Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
9/1/16
6/1/16
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΡΙΣΕΩΝ - CRISIS MANAGEMENT
H εταιρική φήμη είναι πολύ σημαντική και πρέπει να τυγχάνει μεγάλης
προσοχής. Είναι αναγκαίο να υπάρχουν μέθοδοι που προστατεύουν την
εταιρική φήμη όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, να υπάρχει δηλαδή ένα
είδος ασφάλειας της φήμης. Πολλές εταιρείες, δυστυχώς όμως όχι όλες,
έχουν ένα πλάνο κρίσεως το οποίο το χρησιμοποιούν όταν προκύπτει μια
επείγουσα ανάγκη, μια κρίση, προκειμένου να
5/1/16
ΤΟ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ GALILEO
Η ανάπτυξη της δορυφορικής τεχνολογίας πλοήγησης τα τελευταία 30χρόνια, χρόνια, έχει ανοίξει νέους ορίζοντες στην πλοήγηση και εντοπισμό, τόσο στον
ιδιωτικό, όσο και στον στρατιωτικό τομέα και έχει προσθέσει μια νέα διάσταση σε
πολλούς τομείς λαμβάνοντας υπόψη τις ποικιλόμορφες εφαρμογές του. Αυτές οι
εξελίξεις προσφέρουν στους στρατιωτικούς αλλά και πολιτικούς χρήστες μια
ποικιλία δελεαστικών επιλογών για υιοθέτηση τέτοιων δορυφορικών συστημάτων.
Χάρη στην ύπαρξη των σημερινών και μελλοντικών τεχνολογικών δυνατοτήτων,
που παρέχονται από αυτά τα συστήματα, οι πόλεμοι, η ειρήνη, η ανάπτυξη, η
οικονομία και η σταθερότητα στον 21ου αιώνα θα εξαρτώνται ακόμα περισσότερο
από την τεχνολογία, που θα επιδρά ως ο κύριος πολλαπλασιαστής και
ισορροπιστής των δυνάμεων.
Ο ρόλος αυτών των δορυφόρων είναι πολλαπλός τόσο στο πολιτικό όσο και
στο στρατιωτικό επίπεδο: σε πολεμικές περιόδους αποτελούν παράγοντα
‘’πολλαπλασιαστή ισχύος’’, σε ειρηνικές περιόδους παίζουν σταθεροποιητικό και
αναπτυξιακό ρόλο.
Ένα από τα μέσα που λαμβάνει σοβαρά υπόψη της η υψηλή στρατηγική για
την πραγματοποίηση των στόχων της είναι η εκμετάλλευση του διαστήματος μέσω
των δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η Ε.Ε.
έχει ήδη μετατοπίσει εδώ και πολλά χρόνια την σημαντικότητα των τεχνολογικών
καινοτομιών στον συγκεκριμένο τομέα, αναπτύσσοντας το πρόγραμμα GALILEO.
Η παγκόσμια πληροφορία αποτελεί πλέον το νευραλγικό σύστημα της
κοινωνίας μας. Το σύστημα αυτό έχοντας τη δυνατότητα να καλύπτει και να
συνδέει εικονικά κάθε σημείο του πλανήτη μας είναι κρίσιμο στην εξασφάλιση της
αποτελεσματικής λειτουργίας της πλοήγησης, εμπορίου, ασφάλειας, κ.α. ανά τον
κόσμο προσφέροντας επιπλέον λύσεις για περιοχές του πλανήτη μας που δεν
διαθέτουν επαρκείς υποδομές και έχει γίνει πλέον αναπόσπαστο μέρος της
γενικότερης επιστημονικής προόδου στην κοινωνία του σήμερα και του αύριο.
Επίσης οι πληροφορίες που προέρχονται από τους δορυφόρους πλοήγησης
αποτελούν σημαντικότατη σταθεροποιητική συνεισφορά για την αποκατάσταση
του κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των εθνών, για την αντιμετώπιση των νέων
απειλών, καθώς και για την παρεμπόδιση κλιμάκωσης των κρίσεων.
Το διάστημα και κυρίως το εν λόγω δορυφορικό σύστημα προσθέτει λοιπόν
μία νέα διάσταση σε πολλά πεδία της επιστήμης και της τεχνολογίας
συνεισφέροντας σε μία καλύτερη κατανόηση του κόσμου στον οποίο ζούμε και
δραστηριοποιούμαστε.
(GPS- GLONASS- GNSS) ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ
ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΘΕΣΗΣ
1. Ιστορικό.
Ο εντοπισμός και ο ακριβής καθαρισμός της θέσης ενός τόπου πάνω
στην επιφάνεια της γης, αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα μεγάλα πρακτικά
προβλήματα. Που βρίσκομαι; Ποια είναι η σωστή διαδρομή για τον προορισμό
μου; Οι ερωτήσεις αυτές είναι τόσο παλαιές όσο και ο άνθρωπος. Οι
1. Ιστορικό.
Ο εντοπισμός και ο ακριβής καθαρισμός της θέσης ενός τόπου πάνω
στην επιφάνεια της γης, αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα μεγάλα πρακτικά
προβλήματα. Που βρίσκομαι; Ποια είναι η σωστή διαδρομή για τον προορισμό
μου; Οι ερωτήσεις αυτές είναι τόσο παλαιές όσο και ο άνθρωπος. Οι
3/1/16
Λεβαντίνοι στην Κωνσταντινούπολη
Ο όρος Λεβαντίνοι και η γένεση μιας εθνοθρησκευτικής ομάδας
Ο όρος «Λεβαντίνοι» μόλις το 19ο αιώνα έπαψε να αναφέρεται σε όλους τους μη μουσουλμάνους κατοίκους των λιμανιών της ανατολικής Μεσογείου, αλλά δήλωνε πλέον μόνο τους ρωμαιοκαθολικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από ευρωπαϊκές χώρες.
Οι Λεβαντίνοι διαφέρουν από τις άλλες εθνοθρησκευτικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ανήκουν σε μία συγκεκριμένη εθνότική ομάδα. Σε αντίθεση μάλιστα με τους
Ο όρος «Λεβαντίνοι» μόλις το 19ο αιώνα έπαψε να αναφέρεται σε όλους τους μη μουσουλμάνους κατοίκους των λιμανιών της ανατολικής Μεσογείου, αλλά δήλωνε πλέον μόνο τους ρωμαιοκαθολικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από ευρωπαϊκές χώρες.
Οι Λεβαντίνοι διαφέρουν από τις άλλες εθνοθρησκευτικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ανήκουν σε μία συγκεκριμένη εθνότική ομάδα. Σε αντίθεση μάλιστα με τους
8/12/15
Στρατηγική
Ερευνώντας κάποιος στη βιβλιογραφία για τη στρατηγική, ανακαλύπτει μια πληθώρα απόψεων, θέσεων και εργασιών οι οποίες διαφέρουν λίγο ή περισσότερο μεταξύ τους. Για τον προσδιορισμό της έννοιας της στρατηγικής έχουν δοθεί διάφορες ερμηνείες, κάποιες με στενά όρια και άλλες με πιο ευρύ προσδιορισμό. Μια ομάδα αφορά τη χρήση της
2/12/15
1/12/15
ΘΕΩΡΙΑ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Πολιτικός ρεαλισμός
Η βασική παραδοχή του πολιτικού ρεαλισμού είναι η ότι η διεθνής πολιτική εξελίσσεται σε περιβάλλον διεθνούς αναρχίας. Εν αντιθέσει με τις εσωτερικές πολιτικές δομές, η διεθνής πολιτική έχει αποκαλεστεί «πολιτική απουσία κυβέρνησης» (Fox στο Waltz, 2010 : 88). Σ’ ένα τέτοιο άναρχο διεθνές σύστημα, κυριαρχεί ο ανταγωνισμός των κρατών, τόσο σε πολιτικοστρατιωτικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο (Morgenthau, 1948).
Η έλλειψη ρυθμιστικής
21/11/15
Η στρατηγική του ISIS:Τι κρύβεται πίσω από τα χτυπήματα σε Παρίσι,Βηρυτό,Αίγυπτο
Αναρτήθηκε την ,Γιάννης Αλεξανδρής
Μία εβδομάδα έχει περάσει σχεδόν από το τρομοκρατικό χτύπημα του
Ισλαμικού Κράτους στην καρδιά της Ευρώπης, το Παρίσι, που σε συνδυασμό
με τα άλλα τρομοκρατικά χτυπήματα σε Βηρυτό και Σινά συγκλόνισαν την
παγκόσμια υφήλιο. Οι παραπάνω τραγωδίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο
περισσότερων από 300 αθώων, αμάχων ανθρώπων. Αναμφίβολα η νύχτα της 13ης
Νοεμβρίου θα αποτελέσει μια τομή στην ανθρώπινη ιστορία, αντίστοιχη με
την 11η Σεπτεμβρίου 2001.Η συζήτηση στον απόηχο των γεγονότων είναι
5/11/15
Ο συντηρητισμός ως ιστορικό φαινόμενο
του Π. Κονδυλη
Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ένταξη του συντηρητισμού ως κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου στο συνολικό φάσμα των Νέων Χρόνων σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτός δεν συνιστά ιστορική ή ανθρωπολογική σταθερά, παρά ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που συνδέεται με ορισμένη εποχή και με ορισμένο τόπο και που παρέρχεται μαζί μ’ αυτήν την εποχή ή και πριν ακόμη από το τέλος της· και δεύτερον, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί
Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ένταξη του συντηρητισμού ως κοινωνικοπολιτικού και ιδεολογικού φαινομένου στο συνολικό φάσμα των Νέων Χρόνων σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι αυτός δεν συνιστά ιστορική ή ανθρωπολογική σταθερά, παρά ένα συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο, που συνδέεται με ορισμένη εποχή και με ορισμένο τόπο και που παρέρχεται μαζί μ’ αυτήν την εποχή ή και πριν ακόμη από το τέλος της· και δεύτερον, ότι δεν μπορεί να κατανοηθεί
4/11/15
Ψευδαίσθηση του χρήματος - Money illusion
Ψευδαίσθηση του χρήματος Money illusion.
Είναι η τάση να εστιάζουμε την προσοχή μας στην ονομαστική αξία του νομίσματος παρά στην
αγοραστική του αξία ως μέσο ανταλλαγής. Για παράδειγμα
Είναι η τάση να εστιάζουμε την προσοχή μας στην ονομαστική αξία του νομίσματος παρά στην
αγοραστική του αξία ως μέσο ανταλλαγής. Για παράδειγμα
1/11/15
Η τουρκική πολιτική της τρομοκρατίας
Υπάρχει ένας μακρόχρονος μύθος στην Τουρκία για τους αξιωματικούς της
εγχώριας Υπηρεσίας Πληροφοριών -ότι η πεμπτουσία της μεταμφίεσης ενός
νέου πράκτορα στο πεδίο είναι να υποδύεται τον μικροπωλητή Simit
(τουρκικά κουλούρια) ενώ κατασκοπεύει σε ένα κολέγιο ή σωματείο ύποπτο
για υπονομευτική δράση. Αφού βρει ένα βολικό σημείο για να πωλεί
κουλούρια κοντά στον τόπο που του έχει ανατεθεί, ο κατάσκοπος-πωλητής
στην συνέχεια θα πραγματοποιεί μια καθημερινή ρουτίνα λαθρακρόασης και
επιτήρησης. Είτε πρόκειται για γελοιοποίηση της Εθνικής Υπηρεσίας
Πληροφοριών της Τουρκίας (ΜΙΤ) από την Αριστερά είτε όχι, από τις 11
Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξε μια εκθετική αύξηση του αριθμού των προμηθευτών
κουλουριών και λαχειοπωλών γύρω από την παλιά πολυκατοικία μου στην
Άγκυρα, η οποία εφάπτεται της πύλης του προξενείου της πρεσβείας των
Ηνωμένων Πρεσβεία.
