός δεν ήταν μόνον σλαβικό προνόμιο. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, εξίσου προβληματισμένη ήταν και η Δύση για το μέλλον της ευρωπαϊκής κληρονομιάς του μεγάλου ασθενούς, μέγα μέρος της οποίας ήταν η Μακεδονία. Ήταν μία περιοχή πλούσια σε πρώτες ύλες, σιτηρά και βαμβάκι, που αποδείχθηκαν πολύτιμα για τις δυτικές αγορές στις περιόδους των πολεμικών κρίσεων (1853-56, 1861-65 και 1877-78). Ενδεικτική ήταν η διερευνητική αποστολή του Γάλλου εξερευνητή Guillaum Lejean, εντεταλμένου της κυβερνήσεώς του, που οδήγησε στην έκδοση εθνογραφικού χάρτου της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, το 1861. Η Μακεδονία λοιπόν ανακαλύφθηκε ξανά μέσα από τα κείμενα των περιηγητών μίας νέα γενεάς, που περιελάμβανε την Mary Walker και τον αυστριακό διπλωμάτη και εθνογράφο Georg von Hahn, την Georgina Mackenzie και την Adelina Irby, τη Lady Blunt, τη σύζυγο του διπλωμάτη Sir John Blunt, τον αρχαιολόγο Leon Heuzey, μέλος της Γαλλικής Σχολής των Αθηνών, τον αντισυνταγματάρχη James Baker που διέσχισε την Μακεδονία το 1874, τον Valentine Chirol, ανταποκριτή της εφημερίδος Levant Herald το 1880 αλλά και τον πολυγραφότατο Leon Hugonnet, που το 1886 δημοσίευσε το βιβλίο του για την «άγνωστη Τουρκία», στην οποία συμπεριελάμβανε και την Μακεδονία. Τα κείμενα αυτά απέχουν πολύ από το να χαρακτηρισθούν επιστημονικές πραγματείες ή έστω αμερόληπτες παρατηρήσεις. Είναι γνωστό π.χ. ότι οι κυρίες Mackenzie και Irby επηρεάσθηκαν σφοδρά από τον επαναστάτη Γκιόργκι Ρακόφσκι και έτσι βρήκαν στη Μακεδονία μία τεράστια Βουλγαρία, που περιελάμβανε όχι μόνον ολόκληρο τον σλαβόφωνο πληθυσμό της αλλά και αυτή την Θεσσαλονίκη. Σε γενικές πάντως γραμμές, η ανάδειξη του σλαβικού χαρακτήρος της Μακεδονίας, με τεκμήριο την ομιλία, ήταν μία χρήσιμη υποθήκη για τα βουλγαρικά δίκαια, λόγω της εξαιρετικής δημοτικότητος που θα αποκτούσε σύντομα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η βουλγαρική υπόθεση. Ήταν επίσης η βάση, πάνω στην οποία κτίσθηκε σημαντικό μέρος της κατοπινής χαρτογραφικής παραγωγής.
Στην Ελλάδα, η έρευνα και το ενδιαφέρον για την Μακεδονία στην αρχή ήταν σχεδόν προσωπική υπόθεση του Μαργαρίτη Δήμιτσα, βλαχόφωνου από την Αχρίδα που διετέλεσε σχολάρχης στο Μοναστήρι, την Θεσσαλονίκη και τέλος στην Αθήνα. Αφού ξεπέρασε τις πρώιμες απόψεις του περι «ελληνομακεδονισμού», τις φιλοδοξίες του να γράψει την ιστορία του «μακεδονικού έθνους» και απέτυχε στη γλωσσική κάθαρση της Μακεδονίας, αφιερώθηκε τελικά με περισσότερη επιτυχία στην κάθαρση του ελληνικού παρελθόντος από τους Σλάβους. Αρχικά δεν είχε, όμως, και πολλούς συμπαραστάτες. Στους ελαχίστους Έλληνες που ασχολήθηκαν σοβαρά με την Μακεδονία μέχρι την Ανατολική Κρίση και την αναμόρφωση των συνόρων του 1878, συγκαταλέγονται καταρχήν ο Παπαρρηγόπουλος, που το 1865 είχε τελειώσει πλέον τον δεύτερο τόμο της μεγάλης ιστορίας του, όπου και τα κεφάλαια της Αρχαίας Μακεδονίας και ο Ιωάννης Γ. Βασματζίδης, συγγραφέας της εθνογραφικής διατριβής Η Μακεδονία και οι Μακεδόνες προ της των Δωριέων καθόδου, Μόναχο 1867. Όλοι τους αρχαιολογούσαν αθεράπευτα.
