Παρθενώνας

Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας.

Iknow...

...κλείσε την ελληνική τηλεόραση...σταμάτα να μπαίνεις στο Facebook για να κρυφοκοιτάς τις ζωές των άλλων...ζήσε την στιγμή ... δέν χρειάζεται να την τραβήξεις σε βίντεο, να την ανεβάσεις στο internet για να επιβεβαιώθείς από τους δικτυακούς φίλους σου ότι πράγματι ζείς...σταμάτα επιτέλους να αναπαράγεις τις δήθεν ειδήσεις και μπουρδολογίες που ξεκινούν από το πληκτρολόγιο του κάθε μαλάκα και στρατευμένου στο ιντερνετ...μήν δέχεσαι την άποψη του κάθε τυχάρπαστου περαστικού και ότι γράφει στο twitter σαν είδηση...μην δέχεσαι να στο επιβάλει ο ο 30φυλλόπουλος ή ο κάθε Ευαγγελάτος αυτό... βγές από αυτό το blog τώρα...επιλεκτική αναπαραγωγή άρθρων κάνει... και επιτέλους ξεκίνα να διαβάζεις και κανένα βιβλίο...κατά προτίμηση όχι άρλεκιν ή μυθιστόρημα που βασίστηκε η τελευταία ταινία του κατα τα άλλα συμπαθή Batman...Μιά οθόνη μας κλείνει τον ορίζοντα, παίρνει δωρεάν τον χρόνο μας και τον πουλάει σε διαφημιστές...χωρίς να μας δίνει ποσοστό...Η ζωή μας έχει ναυαγήσει σε Ξενόφερτα προσωπεία... και εμείς σαν Έλληνες ζούμε τον 'ομαδικό μας ναρκισσισμό'...περιμένοντας με αγωνία και διάχυτο μαζοχισμό τα βραδυνά δελτία ειδήσεων για να δούμε τί σκέφτονται οι ξένοι για εμάς και με ποιό νέο τρόπο θα μας προσβάλλουν για άλλη μια φορά οι 'κουτόφραγκοι'...

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831

Η δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831(Ιουλιανό)στο Νάυπλιο από τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη. (Έργο του Χαράλαμπου Παχή β ήμιση 19ου αιώνα)

Κνωσός

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή. Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

Μέγας Αλέξανδρος κατά Δαρείου στη μάχη της Ισσού 333 π.χ.

Η Μάχη της Ισσού, ψηφιδωτό, ρωμαϊκό αντίγραφο Ελληνικού έργου του 4ου αιώνα π.Χ(Μουσείο Νάπολης).

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξωτερική πολιτική 1936-1944. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εξωτερική πολιτική 1936-1944. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/11/12

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944: Η έναρξη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου


Συνέχεια από Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944: Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Μεταξά

Η γερμανική εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου 1939 αιφνιδίασε όχι μόνο τις Δυτικές Δυνάμεις αλλά και την Ιταλία, θεωρητικά σύμμαχο του Reich στη φασιστική νέα τάξη. Μολονότι η ιταλική κυβέρνηση είχε πληροφορηθεί τα γερμανικά σχέδια στις αρχές Αυγούστου, τόσο ο Mussolini όσο και ο ιταλός υπουργός εξωτερικών Ciano κατέβαλαν έντονες προσπάθειες να επιτύχουν μια ειρηνική λύση συμβιβασμού στο πρότυπο της συμφωνίας του Μονάχου (Σεπτέμβριος 1938). Η αποτυχία των προσπαθειών αυτών και η αναγνώριση από την ιταλική κυβέρνηση της έλλειψης ετοιμότητας των ενόπλων δυνάμεων της χώρας οδήγησαν το Mussolini να ανακοινώσει ότι η Ιταλία θα παρέμενε σε μη εμπόλεμη κατάσταση, συνεχίζοντας τις ενέργειές της για εξεύρεση διπλωματικής λύσης στο πολωνικό πρόβλημα.
Από την άλλη πλευρά, η ιταλική παρουσία στην Αλβανία διατάραξε σε τέτοιο βαθμό την ισορροπία δυνάμεων στο χώρο της νότιας βαλκανικής, ώστε η στρατηγική αξία της Ελλάδας για την Αγγλία μειώθηκε σημαντικά. Υπ' αυτήν την έννοια η ουδετερότητα τόσο της Ελλάδας όσο και των υπόλοιπων βαλκανικών κρατών ήταν προς το βρετανικό συμφέρον, στο βαθμό που κρατούσε την ιταλική πολεμική μηχανή εκτός της αγγλογερμανικής σύγκρουσης.