Ακόμη και αν οι πράκτορες της MIT χρησιμοποιούν περισσότερο εξελιγμένα μέσα αναγνώρισης και καμουφλάζ, το κύρος του οργανισμού είναι σε ένα ιστορικό χαμηλό. Η τρομοκρατική επίθεση στην Άγκυρα στις 10 Οκτωβρίου ήταν η
Ακόμη και αν οι πράκτορες της MIT χρησιμοποιούν περισσότερο εξελιγμένα μέσα αναγνώρισης και καμουφλάζ, το κύρος του οργανισμού είναι σε ένα ιστορικό χαμηλό. Η τρομοκρατική επίθεση στην Άγκυρα στις 10 Οκτωβρίου ήταν η
5/10/15
ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Οι μορφές Διοίκησης είναι οι εξής:
Α. Πλήρης Διοίκηση
Είναι η στρατιωτική εξουσία και ευθύνη ενός Διοικητή να εκδίδει διαταγές, να αναθέτει έργα και γενικά να διευθύνει, να συντονίζει και να ελέγχει υφιστάμενους Σχηματισμούς ή Μονάδες των ΕΔ. Καλύπτει κάθε πλευρά των στρατιωτικών επιχειρήσεων, των διοικητικών θεμάτων και της υποστήριξης ΔΜ, μέσα στα πλαίσια της αποστολής του Διοικητού που ασκεί Πλήρη Διοίκηση. Αποτελείται από την Επιχειρησιακή και τη Διοικητική Διοίκηση.
Β. Επιχειρησιακή Διοίκηση
Α. Πλήρης Διοίκηση
Είναι η στρατιωτική εξουσία και ευθύνη ενός Διοικητή να εκδίδει διαταγές, να αναθέτει έργα και γενικά να διευθύνει, να συντονίζει και να ελέγχει υφιστάμενους Σχηματισμούς ή Μονάδες των ΕΔ. Καλύπτει κάθε πλευρά των στρατιωτικών επιχειρήσεων, των διοικητικών θεμάτων και της υποστήριξης ΔΜ, μέσα στα πλαίσια της αποστολής του Διοικητού που ασκεί Πλήρη Διοίκηση. Αποτελείται από την Επιχειρησιακή και τη Διοικητική Διοίκηση.
Β. Επιχειρησιακή Διοίκηση
19/9/15
Ευπρέπεια, ο νέος ριζοσπαστισμός
ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΤΑΣΗΣ*
Ενδυματολογικές συμβάσεις και πρωτόκολλα συμπεριφοράς πολιτικών στη Βουλή ενίοτε προσαρμόζονται επιπόλαια στις ιδιωτικές προτιμήσεις.
Η ευπρέπεια δεν πρέπει να συγχέεται με τον κομφορμισμό και την άκριτη υπακοή σε άγραφους κανόνες συμπεριφοράς εντός ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού ορίζοντα. Μπορεί να είναι κανείς ευπρεπής σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια ή αμφισβητώντας την υπάρχουσα κοινωνική θέσμιση. Η ευπρέπεια δεν συνιστά γνώρισμα μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης, ενώ χωρίς πνευματικότητα είναι δυνατόν να συνιστά συστατικό ενός ατομικιστικού ωφελιμισμού, ενός προσεγμένου κομφορμισμού ή μιας εύσχημης μορφής ξένωσης. Η ευπρέπεια δεν ορίζεται με βάση το δίκαιο και το άδικο, καθώς απρεπείς συμπεριφορές δεν ρυθμίζονται νομικά και δεν επιφέρουν δικαστικές ποινές. Επιπροσθέτως, δεν ορίζεται ούτε με βάση το καλό ή το κακό, διότι μια απρέπεια δεν συνιστά ανήθικη πράξη. Η ευπρέπεια δεν ανάγεται σε καμία από αυτές τις κατηγορίες και ενώ ορίζεται δύσκολα αναγνωρίζεται εύκολα. Οπως και η πνευματικότητα δεν διέπεται από τα κίνητρα της εξουσίας, της δόξας και του χρήματος. Αμφότερες κατοικούν στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ του ηθικού και του πολιτικού, δίχως να εξαγοράζονται ή να εξουσιάζουν άλλα αγαθά. Η ευπρέπεια ως έκφραση
Ενδυματολογικές συμβάσεις και πρωτόκολλα συμπεριφοράς πολιτικών στη Βουλή ενίοτε προσαρμόζονται επιπόλαια στις ιδιωτικές προτιμήσεις.
Η ευπρέπεια δεν πρέπει να συγχέεται με τον κομφορμισμό και την άκριτη υπακοή σε άγραφους κανόνες συμπεριφοράς εντός ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού ορίζοντα. Μπορεί να είναι κανείς ευπρεπής σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια ή αμφισβητώντας την υπάρχουσα κοινωνική θέσμιση. Η ευπρέπεια δεν συνιστά γνώρισμα μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης, ενώ χωρίς πνευματικότητα είναι δυνατόν να συνιστά συστατικό ενός ατομικιστικού ωφελιμισμού, ενός προσεγμένου κομφορμισμού ή μιας εύσχημης μορφής ξένωσης. Η ευπρέπεια δεν ορίζεται με βάση το δίκαιο και το άδικο, καθώς απρεπείς συμπεριφορές δεν ρυθμίζονται νομικά και δεν επιφέρουν δικαστικές ποινές. Επιπροσθέτως, δεν ορίζεται ούτε με βάση το καλό ή το κακό, διότι μια απρέπεια δεν συνιστά ανήθικη πράξη. Η ευπρέπεια δεν ανάγεται σε καμία από αυτές τις κατηγορίες και ενώ ορίζεται δύσκολα αναγνωρίζεται εύκολα. Οπως και η πνευματικότητα δεν διέπεται από τα κίνητρα της εξουσίας, της δόξας και του χρήματος. Αμφότερες κατοικούν στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ του ηθικού και του πολιτικού, δίχως να εξαγοράζονται ή να εξουσιάζουν άλλα αγαθά. Η ευπρέπεια ως έκφραση
4/11/14
Η θεωρία του Κέντρου Βάρους στο έργο Περί πολέμου του Clausewitz
του Σταύρου Πετρουλάκη*, Μαι 2014
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Εντός αυτού
περιλαμβάνονται οι κατασταλαγμένες σκέψεις και απόψεις του Πρώσου
θεωρητικού για τη φύση και τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου.Ο Clausewitz άρχισε την συγγραφή του μεταξύ των ετών 1816 και 1818 (Aron
1977, 93) χωρίς ωστόσο να καταφέρει να την ολοκληρώσει, τουλάχιστον στο
επίπεδο που ο ίδιος επιθυμούσε. Τα μισοτελειωμένα χειρόγραφά του
επιμελήθηκε η γυναίκα του Marie και τα δημοσίευσε συγκεντρωτικά ως ένα έργο (Bassford 2012, 6).
Πολλές από τις ιδέες
και μεθόδους που
3/10/13
Οι αρχές του πολέμου στις σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις
Οι Αρχές του Πολέμου έχουν διαχρονική
αξία για την ορθή και αποτελεσματική διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Η
εφαρμογή τους δεν εξασφαλίζει τη νίκη, αλλά η παράβλεψη ή η παραβίασή
τους οδηγεί εκ του ασφαλούς στην ήττα. Η οποιασδήποτε έκτασης επιτυχής
εφαρμογή τους προϋποθέτει την ύπαρξη δυνατοτήτων ανάλογων των εκάστοτε
απαιτήσεων του επιχειρησιακού περιβάλλοντος. Οι Ελληνικές Ένοπλες
Δυνάμεις δυστυχώς δεν έχουν δημιουργήσει τέτοιες δυνατότητες, με
συνέπεια να αδυνατούν να εφαρμόσουν πλήρως τις Αρχές του Πολέμου.
Ο πόλεμος είναι μια πολύ πολύπλοκη,
ιδιόμορφη και δύσκολη δραστηριότητα, η επιτυχία της οποίας εξαρτάται
από πολλούς μεταβαλλόμενους,
19/9/13
Αμεριμνησία και διαγραφή των σημασιών
Συγγραφέας: Γιώργος Καστρινάκης
Περιοδικό Άρδην τ. 52
Tα τελευταία χρόνια, ένα ρεύμα σκέψης αναπτύσσεται στην Ελλάδα, η λεγόμενη «αρχαιολατρία», το οποίο διαπλεκόμενο εφεξής με τον εσωτερισμό, την αστρολογία και το «υπερφυσικό», συγκροτεί έναν ευρύτερο ανορθολογικό χώρο. Στο παρελθόν, το ρεύμα αυτό παρέμενε στα πλαίσια της «αρχαιοπληξίας», που όχι μόνο θεωρεί την παράδοση, και ειδικά την ανυπέρβλητη έως σήμερα αρχαία Ελλάδα, ως ένα «πρότυπο» για τη σημερινή πραγματικότητα αλλά επιθυμεί μια κυριολεκτική «επιστροφή» σε αυτήν. Παρά τα φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά αυτού του χώρου —εκτός από μια σύντομη αναφορά μας στον μύθο της «Ομάδος Ε»— η προσπάθεια του περιοδικού κατέτεινε σε μια εμπεριστατωμένη απάντηση στην λογική της αντιπαράθεσης ελληνισμού και ορθοδοξίας [Βλέπε ιδιαίτερα το τεύχος 27 του Άρδην με αφιέρωμα «το πέρασμα από την αρχαιότητα στον χριστιανισμό», όπου φιλοξενήθηκαν και μερικές από τις σοβαρότερες φωνές του συγκεκριμένου «χώρου»]. Απέναντι στην «εκσυγχρονιστική λαίλαπα» που εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο ζήτημα προς αντιμετώπιση, επιχειρούμε να διατυπώσουμε έναν σοβαρό και σφαιρικό λόγο για την την ελληνικότητα και την αρχαία Ελλάδα [βλέπε επανειλημμένα αφιερώματα στο γλωσσικό ζήτημα καθώς και το αφιέρωμα στον Κώστα Παπαϊωάννου], αποκλείοντας τόσο τους αρχαιολατρικούς φονταμενταλισμούς όσο και τις ακροδεξιές φυλετιστικές και ρατσιστικές λογικές — ο ελληνικός πολιτισμός είναι τόσο σημαντικός ώστε δεν χρειάζεται την συνηγορία του κ. Πλεύρη. Πάντα πιστεύαμε πως η διαμόρφωση ενός αντίπαλου δέους στην εκσυγχρονιστική παγκοσμιοποίηση προϋποθέτει την συστηματική αντιπαράθεση ενός έλλογου και συνθετικού οικοδομήματος.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στον «χώρο», η εισβολή και κατακυριάρχηση του ανορθολογισμού, η ανάδειξη εντύπων και τηλεοπτικών «προσωπικοτήτων» που διασύρουν τόσο τον ελληνισμό όσο και τη στοιχειώδη λογική και η συνακόλουθη υποχώρηση των πιο σοβαρών εκδοχών στο εσωτερικό του –ή ακόμα και η σταδιακή προσχώρηση ορισμένων στον ανορθολογισμό, «γιατί πουλάει»– μας υποχρεώνουν πλέον σε μια πιο συστηματική αντιμετώπιση του φαινομένου. Γιατί αν στη δεκαετία του 1970, και εν μέρει του 1980, για την αρχαία Ελλάδα, μ’ έναν καινοτόμο και δημοκρατικό στοχασμό, μιλούσαν προοδευτικοί Νεοέλληνες στοχαστές, όπως ο Καστοριάδης, ο Αξελός, ο Παπαϊωάννου, τα τελευταία δέκα χρόνια, οι σοβαροί στοχαστές αρχίζουν να επικαλύπτονται από τον ορυμαγδό μιας συνωμοσιολογικής, ή και φασιστοειδούς αντίληψης ποικιλώνυμων «ερευνητών» που λυμαίνονται τον έντυπο και ραδιοτηλεοπτικό χώρο.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι τυχαία: στα πρώτα «επαναστατικά» και ελπιδοφόρα μεταπολιτευτικά χρόνια, η αναφορά στην άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας λειτουργούσε ως ένα πρότυπο για μια σύγχρονη διεύρυνση των ελευθεριών, ενώ στη μετά το 1989 εποχή, και κυρίως μετά το 2000, η προσφυγή στους αρχαίους προγόνους ως εξωγήινους, υπερανθρώπους ή ημίθεους, αντανακλά την εξάντληση και την παρακμή της μεταπολίτευσης. Επιπλέον, και ίσως το σημαντικότερο, χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να πληγεί ο σύγχρονος ελληνισμός, στα πλαίσια ενός γενικευμένου ιδεολογικού εμφυλίου πολέμου. Για τον λόγο αυτό επιβάλλεται μια εκτεταμένη ανάλυση του φαινομένου. Τόσο μάλλον που τα τελευταία χρόνια ακόμα και τα ίδια τα έντυπα αυτού του χώρου εξαχρειώνονται προοδευτικά, μεταβάλλοντας ακόμα και την αρχική γραμμή πλεύσης τους, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιπέσει — ένδειξη συνάμα και της βαθύτατης παρακμής της χώρας μας. Έτσι, μέσα σε τριάντα χρόνια, περάσαμε από τον Περικλή στους εξωγήινους και από τον Καστοριάδη στον… Φουράκη.