Μετά την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870) και την απόσχισή της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1872), το εκδοτικό ενδιαφέρον εντάθηκε. Οι αθηναϊκές εφημερίδες (όπως και οι ελληνικές της Κωνσταντινουπόλεως) πλημμύρισαν από επιστολές αγωνίας τόσο από την Ανατολική Ρωμυλία όσο και από την Μακεδονία, όπου η Εξαρχία είχε αρχίσει να διεισδύει. Όμως, παρά τον θόρυβο, ήταν αργά για να καλυφθεί το επιστημονικό κενό για την εθνογραφική σύνθεση της νεώτερης Μακεδονίας. Στη Διάσκεψη της Κωνσταντινουπόλεως, τον Δεκέμβριο του 1876, με πρόταση του Κόμη Ιγκνάτιεφ χρησιμοποιήθηκε ο νεόκοπος (1876) εθνογραφικός χάρτης του Γερμανού Heinrich Kiepert πιθανότατα σε συνδυασμό με στοιχεία του Βέρκοβιτς. Όπως φάνηκε, τα ελληνικά επιχειρήματα για την αρχαιότητα δεν ήταν επαρκή, γι' αυτό η Αθήνα επιδόθηκε σε συστηματικές κινήσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα την παραγωγή τριών φιλελληνικών χαρτών, του Edward Stanford, του A. Synvet και του F. Bianconi. Ο πρώτος, είχε βασισθεί σε στοιχεία που προώθησε στον Άγγλο γεωγράφο ο «Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων» μέσω του Ιωάννη Γενναδίου, του Έλληνα επιτετραμμένου στο Λονδίνο. Τα ίδια στοιχεία έθεσε υπόψη του Kiepert ο ίδιος ο Παπαρρηγόπουλος, ζητώντας και πετυχαίνοντας να αναθεωρήσει μερικώς την έκδοση του 1876. Ο δεύτερος χάρτης εκπονήθηκε από τον Α. Synvet, καθηγητή της Γεωγραφίας στο Οθωμανικό Λύκειο της Κωνσταντινουπόλεως, με στοιχεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. O Bianconi, Γάλλος μηχανικός των οθωμανικών σιδηροδρόμων, βάσισε τον δικό του χάρτη στα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα. Η συχνή αναφορά των μη Μουσουλμάνων ως Ρωμιών και η ταύτιση των απανταχού Ρωμιών με τους Έλληνες ευνοούσε αφάνταστα την Αθήνα. Ουσιαστικά και στους τρεις χάρτες Πατριαρχικοί Σλαβόφωνοι και Βλαχόφωνοι ταξινομούνταν ως Έλληνες. Γι' αυτό και προσκομίσθηκαν στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878). Μαζί προσκομίσθηκε και ο χάρτης του Karl Sax, παλαιού προξένου της Αυστρίας στην Αδριανούπολη. Ο Sax, με βάση τις διπλωματικές πηγές που είχε στη διάθεσή του, περιόρισε την βουλγαρική υπεροχή στη Μακεδονία, διακρίνοντάς τους σε Σερβο-βούλγαρους (στα βόρεια της Νίς) καθώς και σε Εξαρχικούς, Πατριαρχικούς, Ουνίτες και Μουσουλμάνους Βούλγαρους (Πομάκους).