Η στάση της Ιταλίας

Η ιταλική στάση κατά τους εννιά μήνες της μη εμπόλεμης κατάστασης (Σεπτέμβριος 1939-Ιούνιος 1940) δημιουργεί έντονες αμφιβολίες για τις μακροχρόνιες ιταλικές προθέσεις σχετικά με την ευρωπαϊκή σύρραξη. Η απόφαση του Mussolini να μείνει έξω από τον πόλεμο ουσιαστικά επιβλήθηκε από τον υπουργό εξωτερικών της χώρας, Ciano, παρά την αρχική επιθυμία του ιταλού δικτάτορα να τιμήσει τη συμμαχία του με τη Γερμανία και να συμπαραταχθεί στο πλευρό του Hitler.
Ωστόσο, η διάσπαση του μετώπου του Αξονα δημιούργησε βάσιμες ελπίδες στις βαλκανικές χώρες πως η Ιταλία δε θα ακολουθούσε το παράδειγμα της Γερμανίας, τουλάχιστον όχι σε βάρος της σταθερότητας στη Βαλκανική. Ταυτόχρονα, οι επανειλημμένες γερμανικές διαβεβαιώσεις πως το Reich δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για εδαφική επέκταση στα Βαλκάνια ενίσχυσαν την αισιοδοξία των βαλκανικών χωρών για τη διατήρηση της ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή της νότιας Ευρώπης.

24/11/12

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944: Η εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Μεταξά

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944
...συνέχεια του άρθρου Η Ελληνική εξωτερική πολιτική πριν το 1936
Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Πολεμικού Μουσείου
 αρ. εισ. 0166. © Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο 1936-39 προσπάθησε να διατηρήσει τις δύο κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια του α' μισού του '39: ενίσχυση της διαβαλκανικής συνεργασίας και πολιτική ουδετερότητας απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις.
Ωστόσο, η αυξανόμενη επεκτατική διάθεση των χωρών του Αξονα -και ειδικά της Ιταλίας στο χώρο της Βαλκανικής- οδήγησε την Ελλάδα, όπως και τις άλλες βαλκανικές χώρες, στο να προσφύγουν στις Μεγάλες Δυνάμεις προκειμένου να ενισχύσουν την αμυντική τους θέση. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί κατά πόσο η άμβλυνση της διαβαλκανικής συνεργασίας υπήρξε αιτία ή αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής.
Είναι αλήθεια πως, παρά την πρόοδο σε θεσμικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο που είχε σημειωθεί από τη βαλκανική Entente ως το 1936, η βαλκανική συνεργασία παρέμενε σε εμβρυακό στάδιο, ιδιαίτερα στο στρατιωτικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η στροφή τόσο της Ελλάδας όσο και των άλλων κρατών-μελών σε διμερείς συμφωνίες και δεσμεύσεις προς τις Μεγάλες Δυνάμεις αποδυνάμωσε περαιτέρω το συλλογικό χαρακτήρα του βαλκανικού συμφώνου και συνέβαλε αποφασιστικά στον de facto υποβιβασμό της στρατηγικής του σημασίας για την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής των επιμέρους βαλκανικών χωρών.