Το παρόν αφιέρωμα εντάσσεται, λοιπόν, σε μία λογική στοιχειώδους αυτοπροστασίας της ελληνικότητας, της αρχαίας Ελλάδας, του ελληνισμού. Η πλειοψηφία του –ψευδώς– αποκαλούμενου «αρχαιολατρικού χώρου», θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίζεται πλέον ως «χώρος κατασυκοφάντησης του αρχαίου ελληνισμού». Επιπροσθέτως, στην τρέχουσα εκδοχή του, λειτουργεί ως όργανο μιας ακόμα βαθύτατης διάσπασης των Ελλήνων, πέρα από τις παραδοσιακές κομματικές. Μιας διάσπασης ανάμεσα σε «Έλληνες» και «Ρωμιούς», ανάμεσα σε γένος και έθνος-κράτος, ανάμεσα σε ορθόδοξους και μη. Μιας διάσπασης η οποία δεν στηρίζεται σχεδόν πουθενά, διότι συσκοτίζουν το γεγονός πως, σήμερα, Έλληνες και Ρωμιοί είναι ένα και το αυτό, πως από το κάποτε μεγάλο γένος μας έχει απομείνει πλέον, σχεδόν αποκλειστικά, το έθνος-κράτος μας και η απειλούμενη Κύπρος, και πως, για δεκαεφτά αιώνες, όλοι μας, θρησκευόμενοι και μη, χριστιανοί και «παγανιστές», πορευθήκαμε κάτω από τα σχήματα της ορθοδοξίας, και πως αυτή αποτελεί την πρόσφατη παράδοσή μας, έχοντας αναχωνεύσει στο εσωτερικό της και την αρχαιοελληνική.
Μπορεί κάποιοι να μην είναι ικανοποιημένοι από το βαθμό αποδοχής της ελληνικότητας από την ορθοδοξία. Θα έπρεπε όμως να προβάλλουν τη δική τους αντίληψη με πνεύμα αλληλεγγύης, συναντίληψης και συμπόρευσης.
Η λογική της διάσπασης και του εμφυλίου
Είναι γνωστό πως η πάλη γύρω από την ιστορία και την παράδοση είναι καθοριστικής σημασίας σε στιγμές που το παρόν εμφανίζεται, και είναι όντως, ζοφερό, οπότε λαοί και άτομα καταφεύγουν στην ιστορία για να διδαχθούν και να αμυνθούν.
Αυτό συνέβη τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα. Οι Έλληνες, σε μια εποχή κρίσης και αποσύνθεσης της ταυτότητάς τους –τα τελευταία δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια–, κατέφυγαν στην ιστορική τους μνήμη. Αλλά η ιστορία και η παράδοση των Ελλήνων αναπτύσσεται σε τρεις ιστορικούς αναβαθμούς: τον αρχαίο, τον μεσαιωνικό και τον σύγχρονο. Μια σφαιρική αντίληψη για τον ελληνισμό πρέπει να αναφέρεται και στα τρία αυτά στάδια, αν θέλει να μην είναι μεροληπτική, άσχετα με το εάν κάποιος ενδιαφέρεται περισσότερο για την αρχαία παράδοση, τη μεσαιωνική ή τη σύγχρονη, ενώ παράλληλα οφείλει να την αντιμετωπίζει στη σχετικότητά της και τη σύνδεσή της με το παρόν. Τέλος, τα αξιολογικά κριτήρια [του τύπου: αν τότε είχε συμβεί κάτι διαφορετικό, ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί αλλιώς κ.ο.κ.] δεν μπορούν να χωρέσουν στην ιστορία και την παράδοση. Όλοι ίσως θα θέλαμε να συνεχίζονταν και μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. οι μορφές άμεσης δημοκρατίας της αρχαίας Αθήνας. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα πετάξουμε ολόκληρη τη μεταγενέστερη ιστορία μας. Είναι δική μας και πρέπει να την αποδεχθούμε, έστω και εάν δεν συμφωνούμε με πολλές από τις εκφάνσεις της.
Η ιδεοληπτική και μεροληπτική χρήση της ιστορίας, η ανάληψη και η προβολή με μεγεθυντικό φακό μιας ιστορικής περιόδου, με κριτήρια αξιολογικά, οδηγεί σε παραμορφώσεις, αρχικά, και τερατογενέσεις τελικά.
Το ρεύμα της «επιστροφής» στον ελληνισμό αποτέλεσε τα προηγούμενα χρόνια τον κύριο αντίπαλο του ισοπεδωτικού «εκσυγχρονισμού» που θέλει να εξαφανίσει κάθε ιδιαίτερο πρόσωπο, έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή η λογική των παγκοσμιοποιητών, η οποία προαπαιτεί την εξαφάνιση κάθε ιδιαιτερότητας. Εξ ου και τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν ένα σύνολο από στρατηγικές που αποσκοπούν στη συρρίκνωση και τη διάλυση του ρεύματος της αυτοσυνειδησίας. Ένας γενικευμένος πόλεμος κατά πάντων, μια εσωτερική διάσπαση του ελληνισμού είναι το κύριο στοιχείο αυτής της μεθόδευσης.
Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στις τακτικές του «εκσυγχρονισμού», εκείνες της παρόξυνσης των εμφύλιων διαμαχών στο πεδίο της ιστορίας: το αύριο συγκρούεται με το σήμερα, το παρόν με το μόλις χθες, το πρόσφατο παρελθόν με το απώτερο. Έτσι διαλύεται η ενότητα της ελληνικής ιστορίας. Γι’ αυτούς άλλο ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, άλλο το Βυζάντιο, άλλο η τουρκοκρατία, άλλο το σήμερα. Και εμείς είμαστε μόνον τα παιδιά του σήμερα, της «παροντικότητας». Γενικότερα, σε ό,τι αφορά στην ιστορία, τους ενδιαφέρει μόνον, ή κυρίως, εκείνη η πλευρά που παροξύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και όχι μια συνθετική αντίληψη. Στην ελληνική επανάσταση του ’21 και τη διαμόρφωση του νεοελληνικού έθνους δεν επιλέγεται η κυρίαρχη εθνικοαπελευθερωτική πλευρά αλλά προβάλλεται ο «εσωτερικός αγώνας» ως η κύρια όψη. Η σύγκρουση διαφωτισμού-εκκλησίας ή οι εμφύλιες διαμάχες των Ελλήνων επαναστατών, από υπαρκτό –αλλά δευτερεύον– στοιχείο αναγορεύονται σε κυρίαρχο. Η αντίθεση με τους κατακτητές υποβαθμίζεται, και μάλιστα αναπτύσσονται ψευδή ιδεολογήματα για την υποτιθέμενη ηπιότητα της οθωμανικής κυριαρχίας, τα οποία κατατείνουν στην ιδεολογική προετοιμασία για την αποδοχή της επιστροφής της τουρκικής ηγεμονίας σήμερα.
Άλλο πρόσφατο κλασικό παράδειγμα αυτής της εκσυγχρονιστικής ιστοριογραφίας είναι η πληθώρα των βιβλίων που, από την αντίσταση ενάντια στους κατακτητές το 1940-44, μεταθέτουν το κέντρο βάρους και πάλι στην εμφύλια διαμάχη. Αυτή η δήθεν «ταξική» ιστοριογραφία προωθείται μάλιστα από τα πιο υποταγμένα στη νέα τάξη και τον εκσυγχρονισμό τμήματα της διανόησης και του πολιτικού φάσματος. Και το ζητούμενο είναι ακριβώς η υποταγή μας σε αυτή τη νέα τάξη και, επομένως, η παρόξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων, η αναζωπύρωση ξεπερασμένων «παραταξιακών» συγκρούσεων και η υποτίμηση για άλλη μια φορά του εθνικοαπελευθερωτικού στοιχείου των συγκρούσεων της Κατοχής.
Όμως ο κλασικός «εκσυγχρονισμός», επειδή έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την πραγματικότητα της συρρίκνωσης του ελληνισμού –οικονομικής, πολιτισμικής, γεωπολιτικής–, χάνει προοδευτικά την ιδεολογική μάχη. Ενισχύονται τα ρεύματα της ιδεολογικής αντίστασης και της καταφυγής στη διαχρονία μας. [Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του καθηγητή Σβορώνου που διαφεύγει πλέον από το εκσυγχρονιστικό στρατόπεδο, έστω και με το έργο του, post mortem]. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει να χρησιμοποιηθούν καινούργια όπλα, και κατ’ εξοχήν να επιδιωχθεί η αποσύνθεση του ίδιου του ρεύματος της επανεθνικοποίησης. Και ποιο μέσο θα ήταν προσφορότερο από την εσωτερική εμφύλια διαμάχη αυτού του χώρου και την αυτογελοιοποίησή του; Η αντίθεση, για παράδειγμα, οικουμενισμού και «εθνοκεντρισμού» στα πλαίσια της Ορθοδοξίας, η οποία προσέλαβε τεράστια έκταση με το ζήτημα του Πατριαρχείου και των «νέων χωρών», κατατρώγει εδώ και πολλά χρόνια τον σύγχρονο ελληνισμό, τη στιγμή που η υλική βάση της αντίθεσης γένους και έθνους έχει πάψει να υπάρχει ήδη από το 1922 και τουλάχιστον μετά το 1960 και την έξοδο των Ελλήνων από την Πόλη.
