Απόσπασμα από κείμενο του Νίκου Σαραντάκου
Τα γερμανικά δάνεια στην ελληνική γλώσσα είναι συγκριτικώς λιγοστά, αφ’ ενός επειδή άργησαν τα γερμανικά να καταξιωθούν σαν γλώσσα επιρροής στη διεθνή σκηνή και αφ’ ετέρου επειδή είναι κομμάτι δύσκολο να περάσουν στην ελληνική γλώσσα περισπούδαστοι αλλά σχεδόν απρόφερτοι σιδηρόδρομοι όπως Zeitgeist, Weltanschauung κτλ. Κι αν εξαιρέσεις τις γερμανικές λέξεις απαίσιας μνήμης από την κατοχή, καθώς και τα σνίτσελ της γαστρονομίας, θα έλεγε κανείς ότι μετριούνται στα δάχτυλα οι λέξεις της ελληνικής που είναι απ’ ευθείας δάνεια από τη γερμανική. Τα λεξικά λένε ότι η παρλαπίπα είναι, λέει, δάνειο από το γερμανικό Paperlapapp, που θα πει φλυαρία, αλλά να μου επιτρέψετε να έχω εντονότατες αμφιβολίες· μου φαίνεται ότι αυτή η εξήγηση προέρχεται από γερμανοσπουδαγμένο φιλόσοφο που δεν σκέφτηκε την πάρλα και την πίπα ή έστω την κοντινότερη Ιταλία. Όταν δυο λαοί δεν έχουν άμεση επαφή, δεν είναι εύκολο να μεταδοθούν απ’ ευθείας λαϊκές λέξεις.
Επαφή βέβαια άμεση είχαν οι Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία, και τα ‘λαζογερμανικά’ όντως περιέχουν άφθονα δάνεια από τη γερμανική. Θυμάμαι ένα βράδι βροχερό, πριν από πολλά χρόνια, που είχαμε χαθεί σε προάστιο της Κολωνίας, μια παρέα από εδώ, αναζητώντας το γήπεδο του μπάσκετ όπου έπαιζε ο Άρης. Προσφύγαμε σε παρατυχόν ελληνικό εστιατόριο και ο μαγαζάτορας μάς κατατόπισε: «Στις δεύτερες λάμπες δεξιά είναι το γήπεδο», μας είπε. Κι ύστερα, με κάποια ζήλια, «Ώστε βρήκατε κάρτες, ε;»
Κάρτες είναι βέβαια τα εισιτήρια και λάμπες τα φανάρια. Το οποίο φανάρι, ο σηματοδότης της τροχαίας εννοώ, λέγεται επισήμως στα γερμανικά Ampel και μου δίνει την ευκαιρία να περάσω στην άλλη όχθη, δηλαδή στις γερμανικές λέξεις ελληνικής προέλευσης. Διότι το ampel είναι ελληνικής αρχής και μάλιστα παλαιότατης. Εν αρχή ην ο αμφορεύς ή αμφιφορεύς, λέξη πανάρχαια που έχει βρεθεί ήδη σε κείμενα της Γραμμικής Β’. Ο αμφορεύς λοιπόν δίνει το παλιό λατινικό δάνειο amphora. Λόγω της κατάληξης, άλλαξε το γένος από αρσενικό σε θηλυκό. Ο λόγιος λατινικός τύπος amphora έμεινε εκεί. Ένα λαϊκό υποκοριστικό του όμως, το ampulla (amphora > ampora > ampor-la > ampulla) που σήμαινε πλέον "γυάλινο φιαλίδιο" (διότι στην κλασική λατινική εποχή η ετυμολογική σχέση με το amphora που εξακολουθούσε να σημαίνει "αμφορέας" δεν ήταν πια αισθητή) έδωσε το γαλλικό ampoule (12ος αιώνας) και από εκεί και τη δική μας αμπούλα ως αντιδάνειο. Στα γερμανικά, περνάει ως ampel και δηλώνει το γυάλινο καντήλι που έφεγγε ακοίμητο πάνω στο ιερό της εκκλησίας, και από εκεί οποιοδήποτε φωτιστικό από γυαλί στα σπίτια, για να φτάσει σήμερα να δηλώνει τους φωτεινούς σηματοδότες. Από το παλάτι του Αγαμέμνονα, τριανταπέντε αιώνες αργότερα στους δρόμους της Κολωνίας - μεγάλο ταξίδι!