Οι διεθνείς εξελίξεις

Η ελληνική εξωτερική πολιτική της περιόδου 1936-39, παρά τη διατήρηση του βαλκανικού προσανατολισμού της χώρας από το καθεστώς Μεταξά, ήταν υποχρεωμένη να λάβει σοβαρά υπόψη τις ραγδαίες εξελίξεις στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Οι εξελίξεις αυτές προμήνυαν δραματικές ανατροπές στο επίπεδο των συμμαχιών και εξέθεταν το ευρωπαϊκό σύστημα στον άμεσο κίνδυνο διαίρεσής του σε δύο εχθρικά στρατόπεδα.
Ήδη από το Σεπτέμβριο του 1935 η ιταλική εισβολή στην Αιθιοπία οδήγησε στη συμπαράταξη της Βρετανίας και της Γαλλίας στο πλαίσιο της Κοινωνίας των Εθνών, με σκοπό την επιβολή κυρώσεων στην Ιταλία. Η σύσφιγξη των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φασιστικά καθεστώτα της Ιταλίας και Γερμανίας ξεκίνησε από την αρχικά ουδέτερη και στη συνέχεια φιλική στάση της τελευταίας απέναντι στον ιταλικό επεκτατισμό στην Αφρική. Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι το φθινόπωρο του 1936, μόλις λίγους μήνες μετά την κατάκτηση της Αιθιοπίας (Μάιος 1936), ο Mussolini έκανε για πρώτη φορά λόγο για τον άξονα Ρώμης-Βερολίνου ως πολιτική σταθερά στο ευρωπαϊκό σύστημα.
Από την πλευρά της η Γερμανία είχε εκμεταλλευθεί την αναστάτωση που προκλήθηκε από την αιθιοπική κρίση προκειμένου να προχωρήσει μονομερώς στην εξάλειψη του τελευταίου περιοριστικού όρου της συνθήκης των Βερσαλιών, την αποστρατικοποίηση της Ρηνανίας (Rheinland). Η κρίση στην Αβησσυνία δημιουργούσε ένα πλαίσιο συσχετισμού δυνάμεων στη Μεσόγειο που ήταν καταφανώς αρνητική για την Αγγλία στο βαθμό ακριβώς που σηματοδότησε τις παραπάνω καταλυτικές εξελίξεις.
Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που η ελληνική κυβέρνηση της εποχής είχε σοβαρούς λόγους να ανησυχεί για τη διαφαινόμενη κλιμάκωση των επεκτατικών βλέψεων του ευρωπαϊκού φασισμού και που προβληματιζόταν σοβαρά για τις δυνατότητες απεμπλοκής της από τις εστίες πιθανών συρράξεων.

Ο Μεταξάς και τα Βαλκάνια

Η εξωτερική πολιτική του μεταξικού καθεστώτος κληρονόμησε δεσμεύσεις και συμβατικές υποχρεώσεις, τόσο στο επίπεδο της διαβαλκανικής συνεννόησης όσο και στις διμερείς σχέσεις της Ελλάδας με τις Μεγάλες ευρωπαϊκές Δυνάμεις.
Η συμμετοχή της χώρας στο βαλκανικό σύμφωνο διατηρήθηκε κι ενισχύθηκε από την κυβέρνηση Μεταξά, ειδικά προς την κατεύθυνση της σύμπηξης αμυντικών συμφωνιών μεταξύ των κρατών-μελών που το υπέγραψαν. Το Φεβρουάριο του 1937 τα τέσσερα μέλη του συμφώνου (Ελλάδα, Τουρκία, Ρουμανία και Γιουγκοσλαβία) υπέγραψαν νέα στρατιωτική σύμβαση, η οποία καθόριζε ζητήματα συνεργασίας και αμοιβαίας αρωγής στην κατάρτιση επιτελικών σχεδίων σε περίπτωση πολεμικής σύρραξης.
Παράλληλα, η Ελλάδα πρωταγωνίστησε στις συνεχιζόμενες προσπάθειες για την ένταξη της Βουλγαρίας στο πλαίσιο της διαβαλκανικής συνεννόησης. Οι διαπραγματεύσεις καρποφόρησαν τον Ιούνιο του 1938 με την υπογραφή σχετικής συνθήκης η οποία καταργούσε τον όρο του αφοπλισμού που είχε επιβληθεί στη Βουλγαρία από τη συνθήκη του Neuilly. Η άρση του όρου αυτού είχε υπάρξει πάγιο αίτημα της βουλγαρικής πλευράς, ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή της χώρας σε συλλογικές συμφωνίες στο βαλκανικό χώρο. Με τη συνθήκη του 1938 φαινόταν πως άνοιγε ο δρόμος για την ενσωμάτωση της αναθεωρητικής Βουλγαρίας στο βαλκανικό status quo, διαγράφοντας έτσι πιο ευοίωνες προοπτικές για τη δυναμική της διαβαλκανικής συνεργασίας.

