1. Εισαγωγή
Η θεσμική οργάνωση της ρωμαίικης μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη είναι το ζήτημα που θα μας απασχολήσει. Θα μελετηθεί η συγκεκριμένη μειονότητα και όχι η άμεση σχέση της με τις κρατικές πολιτικές που υιοθέτησαν τόσο το τουρκικό όσο και το ελληνικό κράτος απέναντί της. Σαφώς και οι διεθνείς συγκυρίες και οι πολιτικές σχέσεις των δύο κρατών επηρέασαν και επηρεάζουν καταλυτικά τη μειονότητα. Είναι όμως σημαντικό να διερευνήσουμε πώς αυτοοργανώνεται η ρωμαίικη μειονότητα και ποιοι είναι οι ρυθμιστικοί παράγοντες, οι μορφές οργάνωσης και τα κέντρα εξουσίας της.
Με τη συνθήκη της Λωζάννης διαμορφώθηκε ένα «καθεστώς μειονότητας» για τους εναπομείναντες ορθόδοξους πληθυσμούς στην Τουρκία και έτσι ουσιαστικά συγκροτείται η μειονότητα των Ρωμαιοορθόδοξων.1 Δημιουργείται δηλαδή ένα θεσμικό πλαίσιο διεκδίκησης δικαιωμάτων στην ετερότητα· ένα πλαίσιο οργάνωσης των θεσμών που εξασφαλίζουν τη «διαφορετική» εκπαίδευση, τη «διαφορετική» λατρεία κ.λπ. και τις μορφές αλληλεγγύης που προκύπτουν από αυτά. Σε αυτό το νέο πλαίσιο η «νέα» μειoνότητα έκανε προσπάθειες αναπροσαρμογής στις νέες συνθήκες.2
Η κατάργηση του Μεικτού Εθνικού Συμβουλίου και η συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων του Πατριαρχείου στις θρησκευτικές υποθέσεις της κοινότητας με τη συνθήκη της Λωζάννης δημιούργησαν κενό στην αντιπροσώπευση και τη διαχείριση των υποθέσεων της μειονότητας. Εν τω μεταξύ η Τουρκία απέφευγε να δώσει στη μειονότητα, αλλά και στις κοινότητες, νομική υπόσταση, νομικό πρόσωπο. Η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία υπήρξε εξαιρετικά καχύποπτη και απρόθυμη να δημιουργήσει ενδιάμεσους/παράλληλους θεσμούς μεταξύ της ίδιας και των μειονοτικών πολιτών της. Έτσι, το αρκετά εξελιγμένο οργανωτικό πλαίσιο που κληρονόμησε η ορθόδοξη κοινότητα βρέθηκε στο κενό, όταν αυτή μετατράπηκε σε μειονότητα.
Η ιστορία της οργάνωσης της κοινότητας συνδέεται άρρηκτα με τη μοίρα της διαχείρισης της περιουσίας της. Νομικά οι τουρκικές αρχές δεν αναγνώριζαν κοινότητες, αλλά επιμέρους ιδρύματα, εκκλησίες, σχολές. Οι τουρκικές αρχές αντιμετώπιζαν τις διάφορες κοινότητες ως ξεχωριστά βακούφια και όχι ως ένα ενιαίο σύνολο με μια διοικητική αρχή στην κεφαλή. Έτσι ένα σημαντικό ζήτημα που τέθηκε εξ αρχής αφορούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας.3