Σε αυτή την κατεύθυνση η μεγαλύτερη στρέβλωση επιχειρείται μέσα από την πριμοδότηση της ψευδοαρχαιολατρίας, σε ό,τι αφορά στη μετάβαση από τον αρχαίο κόσμο στον μεσαιωνικό ελληνισμό και την ορθοδοξία. Εδώ, με βάση αμφίβολα κριτήρια αξιολόγησης του ιστορικού μας σώματος και της διαχρονίας μας, πραγματοποιείται ένα εγχείρημα μείζονος διχασμού του ενιαίου σώματος του ελληνισμού, μεταξύ ενός υποτιθέμενου «αυθεντικού» ελληνικού κόσμου και ενός «εβραϊκού» ορθόδοξου μεσαιωνικού ελληνισμού. Έτσι, το μεγάλο ζήτημα της περιόδου από το 300 π.Χ. έως το 300 μ.Χ. περίπου, για την παρακμή του ελληνισμού δεν είναι πλέον η καταστροφή της Κορίνθου, ο Μόμμιος, η Πύδνα κ.ο.κ., δεν είναι πλέον η υποταγή του ελληνικού κόσμου στη Ρώμη, αλλά ο σταδιακός εκχριστιανισμός του! Και παρασιωπάται το γεγονός πως η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη και η διαμόρφωση του ορθόδοξου χριστιανισμού απετέλεσαν το βασικό στοιχείο της μερικής επανελληνοποίησης του ανατολικού ρωμαϊκού κόσμου! Παρασιωπάται, πως όταν, για παράδειγμα, οι Λατίνοι και οι Δυτικοί αναφέρονται στην Ορθοδοξία την χαρακτηρίζουν ως το «ελληνικό δόγμα» (rite Grec). Και όμως υπάρχουν πολλοί Έλληνες που επιχειρούν να ακρωτηριάσουν το σώμα ενός ήδη παραπαίοντος ελληνισμού σε αρχαίο και «αυθεντικά» ελληνικό, από τη μια, και ορθόδοξο –«ιουδαιοχριστιανικό»– από την άλλη κ.ο.κ. δημιουργώντας τις βάσεις για μια ακόμα εμφύλια σύρραξη στους κόλπους του.
Διότι, βέβαια, όπως δείξαμε, το πρόβλημα δεν έγκειται στο εάν προτιμούμε την πολιτειακή μορφή της αρχαίας Αθήνας από το αυτοκρατορικό Βυζάντιο –πράγμα που ισχύει φαντάζομαι για την πλειοψηφία των Ελλήνων. Όχι, αλλά το εάν συνιστούν και τα μεν και τα δε στιγμές της ιστορικής μας διαχρονίας, που τις αναλαμβάνουμε στο σύνολό τους, διότι αποτελούν εξ ίσου στοιχεία της παράδοσής μας. Διότι εάν αποκόψουμε από την ιστορική μας διαδρομή τους τελευταίους... 17 αιώνες, οδηγούμαστε αναγκαστικά σε μια τερατογένεση. Και αυτή θέλουμε να περιγράψουμε, τόσο στο τρέχον αφιέρωμα όσο και σε όσα τεύχη χρειαστεί στη συνέχεια (τουλάχιστον σε ένα ακόμα).
Αρχαία Ελλάδα και ορθοδοξία
Κατ’ αρχάς, όπως έχουμε πλειστάκις τονίσει [βλέπε και το ειδικό αφιέρωμα του Άρδην “Ελληνισμός και Χριστιανισμός”, τεύχος 28, Δεκέμβρης 2000-Γενάρης 2001], ο χριστιανισμός δεν αναπτύσσεται σε άμεση χρονική συνάφεια με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αλλά με τον ρωμαϊκό αυτοκρατορικό κόσμο. Η αρχαία πόλις, ως αυτόνομη πολιτειακή οντότητα, έχει ήδη καταστραφεί από την εποχή των ελληνιστικών χρόνων, πολλούς αιώνες πριν. Δεν είναι λοιπόν το Βυζάντιο και ο χριστιανισμός που κατέστρεψαν τον ελληνικό κόσμο, αλλά η ρωμαιοκρατία, ενώ αντίθετα το Βυζάντιο εγκαινιάζει την επανελληνοποίησή του. Και αν κατηγορείται το Βυζάντιο ότι έκτισε πάνω στους αρχαίους ναούς τις εκκλησιές, πράγμα που είναι εν μέρει αλήθεια, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε παράλληλα πως και η αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν πλέον σκιά του εαυτού της και είχε ήδη υποκατασταθεί από τις ανατολικές θρησκείες, τον Μιθραϊσμό κλπ. Κατά συνέπεια, η εκ των υστέρων αναζωπύρωση μιας διαμάχης ανάμεσα στην κλασική Ελλάδα του 5ου π.Χ. αιώνα και τη βυζαντινή του 4ου και 5ου μ.Χ. είναι όχι μόνο βαθύτατα διχαστική, ακόμα και αν ίσχυε, αλλά και απολύτως αντι-ιστορική. (Είναι σα να υποστηρίζαμε, για παράδειγμα, μερικούς αιώνες μετά, πως ο εμφύλιος του 1945-49 θα πρέπει να συνεχίζεται εσαεί).
Υπεύθυνες, λοιπόν, για την παρακμή του κλασικού ή ελληνιστικού ελληνισμού δεν είναι πλέον οι ιστορικές εξελίξεις, εσωτερικές και εξωτερικές –εξάντληση της πόλεως-κράτους, ανάδυση νέων δυνάμεων όπως η Ρώμη– αλλά απλώς και μόνο η εγκατάλειψη των αρχαίων θεών και η αποδοχή του «ιουδαιοχριστιανισμού». Πώς λοιπόν θα αναγεννήσουμε την αρχαία Ελλάδα; Μα είναι απλό, επιστρέφοντας στη χλαμύδα, ξαναφέρνοντας το δωδεκάθεο και απορρίπτοντας σχεδόν είκοσι αιώνων ιστορία. Δεν αναζητούμε πια την ενότητα του ελληνισμού στη μακρά διάρκεια, πώς δηλαδή ο Διόνυσος και η Σεμέλη θα σαρκωθούν στον Χριστό και την Παναγία, πώς το δωδεκάθεο θα ξαναβρεθεί στους δώδεκα αποστόλους, πώς οι φιλοσοφικές διαμάχες της αρχαιότητας θα μεταβληθούν εν μέρει στις θεολογικές έριδες του Βυζαντίου και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις των νεοελλήνων, πώς η αρχαία μουσική θα φτάσει μέχρι σήμερα κ.ο.κ.
Κάτι ανάλογο εξάλλου είχε συμβεί στο γλωσσικό πεδίο, όπου ο εμφύλιος διήρκεσε ολόκληρους αιώνες, με την απόπειρα επιστροφής στα αρχαία ελληνικά, όταν το ζητούμενο δεν ήταν πλέον η αναζήτηση της συνέχειας και της διαχρονίας μέσα από τη ζωντανή εξέλιξη της γλώσσας, αλλά η επιστροφή στην αρχαία –αττική– μορφή της; Έτσι το αίτημα για μια επαφή με τη διαχρονική εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στις διάφορες μορφές της, το αίτημα να γνωρίζουμε τα αρχαία ελληνικά για να αντλούμε από αυτά, μεταβλήθηκε σε επιστροφή, παρ’ όλο που η μόνη ζωντανή συνέχεια της αρχαίας ελληνικής είναι η σύγχρονη νεο-ελληνική.
Υπογραμμίσαμε ήδη πως είναι απολύτως κατανοητό το γιατί, σε μια περίοδο παρακμής, καθίσταται δυνατό ένα μέρος των Ελλήνων να στρέφονται στο παρελθόν όχι απλώς για να αντλήσουν από αυτό τα πρότυπά τους, αλλά και για να προσπαθήσουν να το ξαναφέρουν στη ζωή. Και επειδή η οργανική αναβίωσή του είναι στην πραγματικότητα ανέφικτη, μια και τόσα πράγματα έχουν αλλάξει και ο υπαρκτός ελληνισμός έχει συρρικνωθεί ανεπίστρεπτα, καταφεύγουν αφ’ ενός στην ονειροφαντασία, συχνά άσχετα από τις προθέσεις τους, και αφ’ ετέρου στην εχθρότητα απέναντι στις μεταγενέστερες μορφές που ενδύθηκε ο ελληνισμός στην ιστορική του διαδρομή. Εχθρότητα που τροφοδοτείται και υποδαυλίζεται συστηματικά από ποικίλες κατευθύνσεις.
Δεν υπάρχουν, θα πείτε, σε αυτόν τον χώρο αυθεντικοί ιδεολόγοι, άνθρωποι καλής πίστης, που έχουν πειστεί πως η «αποκατάσταση» του αρχαίου ελληνικού πνεύματος είναι προϋπόθεση για μια καλύτερη πορεία του σύγχρονου ελληνισμού; Και βέβαια υπάρχουν, και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ασπάζονται αυτές τις απόψεις είναι όντως καλής πίστης. Ωστόσο, επειδή πλέον τα πράγματα έχουν φθάσει στο μη περαιτέρω και κινδυνεύει να συκοφαντηθεί μακροπρόθεσμα κάθε αναφορά στην αρχαία Ελλάδα ως γελοιογραφική, είναι καιρός οι πάντες να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Δεν μπορούν άνθρωποι που θέλουν να είναι σοβαροί και ειλικρινείς να εξακολουθούν να συναγελάζονται, σε έντυπα συστηματικής παραπληροφόρησης, με ανθρώπους φαιδρούς, απατεώνες και «ευρω»-θήρες. Και δεν μπορεί να σταθεί ως δικαιολογία το ότι «βγάζουν το ψωμί τους», συνεργώντας στην ενίσχυση ενός τερατουργήματος.
Δεν θα πρέπει, παράλληλα, να ξεχάσουμε την ιδιαίτερη και βαρύτατη ευθύνη που έχουν οι «σοβαροί» διανοούμενοι και οι κάθε είδους πνευματικοί θεσμοί της χώρας, καθώς και τα πολιτικά κόμματα. Όλοι τους, τα προηγούμενα χρόνια, βυθισμένοι στην αυτάρκεια και την αυταρέσκεια των πολιτικών σαλονιών, των ακαδημαϊκών χώρων, των... ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των δεξιώσεών τους, άφησαν ελεύθερο το έδαφος σε κάθε είδους παραπληροφόρηση. Ακόμα και σήμερα είναι χαρακτηριστική η αντίδραση πολλών από τους εκπροσώπους του «επίσημου» πολιτικού και διανοητικού κατεστημένου, όταν αναφερόμαστε στην ανάγκη να φωτιστεί το ζήτημα αυτού του «χώρου»: «Πρόκειται για περιθωριακό φαινόμενο με το οποίο δεν αξίζει κανείς να ασχοληθεί». Βέβαια, όταν αυτό το φαινόμενο θεριέψει και τους έλθει κατακέφαλα ως μπούμερανγκ για την αβελτηρία τους, όπως συνέβη με τόσα άλλα «περιθωριακά φαινόμενα» στο μεσοπόλεμο, τότε θα είναι πια αργά.
