3/1/16

Λεβαντίνοι στην Κωνσταντινούπολη

Ο όρος Λεβαντίνοι και η γένεση μιας εθνοθρησκευτικής ομάδας

Ο όρος «Λεβαντίνοι» μόλις το 19ο αιώνα έπαψε να αναφέρεται σε όλους τους μη μουσουλμάνους κατοίκους των λιμανιών της ανατολικής Μεσογείου, αλλά δήλωνε πλέον μόνο τους ρωμαιοκαθολικούς, οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από ευρωπαϊκές χώρες.

Οι Λεβαντίνοι διαφέρουν από τις άλλες εθνοθρησκευτικές ομάδες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ανήκουν σε μία συγκεκριμένη εθνότική ομάδα. Σε αντίθεση μάλιστα με τους
ελληνορθόδοξους και τους Αρμένιους, δεν επιχείρησαν να διεκδικήσουν μια κοινή εθνοτική καταγωγή. Οι λίγες μάλιστα περιγραφές της συγκεκριμένης εθνοθρησκευτικής ομάδας που προέρχονται από Λεβαντίνους και χρονολογούνται μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα τονίζουν το μεικτό εθνοτικό της χαρακτήρα, επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα πολύ διαδεδομένο κλισέ της ευρωπαϊκής δημοσιογραφίας εκείνης της εποχής. Έχοντας όμως ως αφετηρία τις πηγές, είμαστε υποχρεωμένοι να σταθούμε κριτικά απέναντι σε αυτή την εικόνα. Τα μητρώα των καθολικών ενοριών μάς προσφέρουν το υλικό που είναι απαραίτητο για να παρακολουθήσουμε τη γένεση αυτής της υπερεθνικής πληθυσμιακής ομάδας.

Η διαδικασία γένεσης των Λεβαντίνων διήρκεσε αρκετούς αιώνες και μάλιστα μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα ήταν ιδιαίτερα δυναμική. Πρόκειται για μια ομάδα που συγκροτήθηκε μόνο κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά, χωρίς να έχει παράλληλα και μια πολιτική και θεσμική υπόσταση. Και όμως, παρά το μειονέκτημα αυτό, αφού δε γινόταν μια συνειδητή προσπάθεια αφομοίωσης των νέων μεταναστών που έρχονταν από την Ευρώπη, στην πράξη επιδείκνυε μια αξιοσημείωτη ικανότητα ενσωμάτωσης.

Οι καθολικοί των νησιών και οι καθολικοί του Πέρα

Η διαδικασία γένεσης της συγκεκριμένης ομάδας είναι δυνατό να χωριστεί σε πολλές χρονικές περιόδους: Αρχικά υπήρχαν οι απόγονοι των Ιταλών, κυρίως Ενετών και Γενουατών, εμπόρων και αποίκων, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή του Αιγαίου πριν από, κυρίως όμως μετά, την Δ΄ Σταυροφορία, και οι οποίοι παρέμειναν στο Λεβάντε και μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Ορισμένοι από αυτούς παρέμειναν ως Οθωμανοί υπήκοοι ή ως ξένοι με νομικά προνόμια, και κάποιοι άλλοι ως κάτοικοι των βενετοκρατούμενων μέχρι το 17ο αιώνα νησιών του Αιγαίου, με εξαίρεση την Τήνο που παρέμεινε υπό βενετική κυριαρχία μέχρι το 1718. Αυτός ο καθολικισμός, ανάμεικτος με ελληνικά πολιτισμικά στοιχεία, είχε πολύ μεγάλη επιρροή στη Χίο και τη Νάξο, κυρίως όμως στην Τήνο, τη Σύρο και τη Σαντορίνη· πολλά καθολικά μοναχικά τάγματα, από τους καπουτσίνους μέχρι τους λαζαριστές, δραστηριοποιούνταν στο Λεβάντε. Αυτούς τους εξελληνισμένους κατοίκους των νησιών θα τους ονομάζουμε στο εξής καθολικούς των νησιών, ώστε να διακρίνονται από τους καθολικούς κατοίκους της συνοικίας Πέρα της Κωνσταντινούπολης.