Οι νέες ευρωπαϊκές ισορροπίες

Oι εξελίξεις μετά την υπογραφή της συνθήκης του 1938 υπήρξαν ραγδαίες. Η αποχώρηση της Ιταλίας από την Κοινωνία των Εθνών (η Γερμανία είχε ήδη αποχωρήσει από το 1933) αποδυνάμωσε τη συλλογική διάσταση του οργανισμού και έφερε τα δύο φασιστικά καθεστώτα πιο κοντά στην πολιτική και στρατιωτική συμπαράταξη. Η συνεργασία τους στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-1939) έφερε και την επίσημη σύμπηξη της πολιτικής συμμαχίας του Αξονα το 1937, παράλληλα με τη διαμόρφωση του μετώπου ενάντια στην Comintern (Κομμουνιστική Διεθνή Ένωση), με την επιπλέον συμμετοχή της Ιαπωνίας.
Η αυξημένη αυτοπεποίθηση των δύο φασιστικών καθεστώτων μετά τη δημιουργία του 'Αξονα διαφάνηκε κατά την περίοδο 1938-39. Η Γερμανία προχώρησε στη μονομερή ενσωμάτωση της Αυστρίας στο γερμανικό Reich (Μάρτιος 1938) και πέτυχε το διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας στη διάσκεψη του Μονάχου, όπου με τη μεσολάβηση της Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας ο Hitler απέσπασε την περιοχή της Σουδητίας. Το υπόλοιπο τσεχοσλοβακικό κράτος προσαρτήθηκε στη Γερμανία το Μάρτιο του 1939, πάλι έπειτα από μονομερή απόφαση του χιτλερικού καθεστώτος. Όσο για την Ιταλία, τον Απρίλιο του 1939 ο Mussolini αποφάσισε να μετατρέψει την πολιτική εξάρτηση της Αλβανίας από την Ιταλία (βάσει των συμφωνιών του 1927) σε προτεκτοράτο, αποβιβάζοντας στρατό στο Δυρράχιο και ενσωματώνοντας τη χώρα στη λεγόμενη "Ιταλική Αυτοκρατορία".

Η χαλάρωση της Διαβαλκανικής συνεργασίας

Μπροστά στις σαρωτικές μεταβολές που διαδραματίστηκαν στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή (άξονας Ρώμης-Βερολίνου, ενσωμάτωση Αυστρίας στο γερμανικό Reich, μετατροπή Αλβανίας σε ιταλικό προτεκτοράτο), η ελληνική κυβέρνηση συνειδητοποίησε τα περιορισμένα περιθώρια των δυνατών ελιγμών της στις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονταν.
Πιο συγκεκριμένα κατανόησε πως ο πολυμερής, συλλογικός χαρακτήρας του βαλκανικού συμφώνου προσέφερε λιγότερες εγγυήσεις ασφάλειας, ενώ έκρυβε πολλαπλούς κινδύνους και δυσανάλογες δεσμεύσεις σε περίπτωση βαλκανικής ή ευρύτερης ευρωπαϊκής σύρραξης. Ο αμιγώς βαλκανικός χαρακτήρας του συμφώνου δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις για την επιτυχή απόκρουση επιθέσεων από εξωβαλκανικές δυνάμεις. Η πολιτική εδαφικής επέκτασης της Γερμανίας προς νότο (Αυστρία, Τσεχοσλοβακία) και της Ιταλίας ανατολικά (Αλβανία) ενέγραφαν τη Βαλκανική στον ευρύτερο ζωτικό χώρο των δύο φασιστικών καθεστώτων και εισήγαν μια νέα διεθνή διάσταση στις ενδοβαλκανικές σχέσεις.
Η δυνητική διεθνοποίηση των βαλκανικών προβλημάτων, σε συνδυασμό με την εγγραφή τους στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης μεταξύ του Aξονα και των Δυτικών Δυνάμεων, οδήγησαν την Ελλάδα στην αναζήτηση διμερών ερεισμάτων έξω από το συλλογικό πλαίσιο του βαλκανικού συμφώνου. Η πολιτική ουδετερότητας απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις διατηρήθηκε στο μέτρο που το μεταξικό καθεστώς επιθυμούσε την αποφυγή εμπλοκής της χώρας σε συρράξεις βαλκανικού ή ευρύτερου ευρωπαϊκού χαρακτήρα. Η διατήρηση της ουδετερότητας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής επιβαλλόταν από έναν ευρύ συνδυασμό διπλωματικών και οικονομικών παραγόντων.