πηγή
Περιοδικό Άρδην τ. 52
Tα τελευταία χρόνια, ένα ρεύμα σκέψης αναπτύσσεται στην Ελλάδα, η λεγόμενη «αρχαιολατρία», το οποίο διαπλεκόμενο εφεξής με τον εσωτερισμό, την αστρολογία και το «υπερφυσικό», συγκροτεί έναν ευρύτερο ανορθολογικό χώρο. Στο παρελθόν, το ρεύμα αυτό παρέμενε στα πλαίσια της «αρχαιοπληξίας», που όχι μόνο θεωρεί την παράδοση, και ειδικά την ανυπέρβλητη έως σήμερα αρχαία Ελλάδα, ως ένα «πρότυπο» για τη σημερινή πραγματικότητα αλλά επιθυμεί μια κυριολεκτική «επιστροφή» σε αυτήν. Παρά τα φονταμενταλιστικά χαρακτηριστικά αυτού του χώρου —εκτός από μια σύντομη αναφορά μας στον μύθο της «Ομάδος Ε»— η προσπάθεια του περιοδικού κατέτεινε σε μια εμπεριστατωμένη απάντηση στην λογική της αντιπαράθεσης ελληνισμού και ορθοδοξίας [Βλέπε ιδιαίτερα το τεύχος 27 του Άρδην με αφιέρωμα «το πέρασμα από την αρχαιότητα στον χριστιανισμό», όπου φιλοξενήθηκαν και μερικές από τις σοβαρότερες φωνές του συγκεκριμένου «χώρου»]. Απέναντι στην «εκσυγχρονιστική λαίλαπα» που εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο ζήτημα προς αντιμετώπιση, επιχειρούμε να διατυπώσουμε έναν σοβαρό και σφαιρικό λόγο για την την ελληνικότητα και την αρχαία Ελλάδα [βλέπε επανειλημμένα αφιερώματα στο γλωσσικό ζήτημα καθώς και το αφιέρωμα στον Κώστα Παπαϊωάννου], αποκλείοντας τόσο τους αρχαιολατρικούς φονταμενταλισμούς όσο και τις ακροδεξιές φυλετιστικές και ρατσιστικές λογικές — ο ελληνικός πολιτισμός είναι τόσο σημαντικός ώστε δεν χρειάζεται την συνηγορία του κ. Πλεύρη. Πάντα πιστεύαμε πως η διαμόρφωση ενός αντίπαλου δέους στην εκσυγχρονιστική παγκοσμιοποίηση προϋποθέτει την συστηματική αντιπαράθεση ενός έλλογου και συνθετικού οικοδομήματος.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στον «χώρο», η εισβολή και κατακυριάρχηση του ανορθολογισμού, η ανάδειξη εντύπων και τηλεοπτικών «προσωπικοτήτων» που διασύρουν τόσο τον ελληνισμό όσο και τη στοιχειώδη λογική και η συνακόλουθη υποχώρηση των πιο σοβαρών εκδοχών στο εσωτερικό του –ή ακόμα και η σταδιακή προσχώρηση ορισμένων στον ανορθολογισμό, «γιατί πουλάει»– μας υποχρεώνουν πλέον σε μια πιο συστηματική αντιμετώπιση του φαινομένου. Γιατί αν στη δεκαετία του 1970, και εν μέρει του 1980, για την αρχαία Ελλάδα, μ’ έναν καινοτόμο και δημοκρατικό στοχασμό, μιλούσαν προοδευτικοί Νεοέλληνες στοχαστές, όπως ο Καστοριάδης, ο Αξελός, ο Παπαϊωάννου, τα τελευταία δέκα χρόνια, οι σοβαροί στοχαστές αρχίζουν να επικαλύπτονται από τον ορυμαγδό μιας συνωμοσιολογικής, ή και φασιστοειδούς αντίληψης ποικιλώνυμων «ερευνητών» που λυμαίνονται τον έντυπο και ραδιοτηλεοπτικό χώρο.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι τυχαία: στα πρώτα «επαναστατικά» και ελπιδοφόρα μεταπολιτευτικά χρόνια, η αναφορά στην άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας λειτουργούσε ως ένα πρότυπο για μια σύγχρονη διεύρυνση των ελευθεριών, ενώ στη μετά το 1989 εποχή, και κυρίως μετά το 2000, η προσφυγή στους αρχαίους προγόνους ως εξωγήινους, υπερανθρώπους ή ημίθεους, αντανακλά την εξάντληση και την παρακμή της μεταπολίτευσης. Επιπλέον, και ίσως το σημαντικότερο, χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να πληγεί ο σύγχρονος ελληνισμός, στα πλαίσια ενός γενικευμένου ιδεολογικού εμφυλίου πολέμου. Για τον λόγο αυτό επιβάλλεται μια εκτεταμένη ανάλυση του φαινομένου. Τόσο μάλλον που τα τελευταία χρόνια ακόμα και τα ίδια τα έντυπα αυτού του χώρου εξαχρειώνονται προοδευτικά, μεταβάλλοντας ακόμα και την αρχική γραμμή πλεύσης τους, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιπέσει — ένδειξη συνάμα και της βαθύτατης παρακμής της χώρας μας. Έτσι, μέσα σε τριάντα χρόνια, περάσαμε από τον Περικλή στους εξωγήινους και από τον Καστοριάδη στον… Φουράκη.
Το παρόν αφιέρωμα εντάσσεται, λοιπόν, σε μία λογική στοιχειώδους αυτοπροστασίας της ελληνικότητας, της αρχαίας Ελλάδας, του ελληνισμού. Η πλειοψηφία του –ψευδώς– αποκαλούμενου «αρχαιολατρικού χώρου», θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίζεται πλέον ως «χώρος κατασυκοφάντησης του αρχαίου ελληνισμού». Επιπροσθέτως, στην τρέχουσα εκδοχή του, λειτουργεί ως όργανο μιας ακόμα βαθύτατης διάσπασης των Ελλήνων, πέρα από τις παραδοσιακές κομματικές. Μιας διάσπασης ανάμεσα σε «Έλληνες» και «Ρωμιούς», ανάμεσα σε γένος και έθνος-κράτος, ανάμεσα σε ορθόδοξους και μη. Μιας διάσπασης η οποία δεν στηρίζεται σχεδόν πουθενά, διότι συσκοτίζουν το γεγονός πως, σήμερα, Έλληνες και Ρωμιοί είναι ένα και το αυτό, πως από το κάποτε μεγάλο γένος μας έχει απομείνει πλέον, σχεδόν αποκλειστικά, το έθνος-κράτος μας και η απειλούμενη Κύπρος, και πως, για δεκαεφτά αιώνες, όλοι μας, θρησκευόμενοι και μη, χριστιανοί και «παγανιστές», πορευθήκαμε κάτω από τα σχήματα της ορθοδοξίας, και πως αυτή αποτελεί την πρόσφατη παράδοσή μας, έχοντας αναχωνεύσει στο εσωτερικό της και την αρχαιοελληνική.
Μπορεί κάποιοι να μην είναι ικανοποιημένοι από το βαθμό αποδοχής της ελληνικότητας από την ορθοδοξία. Θα έπρεπε όμως να προβάλλουν τη δική τους αντίληψη με πνεύμα αλληλεγγύης, συναντίληψης και συμπόρευσης.
Η λογική της διάσπασης και του εμφυλίου
Είναι γνωστό πως η πάλη γύρω από την ιστορία και την παράδοση είναι καθοριστικής σημασίας σε στιγμές που το παρόν εμφανίζεται, και είναι όντως, ζοφερό, οπότε λαοί και άτομα καταφεύγουν στην ιστορία για να διδαχθούν και να αμυνθούν.
Αυτό συνέβη τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα. Οι Έλληνες, σε μια εποχή κρίσης και αποσύνθεσης της ταυτότητάς τους –τα τελευταία δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια–, κατέφυγαν στην ιστορική τους μνήμη. Αλλά η ιστορία και η παράδοση των Ελλήνων αναπτύσσεται σε τρεις ιστορικούς αναβαθμούς: τον αρχαίο, τον μεσαιωνικό και τον σύγχρονο. Μια σφαιρική αντίληψη για τον ελληνισμό πρέπει να αναφέρεται και στα τρία αυτά στάδια, αν θέλει να μην είναι μεροληπτική, άσχετα με το εάν κάποιος ενδιαφέρεται περισσότερο για την αρχαία παράδοση, τη μεσαιωνική ή τη σύγχρονη, ενώ παράλληλα οφείλει να την αντιμετωπίζει στη σχετικότητά της και τη σύνδεσή της με το παρόν. Τέλος, τα αξιολογικά κριτήρια [του τύπου: αν τότε είχε συμβεί κάτι διαφορετικό, ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί αλλιώς κ.ο.κ.] δεν μπορούν να χωρέσουν στην ιστορία και την παράδοση. Όλοι ίσως θα θέλαμε να συνεχίζονταν και μετά τον 4ο αιώνα π.Χ. οι μορφές άμεσης δημοκρατίας της αρχαίας Αθήνας. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως θα πετάξουμε ολόκληρη τη μεταγενέστερη ιστορία μας. Είναι δική μας και πρέπει να την αποδεχθούμε, έστω και εάν δεν συμφωνούμε με πολλές από τις εκφάνσεις της.
Η ιδεοληπτική και μεροληπτική χρήση της ιστορίας, η ανάληψη και η προβολή με μεγεθυντικό φακό μιας ιστορικής περιόδου, με κριτήρια αξιολογικά, οδηγεί σε παραμορφώσεις, αρχικά, και τερατογενέσεις τελικά.
Το ρεύμα της «επιστροφής» στον ελληνισμό αποτέλεσε τα προηγούμενα χρόνια τον κύριο αντίπαλο του ισοπεδωτικού «εκσυγχρονισμού» που θέλει να εξαφανίσει κάθε ιδιαίτερο πρόσωπο, έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή η λογική των παγκοσμιοποιητών, η οποία προαπαιτεί την εξαφάνιση κάθε ιδιαιτερότητας. Εξ ου και τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν ένα σύνολο από στρατηγικές που αποσκοπούν στη συρρίκνωση και τη διάλυση του ρεύματος της αυτοσυνειδησίας. Ένας γενικευμένος πόλεμος κατά πάντων, μια εσωτερική διάσπαση του ελληνισμού είναι το κύριο στοιχείο αυτής της μεθόδευσης.
Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στις τακτικές του «εκσυγχρονισμού», εκείνες της παρόξυνσης των εμφύλιων διαμαχών στο πεδίο της ιστορίας: το αύριο συγκρούεται με το σήμερα, το παρόν με το μόλις χθες, το πρόσφατο παρελθόν με το απώτερο. Έτσι διαλύεται η ενότητα της ελληνικής ιστορίας. Γι’ αυτούς άλλο ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, άλλο το Βυζάντιο, άλλο η τουρκοκρατία, άλλο το σήμερα. Και εμείς είμαστε μόνον τα παιδιά του σήμερα, της «παροντικότητας». Γενικότερα, σε ό,τι αφορά στην ιστορία, τους ενδιαφέρει μόνον, ή κυρίως, εκείνη η πλευρά που παροξύνει τις εσωτερικές αντιθέσεις και όχι μια συνθετική αντίληψη. Στην ελληνική επανάσταση του ’21 και τη διαμόρφωση του νεοελληνικού έθνους δεν επιλέγεται η κυρίαρχη εθνικοαπελευθερωτική πλευρά αλλά προβάλλεται ο «εσωτερικός αγώνας» ως η κύρια όψη. Η σύγκρουση διαφωτισμού-εκκλησίας ή οι εμφύλιες διαμάχες των Ελλήνων επαναστατών, από υπαρκτό –αλλά δευτερεύον– στοιχείο αναγορεύονται σε κυρίαρχο. Η αντίθεση με τους κατακτητές υποβαθμίζεται, και μάλιστα αναπτύσσονται ψευδή ιδεολογήματα για την υποτιθέμενη ηπιότητα της οθωμανικής κυριαρχίας, τα οποία κατατείνουν στην ιδεολογική προετοιμασία για την αποδοχή της επιστροφής της τουρκικής ηγεμονίας σήμερα.