Ενώ οι καθολικοί των νησιών δε διέφεραν καθόλου από τους ορθόδοξους νησιώτες όσον αφορά στη γλώσσα και τον τρόπο ζωής τους και δραστηριοποιούνταν κατά κανόνα είτε στη ναυτιλία και την αλιεία, είτε ως τεχνίτες –συχνά πλανόδιοι– και γεωργοί, στο Πέρα κυριαρχούσαν οικογένειες που κατάγονταν από Γενουάτες πατρικίους και επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό την ανατολική πολιτική των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων με την ιδιότητα του δραγουμάνου (μεταφραστή) των ευρωπαϊκών πρεσβειών ή, μέχρι την οριστική άνοδο των Φαναριωτών, ακόμα και της ίδιας της Υψηλής Πύλης. Είχαν συνδεθεί πολύ στενά μεταξύ τους μέσω γάμων και αποτελούσαν μια συμπαγή ομάδα, η οποία μάλιστα διεκδίκησε ακόμα και τίτλους ευγένειας σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Και αυτοί επίσης μιλούσαν ελληνικά και ακολουθούσαν τις συνήθειες των ντόπιων ως προς τα ήθη και την ενδυμασία.

Κατά τον ύστερο 17ο και κυρίως το 18ο αιώνα επήλθε μια πρώτη διεύρυνση της ομάδας των Λεβαντίνων, τόσο εξαιτίας της εμφάνισης των ναυτικών δυνάμεων της Αγγλίας και της Ολλανδίας, όσο και εξαιτίας της ενισχυμένης οικονομικής παρουσίας της Γαλλίας, που από το 16ο αιώνα είχε αναλάβει επίσημα το ρόλο του προστάτη των καθολικών της Ανατολής. Η διεύρυνση αυτή αφορούσε και στον αριθμό των μελών της ομάδας αλλά και στην εξάπλωσή τους στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το Πέρα συνέχισε να αποτελεί το κέντρο των διπλωματικών δραστηριοτήτων των καθολικών, ενώ στη Σμύρνη κυριαρχούσε χωρίς αμφιβολία το εμπόριο. Γύρω στο 1800, οι Λεβαντίνοι του Πέρα και του Γαλατά συγκροτούσαν μια σχετικά μικρή κοινότητα που αριθμούσε 2.400 μέλη. Γύρω στο 1900, στο Γαλατά και στο Πέρα ζούσαν περίπου 60.000 Λεβαντίνοι και Ευρωπαίοι, δηλαδή περίπου το 3% του πληθυσμού. Αυτή η αύξηση είναι το αποτέλεσμα μιας μαζικής μετανάστευσης κυρίως από την Ευρώπη αλλά και από τα νησιά, από τη Μικρά Ασία και από την Εγγύς Ανατολή.

Οι καθολικοί μετανάστες

Το 19ο αιώνα συγχωνεύτηκαν μέσω γάμων οι καθολικοί μετανάστες από την Ευρώπη με τους καθολικούς μετανάστες από τη λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου –Δαλματούς, Μαλτέζους και Ιόνιους– και με τους καθολικούς ή ουνίτες Αρμένιους και Άραβες που μετανάστευσαν στην Κωνσταντινούπολη για να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την καταδίωξη και την οικονομική ένδεια. Αυτή η διαδικασία συγχώνευσης διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα, ολοκληρώθηκε δηλαδή σε μεγάλο βαθμό μόλις το 1900. Τα μητρώα γάμων των καθολικών ενοριών δείχνουν ότι τα ποσοστά ενδογαμίας μεταξύ των καθολικών μεταναστών είναι υψηλά, διαφέρουν όμως ανάλογα με τη γεωγραφική προέλευσή τους. Ειδικά οι μετανάστες που κατάγονταν από την Ανατολική Μεσόγειο, προπαντός οι Μαλτέζοι, συγκροτούσαν συμπαγείς συνομαδώσεις κοινής καταγωγής ακόμα και μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.