Αναζήτηση ερεισμάτων

H πολιτική φυσιογνωμία της μεταξικής δικτατορίας έκλινε φαινομενικά προς τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του ιταλικού φασισμού. Διπλωματικά, η Ελλάδα δεσμευόταν ακόμα από το ελληνοϊταλικό σύμφωνο του 1928, ενώ είχε ήδη καταστήσει σαφές πως οι στρατιωτικές της υποχρεώσεις στο πλαίσιο της βαλκανικής συνεννόησης δε θα στρέφονταν εναντίον της Ιταλίας.
Παράλληλα, το μεταξικό καθεστώς αποκόμισε σημαντικά οικονομικά οφέλη από την ένταξη της χώρας στο λεγόμενο "bloc του μάρκου", το οποίο επέτρεπε στη χώρα να διοχετεύει το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της στη Γερμανία σε αντάλλαγμα της παροχής ευνοϊκών εμπορικών πιστώσεων για την αγορά γερμανικών προϊόντων. Δεδομένου ότι ο Μεταξάς έδωσε προτεραιότητα στον ταχύ εξοπλισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, η παροχή εμπορικών πιστώσεων από τη Γερμανία επέτρεψε στην Ελλάδα την αγορά στρατιωτικού υλικού και εξοπλισμού από το Γ' Reich με όρους πολύ πιο ευνοϊκούς από τα δάνεια της Μεγάλης Βρετανίας.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η ελληνική εξωτερική πολιτική της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου δεν καθοριζόταν από αμιγώς ιδεολογικές ή οικονομικές παραμέτρους. Η παραδοσιακά φιλοβρετανική στάση του βασιλιά Γεωργίου Β' ενσωματώθηκε αρμονικά στη συντηρητική, παραδοσιακή αντίληψη του ίδιου του Μεταξά για την εξωτερική πολιτική, η οποία αναγνώριζε τον κυρίαρχο ρόλο και τα ζωτικά συμφέροντα της Βρετανίας στο χώρο της Μεσογείου. Επιπλέον, ο Μεταξάς θορυβήθηκε από την κλιμάκωση του ιταλικού επεκτατισμού στα Βαλκάνια και κινήθηκε προς την κατεύθυνση των Δυτικών Δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία) για να αποσπάσει εγγυήσεις αρωγής σε περίπτωση ελληνοϊταλικής σύρραξης.