Άλλο πρόσφατο κλασικό παράδειγμα αυτής της εκσυγχρονιστικής ιστοριογραφίας είναι η πληθώρα των βιβλίων που, από την αντίσταση ενάντια στους κατακτητές το 1940-44, μεταθέτουν το κέντρο βάρους και πάλι στην εμφύλια διαμάχη. Αυτή η δήθεν «ταξική» ιστοριογραφία προωθείται μάλιστα από τα πιο υποταγμένα στη νέα τάξη και τον εκσυγχρονισμό τμήματα της διανόησης και του πολιτικού φάσματος. Και το ζητούμενο είναι ακριβώς η υποταγή μας σε αυτή τη νέα τάξη και, επομένως, η παρόξυνση των εσωτερικών αντιθέσεων, η αναζωπύρωση ξεπερασμένων «παραταξιακών» συγκρούσεων και η υποτίμηση για άλλη μια φορά του εθνικοαπελευθερωτικού στοιχείου των συγκρούσεων της Κατοχής.
Όμως ο κλασικός «εκσυγχρονισμός», επειδή έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με την πραγματικότητα της συρρίκνωσης του ελληνισμού –οικονομικής, πολιτισμικής, γεωπολιτικής–, χάνει προοδευτικά την ιδεολογική μάχη. Ενισχύονται τα ρεύματα της ιδεολογικής αντίστασης και της καταφυγής στη διαχρονία μας. [Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του καθηγητή Σβορώνου που διαφεύγει πλέον από το εκσυγχρονιστικό στρατόπεδο, έστω και με το έργο του, post mortem]. Γι’ αυτό, λοιπόν, πρέπει να χρησιμοποιηθούν καινούργια όπλα, και κατ’ εξοχήν να επιδιωχθεί η αποσύνθεση του ίδιου του ρεύματος της επανεθνικοποίησης. Και ποιο μέσο θα ήταν προσφορότερο από την εσωτερική εμφύλια διαμάχη αυτού του χώρου και την αυτογελοιοποίησή του; Η αντίθεση, για παράδειγμα, οικουμενισμού και «εθνοκεντρισμού» στα πλαίσια της Ορθοδοξίας, η οποία προσέλαβε τεράστια έκταση με το ζήτημα του Πατριαρχείου και των «νέων χωρών», κατατρώγει εδώ και πολλά χρόνια τον σύγχρονο ελληνισμό, τη στιγμή που η υλική βάση της αντίθεσης γένους και έθνους έχει πάψει να υπάρχει ήδη από το 1922 και τουλάχιστον μετά το 1960 και την έξοδο των Ελλήνων από την Πόλη.
Σε αυτή την κατεύθυνση η μεγαλύτερη στρέβλωση επιχειρείται μέσα από την πριμοδότηση της ψευδοαρχαιολατρίας, σε ό,τι αφορά στη μετάβαση από τον αρχαίο κόσμο στον μεσαιωνικό ελληνισμό και την ορθοδοξία. Εδώ, με βάση αμφίβολα κριτήρια αξιολόγησης του ιστορικού μας σώματος και της διαχρονίας μας, πραγματοποιείται ένα εγχείρημα μείζονος διχασμού του ενιαίου σώματος του ελληνισμού, μεταξύ ενός υποτιθέμενου «αυθεντικού» ελληνικού κόσμου και ενός «εβραϊκού» ορθόδοξου μεσαιωνικού ελληνισμού. Έτσι, το μεγάλο ζήτημα της περιόδου από το 300 π.Χ. έως το 300 μ.Χ. περίπου, για την παρακμή του ελληνισμού δεν είναι πλέον η καταστροφή της Κορίνθου, ο Μόμμιος, η Πύδνα κ.ο.κ., δεν είναι πλέον η υποταγή του ελληνικού κόσμου στη Ρώμη, αλλά ο σταδιακός εκχριστιανισμός του! Και παρασιωπάται το γεγονός πως η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη και η διαμόρφωση του ορθόδοξου χριστιανισμού απετέλεσαν το βασικό στοιχείο της μερικής επανελληνοποίησης του ανατολικού ρωμαϊκού κόσμου! Παρασιωπάται, πως όταν, για παράδειγμα, οι Λατίνοι και οι Δυτικοί αναφέρονται στην Ορθοδοξία την χαρακτηρίζουν ως το «ελληνικό δόγμα» (rite Grec). Και όμως υπάρχουν πολλοί Έλληνες που επιχειρούν να ακρωτηριάσουν το σώμα ενός ήδη παραπαίοντος ελληνισμού σε αρχαίο και «αυθεντικά» ελληνικό, από τη μια, και ορθόδοξο –«ιουδαιοχριστιανικό»– από την άλλη κ.ο.κ. δημιουργώντας τις βάσεις για μια ακόμα εμφύλια σύρραξη στους κόλπους του.
Διότι, βέβαια, όπως δείξαμε, το πρόβλημα δεν έγκειται στο εάν προτιμούμε την πολιτειακή μορφή της αρχαίας Αθήνας από το αυτοκρατορικό Βυζάντιο –πράγμα που ισχύει φαντάζομαι για την πλειοψηφία των Ελλήνων. Όχι, αλλά το εάν συνιστούν και τα μεν και τα δε στιγμές της ιστορικής μας διαχρονίας, που τις αναλαμβάνουμε στο σύνολό τους, διότι αποτελούν εξ ίσου στοιχεία της παράδοσής μας. Διότι εάν αποκόψουμε από την ιστορική μας διαδρομή τους τελευταίους... 17 αιώνες, οδηγούμαστε αναγκαστικά σε μια τερατογένεση. Και αυτή θέλουμε να περιγράψουμε, τόσο στο τρέχον αφιέρωμα όσο και σε όσα τεύχη χρειαστεί στη συνέχεια (τουλάχιστον σε ένα ακόμα).
Αρχαία Ελλάδα και ορθοδοξία
Κατ’ αρχάς, όπως έχουμε πλειστάκις τονίσει [βλέπε και το ειδικό αφιέρωμα του Άρδην “Ελληνισμός και Χριστιανισμός”, τεύχος 28, Δεκέμβρης 2000-Γενάρης 2001], ο χριστιανισμός δεν αναπτύσσεται σε άμεση χρονική συνάφεια με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αλλά με τον ρωμαϊκό αυτοκρατορικό κόσμο. Η αρχαία πόλις, ως αυτόνομη πολιτειακή οντότητα, έχει ήδη καταστραφεί από την εποχή των ελληνιστικών χρόνων, πολλούς αιώνες πριν. Δεν είναι λοιπόν το Βυζάντιο και ο χριστιανισμός που κατέστρεψαν τον ελληνικό κόσμο, αλλά η ρωμαιοκρατία, ενώ αντίθετα το Βυζάντιο εγκαινιάζει την επανελληνοποίησή του. Και αν κατηγορείται το Βυζάντιο ότι έκτισε πάνω στους αρχαίους ναούς τις εκκλησιές, πράγμα που είναι εν μέρει αλήθεια, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε παράλληλα πως και η αρχαία ελληνική θρησκεία ήταν πλέον σκιά του εαυτού της και είχε ήδη υποκατασταθεί από τις ανατολικές θρησκείες, τον Μιθραϊσμό κλπ. Κατά συνέπεια, η εκ των υστέρων αναζωπύρωση μιας διαμάχης ανάμεσα στην κλασική Ελλάδα του 5ου π.Χ. αιώνα και τη βυζαντινή του 4ου και 5ου μ.Χ. είναι όχι μόνο βαθύτατα διχαστική, ακόμα και αν ίσχυε, αλλά και απολύτως αντι-ιστορική. (Είναι σα να υποστηρίζαμε, για παράδειγμα, μερικούς αιώνες μετά, πως ο εμφύλιος του 1945-49 θα πρέπει να συνεχίζεται εσαεί).
Υπεύθυνες, λοιπόν, για την παρακμή του κλασικού ή ελληνιστικού ελληνισμού δεν είναι πλέον οι ιστορικές εξελίξεις, εσωτερικές και εξωτερικές –εξάντληση της πόλεως-κράτους, ανάδυση νέων δυνάμεων όπως η Ρώμη– αλλά απλώς και μόνο η εγκατάλειψη των αρχαίων θεών και η αποδοχή του «ιουδαιοχριστιανισμού». Πώς λοιπόν θα αναγεννήσουμε την αρχαία Ελλάδα; Μα είναι απλό, επιστρέφοντας στη χλαμύδα, ξαναφέρνοντας το δωδεκάθεο και απορρίπτοντας σχεδόν είκοσι αιώνων ιστορία. Δεν αναζητούμε πια την ενότητα του ελληνισμού στη μακρά διάρκεια, πώς δηλαδή ο Διόνυσος και η Σεμέλη θα σαρκωθούν στον Χριστό και την Παναγία, πώς το δωδεκάθεο θα ξαναβρεθεί στους δώδεκα αποστόλους, πώς οι φιλοσοφικές διαμάχες της αρχαιότητας θα μεταβληθούν εν μέρει στις θεολογικές έριδες του Βυζαντίου και τις πολιτικές αντιπαραθέσεις των νεοελλήνων, πώς η αρχαία μουσική θα φτάσει μέχρι σήμερα κ.ο.κ.
Κάτι ανάλογο εξάλλου είχε συμβεί στο γλωσσικό πεδίο, όπου ο εμφύλιος διήρκεσε ολόκληρους αιώνες, με την απόπειρα επιστροφής στα αρχαία ελληνικά, όταν το ζητούμενο δεν ήταν πλέον η αναζήτηση της συνέχειας και της διαχρονίας μέσα από τη ζωντανή εξέλιξη της γλώσσας, αλλά η επιστροφή στην αρχαία –αττική– μορφή της; Έτσι το αίτημα για μια επαφή με τη διαχρονική εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στις διάφορες μορφές της, το αίτημα να γνωρίζουμε τα αρχαία ελληνικά για να αντλούμε από αυτά, μεταβλήθηκε σε επιστροφή, παρ’ όλο που η μόνη ζωντανή συνέχεια της αρχαίας ελληνικής είναι η σύγχρονη νεο-ελληνική.
Υπογραμμίσαμε ήδη πως είναι απολύτως κατανοητό το γιατί, σε μια περίοδο παρακμής, καθίσταται δυνατό ένα μέρος των Ελλήνων να στρέφονται στο παρελθόν όχι απλώς για να αντλήσουν από αυτό τα πρότυπά τους, αλλά και για να προσπαθήσουν να το ξαναφέρουν στη ζωή. Και επειδή η οργανική αναβίωσή του είναι στην πραγματικότητα ανέφικτη, μια και τόσα πράγματα έχουν αλλάξει και ο υπαρκτός ελληνισμός έχει συρρικνωθεί ανεπίστρεπτα, καταφεύγουν αφ’ ενός στην ονειροφαντασία, συχνά άσχετα από τις προθέσεις τους, και αφ’ ετέρου στην εχθρότητα απέναντι στις μεταγενέστερες μορφές που ενδύθηκε ο ελληνισμός στην ιστορική του διαδρομή. Εχθρότητα που τροφοδοτείται και υποδαυλίζεται συστηματικά από ποικίλες κατευθύνσεις.