Οι λόγοι που οδηγούσαν τους Ευρωπαίους μετανάστες στον οθωμανικό χώρο του Αιγαίου ήταν ποικίλοι, γεγονός που διαφοροποιούσε και τις συμπεριφορές τους σε σχέση με την ενσωμάτωσή τους. Από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης η μετανάστευση λειτούργησε ως καθρέφτης της ευρωπαϊκής ιστορίας: τους Γάλλους βασιλικούς ακολούθησαν οι οπαδοί του Ναπολέοντα –μεταξύ τους και ο Savary, υπουργός αστυνομίας – για να ακολουθήσουν στη συνέχεια Πολωνοί και Ούγγροι μετανάστες και Ιταλοί καρμπονάροι, οπαδοί του Ματσίνι και γαριβαλδινοί. Συχνά επίσης η διαφορά μεταξύ των πολιτικών μεταναστών και των ανθρώπων με παραβατική συμπεριφορά ήταν αρκετά ρευστή.

Ο τύπος του τυχοδιώκτη αποτελεί μια ιδιαιτερότητα της ανατολικής Μεσογείου που αξίζει να μελετηθεί σε βάθος. Σε τυπικές πόλεις-λιμάνια όπως ο Γαλατάς δεν πρέπει να υποτιμούμε τις διαρκείς πληθυσμιακές μεταβολές. Με την έναρξη της περιόδου του Τανζιμάτ βελτιώθηκαν οι συνθήκες ζωής των χριστιανών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ταυτόχρονα μεγάλωσε η ζήτηση για Ευρωπαίους ειδικούς που ανέλαβαν τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Αυτοί με τη σειρά τους, για να είναι σε θέση να ζουν σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συνήθειες, οι οποίες είχαν πια υιοθετηθεί και από τους ντόπιους και κυρίως από τις μη μουσουλμανικές ελίτ, χρειάζονταν ένα μεγάλο αριθμό επαγγελματικά εξειδικευμένων μεταναστών, από κομμωτές μέχρι κατασκευαστές αμαξών. Η πλειονότητα αυτών των μεταναστών ήταν άνδρες, με την αναλογία μεταξύ ανδρών και γυναικών να υπολογίζεται σε 5:1. Πολλοί από αυτούς παρέμειναν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και παντρεύτηκαν ντόπιες καθολικές. Κατ’ αυτό τον τρόπο Γάλλοι, Βρετανοί και Γερμανοί μετά από μία γενιά εντάσσονταν στην τοπική καθολική κοινότητα και αφομοιώνονταν πολιτισμικά μέσω του γλωσσικού τους εξελληνισμού.

Οι μετανάστες από τη νότια Ευρώπη, κυρίως από την Ιταλία, αφομοιώνονταν τόσο γρήγορα μέσω των γάμων, ώστε σε μια προξενική στατιστική του 1905 από την Κωνσταντινούπολη το 75% των κατόχων ιταλικού διαβατηρίου χαρακτηρίζονται ως Λεβαντίνοι. Μέχρι το 1900 είχε εξαλειφθεί πλήρως η πρακτική της ενδογαμίας που ακολουθούνταν στο πλαίσιο της καθολικής κοινότητας. Η υπεροχή των ανδρών σε σχέση με τις γυναίκες και η υποχώρηση της ιδεολογικής συνοχής που δημιουργούσε η καθολική εκκλησία οδήγησε στην επέκταση της γαμήλιας αγοράς στην ελληνορθόδοξη και την αρμένικη, σε μικρότερη έκταση ακόμα και στην εβραϊκή κοινότητα. Οι μεικτοί γάμοι αυξήθηκαν σημαντικά στις αρχές του 20ού αιώνα.

Με την ανάμειξη των Ευρωπαίων καθολικών, των κατοίκων του Πέρα και των καθολικών των νησιών με Άραβες και Αρμένιους καθολικούς, καθώς και με μετανάστες από την ανατολική Μεσόγειο και μέλη των μη μουσουλμανικών μιλλέτ, δημιουργήθηκε γύρω στα 1900 μια ομάδα η οποία είχε απολέσει κάθε έννοια καταγωγής και η οποία ακριβώς λόγω του καθολικού δόγματος διακρινόταν για τον εμφανώς ευρωπαϊκό τρόπο ζωής –ιδιαίτερα όσον αφορά στην υλική κουλτούρα (καταναλωτικά αγαθά, ενδυμασία και κατοικία) – και το ειδικό νομικό της καθεστώς.