Τα νέα προβλήματα

Το πρόβλημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1930, συνίστατο στο πώς θα μπορούσε να ελιχθεί και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα μίας περιφερειακής βαλκανικής χώρας ανάμεσα σε δύο διαμετρικά αντίθετες δέσμες επιδιώξεων αλλά και "κοσμοθεωρίες", ανάμεσα στον αστικό φιλελελευθερισμό (Αγγλία-Γαλλία) και τον πολιτικό αυταρχισμό (Γερμανία-Ιταλία).
Ο συγκερασμός σε ένα ενιαίο αμυντικό δόγμα απόλυτα αντικρουόμενων διπλωματικών προσανατολισμών, δεδομένης και της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ των φασιστικών καθεστώτων και του αγγλογαλλικού συνασπισμού, φάνταζε ανέφικτο όραμα. Ήδη το 1935 η Ελλάδα είχε συνυπογράψει την επιβολή κυρώσεων στην Ιταλία από την Κοινωνία των Εθνών. Μολονότι αυτή η απόφαση προβλήθηκε ως συλλογική πολιτική επιλογή της βαλκανικής Entente, η ελληνική κυβέρνηση συνειδητοποίησε τον κίνδυνο να εκτεθεί η χώρα στο έλεος των ιταλικών επεκτατικών προθέσεων και προέβη το 1937 στην αναζήτηση επίσημων δεσμεύσεων από την πλευρά της Βρετανίας για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.
Τέτοιες δεσμεύσεις δεν αναλήφθηκαν από τη Βρετανία κατά τη διετία 1937-1938, μιας και η τελευταία επιθυμούσε την αποφυγή κινήσεων που θα αποξένωναν διπλωματικά την Ιταλία και θα δημιουργούσαν νέες εστίες έντασης και αντιπαράθεσης στο ζωτικό χώρο της Μεσογείου. Ωστόσο, η στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Βρετανία δεν πέρασε απαρατήρητη από την ιταλική κυβέρνηση. Ειδικά μετά την προσάρτηση της Αλβανίας, το Πάσχα του 1939, η παρουσία ιταλικών δυνάμεων βόρεια της Ελλάδας αποσκοπούσε στην άσκηση πολιτικής πίεσης στην Ελλάδα, για να αποφευχθεί η περαιτέρω προσέγγιση με τη Βρετανία και να μην επιτραπεί η εγκατάσταση βρετανικών δυνάμεων σε ελληνικό έδαφος.

Η πτώση του βαλκανικού συστήματος ασφαλείας

H ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπόρεσε να προασπίσει τη συνεννόηση και τις συμφωνίες που είχαν επιτευχθεί σε διάφορες φάσεις στη δεκαετία του '30 μεταξύ των βαλκανικών κρατών. Ως αποτέλεσμα, η επιδείνωση των διακρατικών σχέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η κλιμάκωση της ιδεολογικής και πολιτικής πόλωσης οδήγησαν στη σταδιακή άμβλυνση της διαβαλκανικής συνεργασίας.
Ήδη από το 1937 η Γιουγκοσλαβία είχε συνάψει σύμφωνα φιλίας με την Ιταλία και τη Βουλγαρία, τα οποία υπογράμμιζαν τη μεταστροφή της γιουγκοσλαβικής πολιτικής από τον πολυμερή χαρακτήρα του βαλκανικού συμφώνου σε διμερείς συμφωνίες.
Από την πλευρά της η Ρουμανία αισθανόμενη τον κίνδυνο της περαιτέρω γερμανικής επέκτασης προς τη Βαλκανική, μετά την ενσωμάτωση της Αυστρίας στο Reich, επιδίωξε το διπλωματικό άνοιγμα προς τη Γερμανία, το οποίο συνοδεύθηκε από οικονομικές συμφωνίες το Μάρτιο του 1939. Η πολιτική προσέγγισης με τη Γερμανία παρείχε προστασία απέναντι στις επεκτατικές βλέψεις της Σοβιετικής Ένωσης στην περιοχή της Βεσσαραβίας, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε σε χαλάρωση της διαβαλκανικής συνεργασίας και αποτέλεσε πρόγευση της μελλοντικής ένταξης της χώρας στη σφαίρα επιρροής του Αξονα υπό το καθεστώς Antonescu.

{Το παραπάνω αποτελεί εξιστόρηση και όχι κριτική προσέγγιση των γεγονότων της περιόδου...Για περισσότερη κατανόηση των γεγονότων απαιτείται η μελέτη περισσότερων συγγραφών για την περίοδο αυτή}

Πηγή

Ελληνική εξωτερική πολιτική 1936-1944