Δεν υπάρχουν, θα πείτε, σε αυτόν τον χώρο αυθεντικοί ιδεολόγοι, άνθρωποι καλής πίστης, που έχουν πειστεί πως η «αποκατάσταση» του αρχαίου ελληνικού πνεύματος είναι προϋπόθεση για μια καλύτερη πορεία του σύγχρονου ελληνισμού; Και βέβαια υπάρχουν, και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ασπάζονται αυτές τις απόψεις είναι όντως καλής πίστης. Ωστόσο, επειδή πλέον τα πράγματα έχουν φθάσει στο μη περαιτέρω και κινδυνεύει να συκοφαντηθεί μακροπρόθεσμα κάθε αναφορά στην αρχαία Ελλάδα ως γελοιογραφική, είναι καιρός οι πάντες να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Δεν μπορούν άνθρωποι που θέλουν να είναι σοβαροί και ειλικρινείς να εξακολουθούν να συναγελάζονται, σε έντυπα συστηματικής παραπληροφόρησης, με ανθρώπους φαιδρούς, απατεώνες και «ευρω»-θήρες. Και δεν μπορεί να σταθεί ως δικαιολογία το ότι «βγάζουν το ψωμί τους», συνεργώντας στην ενίσχυση ενός τερατουργήματος.
Δεν θα πρέπει, παράλληλα, να ξεχάσουμε την ιδιαίτερη και βαρύτατη ευθύνη που έχουν οι «σοβαροί» διανοούμενοι και οι κάθε είδους πνευματικοί θεσμοί της χώρας, καθώς και τα πολιτικά κόμματα. Όλοι τους, τα προηγούμενα χρόνια, βυθισμένοι στην αυτάρκεια και την αυταρέσκεια των πολιτικών σαλονιών, των ακαδημαϊκών χώρων, των... ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των δεξιώσεών τους, άφησαν ελεύθερο το έδαφος σε κάθε είδους παραπληροφόρηση. Ακόμα και σήμερα είναι χαρακτηριστική η αντίδραση πολλών από τους εκπροσώπους του «επίσημου» πολιτικού και διανοητικού κατεστημένου, όταν αναφερόμαστε στην ανάγκη να φωτιστεί το ζήτημα αυτού του «χώρου»: «Πρόκειται για περιθωριακό φαινόμενο με το οποίο δεν αξίζει κανείς να ασχοληθεί». Βέβαια, όταν αυτό το φαινόμενο θεριέψει και τους έλθει κατακέφαλα ως μπούμερανγκ για την αβελτηρία τους, όπως συνέβη με τόσα άλλα «περιθωριακά φαινόμενα» στο μεσοπόλεμο, τότε θα είναι πια αργά.
πηγή
26/8/13
Τί είναι η κοινωνική ασφάλιση και ποιά η ιστορία της
Κοινωνική ασφάλιση είναι η δραστηριότητα με την οποία το κράτος άμεσα ή με τη μεσολάβηση οργανισμών που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του προσφέρει στον εργαζόμενο, αντί ορισμένης τακτικής χρηματικής καταβολής, υλικές παροχές και υπηρεσίες σε περιπτώσεις ασθένειας, σωματικής ή πνευματικής βλάβης, αναπηρίας και γήρατος. Οι δαπάνες καλύπτονται με τις υποχρεωτικές εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών, τις οποίες έχουν θεσπίσει οι σύγχρονες νομοθεσίες.
Η εμφάνιση συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης συνδέεται στενά με τη βιομηχανική ευρωπαϊκή επανάσταση του 19ου αι. και την πλήρη ανεπάρκεια της δημόσιας ή ιδιωτικής αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων κοινωνικών συνθηκών.
Στατιστικές που αναφέρονται στη Γερμανία, για το έτος 1877, δείχνουν ότι σε μερικές κατηγορίες της βιομηχανίας, οι εργάτες ασθενούσαν σε ποσοστό μεταξύ 65% και 80%, ενώ τα βρέφη μητέρων που δούλευαν σε βιομηχανίες, όπου χρησιμοποιούσαν φώσφορο και μόλυβδο πέθαιναν κατά 40% στον πρώτο χρόνο και κατά 70% στα τρία πρώτα χρόνια. Τα εργατικά ατυχήματα ήταν πάρα πολλά και η ασθένεια του εργαζόμενου οδηγούσε την οικογένεια στη δυστυχία.
Σε αυτή την κατάσταση, οι εργαζόμενοι άρχισαν να συνασπίζονται και τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα συνδικάτα, τα οποία λειτούργησαν συχνά και ως σωματεία εργατικής αλληλοβοήθειας. Τα μέλη τους αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν περιοδικά ορισμένα ποσά, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κοινό ταμείο προορισμένο να βοηθά τα μέλη που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες στη ζωή και την εργασία τους. Αποδείχτηκε όμως σύντομα ότι η αλληλοβοήθεια ήταν ανίκανη να προστατεύσει με θετικό τρόπο τον εργαζόμενο και να καλύψει τις ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του, σε περιπτώσεις ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου. Παράλληλα, μερικές μεγάλες βιομηχανίες, όπως π.χ. των Κρουπ στη Γερμανία, άρχιζαν να ανησυχούν για τις συχνές ασθένειες και απουσίες του ειδικευμένου προσωπικού, που είχαν δυσμενή αντίκτυπο στον ρυθμό της παραγωγής.
Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και οι κοινωνικοί αγώνες επηρέαζαν καθοριστικά το γενικό κλίμα της εποχής. Το 1883 υποβλήθηκε στο γερμανικό κοινοβούλιο ένα νομοσχέδιο για την υποχρεωτική α. ασθένειας και μητρότητας που έγινε δεκτό, έπειτα από σφοδρές συζητήσεις και αντιδράσεις. Έναν χρόνο αργότερα, η Γερμανία ψήφισε τον νόμο της υποχρεωτικής ασφάλισης κατά των ατυχημάτων και το 1889 τον νόμο για την υποχρεωτική α. κατά της αναπηρίας και του γήρατος. Έτσι, την αρχή της εθελοντικής α. και αλληλεγγύης, χαρακτηριστικό των σωματείων αλληλοβοήθειας, αντικατέστησε η υποχρέωση του εργοδότη να ασφαλίζει από καθορισμένους κινδύνους, στους οποίους εκθέτονταν οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του.
Η απήχηση που είχαν οι γερμανικοί νόμοι ήταν τεράστια και πολλές χώρες ακολούθησαν γρήγορα τον ίδιο δρόμο. Στις αρχές του 20ού αι. δεν υπήρχε ακόμα πρόνοια για έναν μόνο κίνδυνο: την ανεργία. Οι Γερμανοί νομοθέτες θεώρησαν ότι αυτή η μορφή ασφάλισης ήταν απραγματοποίητη. Την αντίληψη αυτή διέψευσε ο Λόιντ Τζορτζ στην Αγγλία, ο οποίος κατόρθωσε, υπερνικώντας σφοδρές αντιδράσεις, να ψηφιστεί από το αγγλικό κοινοβούλιο ο σχετικός νόμος, το 1911.
Η εμφάνιση συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης συνδέεται στενά με τη βιομηχανική ευρωπαϊκή επανάσταση του 19ου αι. και την πλήρη ανεπάρκεια της δημόσιας ή ιδιωτικής αγαθοεργίας και φιλανθρωπίας να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των νέων κοινωνικών συνθηκών.
Στατιστικές που αναφέρονται στη Γερμανία, για το έτος 1877, δείχνουν ότι σε μερικές κατηγορίες της βιομηχανίας, οι εργάτες ασθενούσαν σε ποσοστό μεταξύ 65% και 80%, ενώ τα βρέφη μητέρων που δούλευαν σε βιομηχανίες, όπου χρησιμοποιούσαν φώσφορο και μόλυβδο πέθαιναν κατά 40% στον πρώτο χρόνο και κατά 70% στα τρία πρώτα χρόνια. Τα εργατικά ατυχήματα ήταν πάρα πολλά και η ασθένεια του εργαζόμενου οδηγούσε την οικογένεια στη δυστυχία.
Σε αυτή την κατάσταση, οι εργαζόμενοι άρχισαν να συνασπίζονται και τότε έκαναν την εμφάνισή τους τα συνδικάτα, τα οποία λειτούργησαν συχνά και ως σωματεία εργατικής αλληλοβοήθειας. Τα μέλη τους αναλάμβαναν την υποχρέωση να καταβάλουν περιοδικά ορισμένα ποσά, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κοινό ταμείο προορισμένο να βοηθά τα μέλη που αντιμετωπίζουν αντίξοες συνθήκες στη ζωή και την εργασία τους. Αποδείχτηκε όμως σύντομα ότι η αλληλοβοήθεια ήταν ανίκανη να προστατεύσει με θετικό τρόπο τον εργαζόμενο και να καλύψει τις ανάγκες αυτού και της οικογένειάς του, σε περιπτώσεις ασθένειας, αναπηρίας ή θανάτου. Παράλληλα, μερικές μεγάλες βιομηχανίες, όπως π.χ. των Κρουπ στη Γερμανία, άρχιζαν να ανησυχούν για τις συχνές ασθένειες και απουσίες του ειδικευμένου προσωπικού, που είχαν δυσμενή αντίκτυπο στον ρυθμό της παραγωγής.
Η δυσαρέσκεια των εργαζομένων και οι κοινωνικοί αγώνες επηρέαζαν καθοριστικά το γενικό κλίμα της εποχής. Το 1883 υποβλήθηκε στο γερμανικό κοινοβούλιο ένα νομοσχέδιο για την υποχρεωτική α. ασθένειας και μητρότητας που έγινε δεκτό, έπειτα από σφοδρές συζητήσεις και αντιδράσεις. Έναν χρόνο αργότερα, η Γερμανία ψήφισε τον νόμο της υποχρεωτικής ασφάλισης κατά των ατυχημάτων και το 1889 τον νόμο για την υποχρεωτική α. κατά της αναπηρίας και του γήρατος. Έτσι, την αρχή της εθελοντικής α. και αλληλεγγύης, χαρακτηριστικό των σωματείων αλληλοβοήθειας, αντικατέστησε η υποχρέωση του εργοδότη να ασφαλίζει από καθορισμένους κινδύνους, στους οποίους εκθέτονταν οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή του.
Η απήχηση που είχαν οι γερμανικοί νόμοι ήταν τεράστια και πολλές χώρες ακολούθησαν γρήγορα τον ίδιο δρόμο. Στις αρχές του 20ού αι. δεν υπήρχε ακόμα πρόνοια για έναν μόνο κίνδυνο: την ανεργία. Οι Γερμανοί νομοθέτες θεώρησαν ότι αυτή η μορφή ασφάλισης ήταν απραγματοποίητη. Την αντίληψη αυτή διέψευσε ο Λόιντ Τζορτζ στην Αγγλία, ο οποίος κατόρθωσε, υπερνικώντας σφοδρές αντιδράσεις, να ψηφιστεί από το αγγλικό κοινοβούλιο ο σχετικός νόμος, το 1911.
4/6/13
Τί είναι οι Kόπτες και ποιά η ιστορία τους…
Οι πρώτοι μονοφυσίτες χριστιανοί της Αιγύπτου και οι διάδοχοί τους, οι οποίοι σήμερα αριθμούν περίπου 7.000.000 και αποτελούν, από ανθρωπολογική άποψη, τους πιο καθαρούς εκπροσώπους του αρχαίου αιγυπτιακού λαού.
Η ονομασία Κόπτες αποτελεί εξευρωπαϊσμένο τύπο (που πιθανώς χρονολογείται από τον 14o αι.) της λέξης κιμπτ ή κουμπτ, η οποία προέρχεται από την ελληνική ονομασία Αιγύπτιοι.