Το νομικό καθεστώς των Λεβαντίνων

Αυτό το νομικό καθεστώς δεν αποτελούσε ιδιαιτερότητα των Λεβαντίνων, αφού και μέλη της ορθόδοξης, της αρμενικής και της εβραϊκής εθνοθρησκευτικής συσσωμάτωσης (μιλλέτ) μπορούσαν να ανήκουν σε διαφορετικές νομικές κατηγορίες. Οι Λεβαντίνοι όμως διέφεραν από αυτές τις ομάδες επειδή κατά κανόνα απολάμβαναν ένα προνομιακό νομικό καθεστώς. Οι Λεβαντίνοι ήταν καθολικοί που διέμεναν μόνιμα στον ισλαμικό κόσμο και επομένως έπρεπε να προσαρμοστούν στο ισλαμικό κρατικό και κοινωνικό μοντέλο. Το ισλαμικό δίκαιο διακρίνει τους μη μουσουλμάνους σε υπηκόους υποκείμενους σε φορολογία (zimmi) και σε ξένους που ήταν απαλλαγμένοι από εισφορές και οι οποίοι βεβαίως μπορούσαν να παραμείνουν στην ισλαμική επικράτεια μόνο για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα (Harbis).

Ήδη από το 1453 οι Λεβαντίνοι ανήκαν και στις δύο αυτές κατηγορίες, αφού ο Μωάμεθ Β’ αντιμετώπιζε τους Γενουάτες, που μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης είχαν παραμείνει στο Γαλατά, ως Οθωμανούς υπηκόους που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν κεφαλικό φόρο. Μόνο όσοι Γενουάτες έμποροι ήταν εγκαταστημένοι προσωρινά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λογίζονταν ως harbi, όπως ακριβώς και οι Βενετοί με τους οποίους ο Μωάμεθ Β’ υπέγραψε το 1454 μια εμπορική συμφωνία. Αυτή η σύμβαση λειτούργησε ως πρότυπο για μεταγενέστερες συμβάσεις που υπογράφτηκαν με τη Γαλλία, την Αγγλία την Ολλανδία, την Πρωσία, την Αυστρία και τη Σουηδία, και με τις οποίες συμβάσεις απονεμήθηκαν προνόμια σε harbi-Φράγκους, τα οποία κάτω από τη διπλωματική πίεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων επεκτείνονταν διαρκώς και στις αρχές του 19ου αιώνα περιλάμβαναν τα εξής: φορολογική ατέλεια, δικαστική δικαιοδοσία των προξένων σε δικαστικές διαφορές μεταξύ ξένων και το 19ο αιώνα επίλυση των διαφορών μεταξύ Οθωμανών και ξένων από μεικτά δικαστήρια, γεγονός που δείχνει ότι οι ξένοι είχαν de facto εξαιρεθεί από το οθωμανικό νομικό σύστημα. Σύμφωνα πάντα με τα προνόμια που είχαν απονεμηθεί στους Λεβαντίνους, η σύλληψη ξένων από τις οθωμανικές αρχές επιτρεπόταν μόνο παρουσία ενός διπλωμάτη, ενώ προβλεπόταν και η προστασία της κατοικίας. Σύντομα η ισχύς αυτών των προνομίων επεκτάθηκε, ώστε να συμπεριλαμβάνει και τους Οθωμανούς υπηκόους - υπαλλήλους των ευρωπαϊκών προξενείων και πρεσβειών, εξέλιξη που προπάντων αφορούσε τους δραγουμάνους, πολλοί από τους οποίους ήταν Λεβαντίνοι. Αυτοί ως προστατευόμενοι μπορούσαν να μεταβιβάσουν, ακόμα και να κληροδοτήσουν αυτά τα προνόμια στις οικογένειές τους. Στο β΄ μισό του 18ου και στο α΄ μισό του 19ου αιώνα οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες μοίραζαν, ακριβέστερα πουλούσαν τέτοια μπεράτια και σε ραγιάδες (reaya) χωρίς να είναι διπλωμάτες. Σύμφωνα με την οθωμανική ορολογία των μπερατιών τα προνομιούχα αυτά πρόσωπα χαρακτηρίζονταν φερμανλήδες (fermanlı) ή μπερατλήδες (beratli). Πολλοί Λεβαντίνοι, ορθόδοξοι, Αρμένιοι και Εβραίοι ζιμμήδες (zimmi) κατείχαν τέτοια μπεράτια. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις μοίρασαν γενναιόδωρα την προστασία τους και με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν ομάδες επιρροής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στο α΄ μισό του 19ου αιώνα όχι μόνο η απόκτηση, αλλά και η αλλαγή προστασίας ήταν εξαιρετικά εύκολη. Αυτή η εξέλιξη άνοιξε διάπλατα το δρόμο για μια τυχοδιωκτική συμπεριφορά: Επιτήδειοι ζιμμήδες μπορούσαν να αλλάζουν προστάτες ανάλογα με την επιρροή και την αυστηρότητα του νομικού συστήματος της εκάστοτε δύναμης. Δεν απολάμβαναν όμως όλοι οι Λεβαντίνοι παρόμοια προνόμια. Οι λεβαντίνοι ζιμμήδες –κατά κύριο λόγο καθολικοί των νησιών, καθώς και Άραβες και Αρμένιοι καθολικοί– δε συγκρότησαν μιλλέτ με αποτέλεσμα να μη διαθέτουν κάποια εκπροσώπηση, αναγνωρισμένη από την Υψηλή Πύλη. Επισήμως η καθολική εκκλησία δεν επιδίωκε να διατηρεί επαφές με την οθωμανική κυβέρνηση, αφού αυτό το ρόλο τον είχε παραδοσιακά αναλάβει η γαλλική πρεσβεία. Εξαιτίας της μετανάστευσης καθολικών ζιμμήδων από τη Μικρά Ασία και τον αραβικό κόσμο αλλά και της δημιουργίας του μιλλέτ των Αρμένιων καθολικών (1831) ανέκυψε το ζήτημα του νομικού καθεστώτος της συγκεκριμένης ομάδας. Το ζήτημα αυτό λύθηκε χάρη στις προσπάθειες του αποστολικού βικάριου της Κωνσταντινούπολης στην αρχή της δεκαετίας του 1840 με την ίδρυση μιας «Κοινότητας των Λατίνων ραγιάδων (reaya)» με επικεφαλής ένα βεκίλη. Πρόκειται για αξίωμα που αναλάμβαναν σχεδόν αποκλειστικά μέλη της οικογένειας Βαρταλίθη στην περιοχή Πέρα-Γαλατά.