Οι αρχές του χριστιανισμού στην Αίγυπτο είναι δύσκολο να προσδιοριστούν. Ανεξάρτητα από τον πολυάριθμο ελληνικό ή ημιελληνικό πληθυσμό των μεγάλων πόλεων όπως η Αλεξάνδρεια –η χριστιανική ιστορία του οποίου ανήκει στη γενική ιστορία του ελληνικού χριστιανισμού– η παρουσία χριστιανών μεταξύ των αυτόχθονων Αιγυπτίων πιστοποιείται από τα τέλη του 3ου αι. Κόπτες ήταν οι περίφημοι ασκητές άγιος Αντώνιος και άγιος Παχώμιος (4ος αι.), ιδρυτές του αιγυπτιακού μοναχισμού, ο οποίος αργότερα γνώρισε μεγάλη διάδοση. Ο αιγυπτιακός χριστιανισμός διαμορφώθηκε γρήγορα ως αντίδραση του γηγενούς λαϊκού στοιχείου, που βρισκόταν σε εξαθλίωση και ήταν υποδουλωμένο στην αριστοκρατία πλούσιων, εθνικών Ελλήνων γαιοκτημόνων. Με την υποστήριξη του μοναχισμού (ο αβάς Σενούτε-Σινούθιος, που πέθανε το 451, θεωρείται ο οργανωτής της εθνικής Εκκλησίας και ο μεγαλύτερος Κόπτης συγγραφέας) απέκτησε μια θέση που γινόταν όλο και ισχυρότερη και κατά τον 5o αι. αποτελούσε ήδη τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Το 451 η ήττα του Διόσκουρου, πατριάρχη της Αλεξάνδρειας και υποστηρικτή της μίας και μόνης φύσης του Χριστού, προκάλεσε το μονοφυσιτικό σχίσμα, στο οποίο προσχώρησε μεγάλο μέρος των Αιγυπτίων. Οι αντίπαλοί τους, οπαδοί του ορθόδοξου δόγματος, το οποίο ασπαζόταν ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, ονομάστηκαν αντίθετα μελχίτες (από μια συριακή λέξη που σημαίνει οι αυτοκρατορικοί). Οι μονοφυσίτες υπέστησαν διώξεις από τους μελχίτες και η προσχώρηση των Κοπτών (οι οποίοι δεν έδειχναν, άλλωστε, μεγάλη κλίση στις θεολογικές μελέτες, σε
Η ονομασία Κόπτες αποτελεί εξευρωπαϊσμένο τύπο (που πιθανώς χρονολογείται από τον 14o αι.) της λέξης κιμπτ ή κουμπτ, η οποία προέρχεται από την ελληνική ονομασία Αιγύπτιοι.
Οι αρχές του χριστιανισμού στην Αίγυπτο είναι δύσκολο να προσδιοριστούν. Ανεξάρτητα από τον πολυάριθμο ελληνικό ή ημιελληνικό πληθυσμό των μεγάλων πόλεων όπως η Αλεξάνδρεια –η χριστιανική ιστορία του οποίου ανήκει στη γενική ιστορία του ελληνικού χριστιανισμού– η παρουσία χριστιανών μεταξύ των αυτόχθονων Αιγυπτίων πιστοποιείται από τα τέλη του 3ου αι. Κόπτες ήταν οι περίφημοι ασκητές άγιος Αντώνιος και άγιος Παχώμιος (4ος αι.), ιδρυτές του αιγυπτιακού μοναχισμού, ο οποίος αργότερα γνώρισε μεγάλη διάδοση. Ο αιγυπτιακός χριστιανισμός διαμορφώθηκε γρήγορα ως αντίδραση του γηγενούς λαϊκού στοιχείου, που βρισκόταν σε εξαθλίωση και ήταν υποδουλωμένο στην αριστοκρατία πλούσιων, εθνικών Ελλήνων γαιοκτημόνων. Με την υποστήριξη του μοναχισμού (ο αβάς Σενούτε-Σινούθιος, που πέθανε το 451, θεωρείται ο οργανωτής της εθνικής Εκκλησίας και ο μεγαλύτερος Κόπτης συγγραφέας) απέκτησε μια θέση που γινόταν όλο και ισχυρότερη και κατά τον 5o αι. αποτελούσε ήδη τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Το 451 η ήττα του Διόσκουρου, πατριάρχη της Αλεξάνδρειας και υποστηρικτή της μίας και μόνης φύσης του Χριστού, προκάλεσε το μονοφυσιτικό σχίσμα, στο οποίο προσχώρησε μεγάλο μέρος των Αιγυπτίων. Οι αντίπαλοί τους, οπαδοί του ορθόδοξου δόγματος, το οποίο ασπαζόταν ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, ονομάστηκαν αντίθετα μελχίτες (από μια συριακή λέξη που σημαίνει οι αυτοκρατορικοί). Οι μονοφυσίτες υπέστησαν διώξεις από τους μελχίτες και η προσχώρηση των Κοπτών (οι οποίοι δεν έδειχναν, άλλωστε, μεγάλη κλίση στις θεολογικές μελέτες, σε
23/4/13
H διαρκής πόζα του Νεοέλληνα ή αλλιώς η κοινωνία της αμετροέπειας
Κάτι από το παλιό site... δυστυχώς συνεχίζει να είναι επίκαιρο...
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αποφασίσαμε να αντιμετωπίζουμε το τοπίο με όρους καρτποστάλ, αφήσαμε και τις μέρες μας να μετριούνται με τη λογική των σήριαλ. Ντυθήκαμε όλοι τη στολή του χρήματος και κουβαλάμε ένα μυστήριο σωρό από πληροφορίες σχετικά με το κλείσιμο της Σοφοκλέους.
Σαφώς παρασυρμένοι απ’ τις επιταγές του τηλεοπτικού και περιοδικού lifestyle, μετατρέψαμε την κάθε μέρα μας ακριβώς σε αυτό, σε στιλ και πόζα, με άλλα λόγια σε «κάτι σαν ζωή». Η εντολή ήταν διατυπωμένη με διάφορους τρόπους, αλλά είχε πάντα το ίδιο περιεχόμενο. Γίνε όμορφος, γίνε νέος, γέννα λεφτά -αν είναι δυνατόν με εφέ κι εξυπνακισμούς- και γέλα αλαζονικά πάνω από το καινούριο σου τζιπ.
Από τις σελίδες με τους επιχειρηματίες της χρονιάς μέχρι τα κεντρικά δελτία ειδήσεων, η απόσταση που έχεις να διανύσεις αν θες να είσαι κάποιος, είναι το όριο της επωνυμίας. Το δίδαγμα είναι απλό. Φτάνει να έχεις τους κατάλληλους γνωστούς, το πρώτο τραπέζι στα μπουζούκια και το πιο ισχυρό αντηλιακό και θα είσαι πετυχημένος. Η κοινωνία της αμετροέπειας και της εκδίκησης ξέρει αυτό τουλάχιστον. Αποθεώνει τους δυνατούς, τους killers και δεν την ενδιαφέρει με τι καρδιά αφήνεται ο καθένας στα σεντόνια του τη νύχτα. Τα περιοδικά και οι οθόνες αναγνωρίζουν μόνο το παγωμένο χαμόγελο και τη δήλωση ότι νιώθεις υπέροχα. Άρα, μένει να παίξεις το ρολάκι σου κι όλα θα πάνε καλά. Φτάνει να δείχνεις όρθιος, στητός κι ακλόνητος, κι ας καταρρέει ο πρώην εαυτός σου στο παρασκήνιο.
Όμως, η συνεχής προσπάθεια να προσποιούμαστε τη μορφή της επιτυχίας, όπως ήταν αναμενόμενο, μας τράβηξε μακριά από συναισθηματικές αντιδράσεις, αυθεντικά ξεσπάσματα και προσωπικές αντιλήψεις της πραγματικότητας. Οι οθόνες, που καθρέφτιζαν τα ανίκητα είδωλα που πουλούσαμε για εαυτούς μας, κέρδισαν. Έτσι μείναμε με τον αντικατοπτρισμό.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αποφασίσαμε να αντιμετωπίζουμε το τοπίο με όρους καρτποστάλ, αφήσαμε και τις μέρες μας να μετριούνται με τη λογική των σήριαλ. Ντυθήκαμε όλοι τη στολή του χρήματος και κουβαλάμε ένα μυστήριο σωρό από πληροφορίες σχετικά με το κλείσιμο της Σοφοκλέους.
Σαφώς παρασυρμένοι απ’ τις επιταγές του τηλεοπτικού και περιοδικού lifestyle, μετατρέψαμε την κάθε μέρα μας ακριβώς σε αυτό, σε στιλ και πόζα, με άλλα λόγια σε «κάτι σαν ζωή». Η εντολή ήταν διατυπωμένη με διάφορους τρόπους, αλλά είχε πάντα το ίδιο περιεχόμενο. Γίνε όμορφος, γίνε νέος, γέννα λεφτά -αν είναι δυνατόν με εφέ κι εξυπνακισμούς- και γέλα αλαζονικά πάνω από το καινούριο σου τζιπ.
Από τις σελίδες με τους επιχειρηματίες της χρονιάς μέχρι τα κεντρικά δελτία ειδήσεων, η απόσταση που έχεις να διανύσεις αν θες να είσαι κάποιος, είναι το όριο της επωνυμίας. Το δίδαγμα είναι απλό. Φτάνει να έχεις τους κατάλληλους γνωστούς, το πρώτο τραπέζι στα μπουζούκια και το πιο ισχυρό αντηλιακό και θα είσαι πετυχημένος. Η κοινωνία της αμετροέπειας και της εκδίκησης ξέρει αυτό τουλάχιστον. Αποθεώνει τους δυνατούς, τους killers και δεν την ενδιαφέρει με τι καρδιά αφήνεται ο καθένας στα σεντόνια του τη νύχτα. Τα περιοδικά και οι οθόνες αναγνωρίζουν μόνο το παγωμένο χαμόγελο και τη δήλωση ότι νιώθεις υπέροχα. Άρα, μένει να παίξεις το ρολάκι σου κι όλα θα πάνε καλά. Φτάνει να δείχνεις όρθιος, στητός κι ακλόνητος, κι ας καταρρέει ο πρώην εαυτός σου στο παρασκήνιο.
Όμως, η συνεχής προσπάθεια να προσποιούμαστε τη μορφή της επιτυχίας, όπως ήταν αναμενόμενο, μας τράβηξε μακριά από συναισθηματικές αντιδράσεις, αυθεντικά ξεσπάσματα και προσωπικές αντιλήψεις της πραγματικότητας. Οι οθόνες, που καθρέφτιζαν τα ανίκητα είδωλα που πουλούσαμε για εαυτούς μας, κέρδισαν. Έτσι μείναμε με τον αντικατοπτρισμό.
24/3/13
11 δωρεάν βιβλία (e-books) σχετικά με το 1821(www.24grammata.com)
Η επανάσταση του 1821, όπως την έζησαν οι πρωταγωνιστές
Αν βαρεθήκατε να διαβάζετε τις ερμηνείες του ενός και του άλλου, είναι καιρός να διαβάσατε, δίχως σχόλια και υποκειμενικές ερμηνείες, τι ακριβώς έγραψαν οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην Επανάσταση. Σας χωρίζει ένα κλικ από τα σημαντικότερα βιβλία της ελληνικής γραμματείας
με την εγγύηση του ηλ. περιοδικού www.24grammata.com
- Τα Απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη [κατεβασέτο]
- Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Διήγησις των συμβάντων της Ελληνικής Φυλής από τα 1770 έως τα 1836. Υπαγόρευσε ο Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης. Αθήνα 1846[κατέβασέτο]
- Π. Π. Γερμανός – Υπομνήματα Επαναστάσεως Ελλάδος [κατέβασέτο]
Προεπαναστατικά κείμενα
2. Τα Δίκαια του Ανθρώπου [κατέβασέτο] κλικ εδώ

