Καθώς οι Λατίνοι ραγιάδες δεν ήταν οργανωμένοι σε μιλλέτ, η θέση τους ήταν εξαρχής αδύναμη και ως εκ τούτου τα μέλη τους προσπαθούσαν ακόμα να εξασφαλίσουν την προστασία κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης. Άλλωστε, η διάσπαση των Λεβαντίνων σε harbi, προστατευόμενους και ζιμμήδες, παρεμπόδιζε την από κοινού πολιτική δράση της συγκεκριμένης εθνοθρησκευτικής ομάδας, αφού οι Λεβαντίνοι ούτε κατά διάνοια δεν κατάφεραν να αναπτύξουν πολιτικές πρωτοβουλίες σύμφωνα με το πρότυπο των άλλων εθνοθρησκευτικών ομάδων με μεγαλύτερη συνοχή όπως οι ελληνορθόδοξοι και οι γρηγοριανοί Αρμένιοι. Σε ατομικό επίπεδο επιδίωκαν την κοινωνικοοικονομική τους ανέλιξη μέσω της απόκτησης ευρωπαϊκών εγγράφων.

Η κοινωνική δομή των Λεβαντίνων

Η κοινωνική δομή των Λεβαντίνων άλλαξε σημαντικά το 19ο αιώνα εξαιτίας της γοργής αύξησης του πληθυσμού τους. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα είχε προχωρήσει αρκετά η κοινωνική διαφοροποίηση της πάλαι ποτέ μικρής και συμπαγούς κοινότητας των καθολικών εμπόρων και δραγουμάνων: οι Λεβαντίνοι συγκρότησαν μια εμπορική αστική τάξη ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά πρότυπα και μιμούμενοι την υλική κουλτούρα και τον τρόπο ζωής των Γάλλων αστών πριν από τους Έλληνες και τους Αρμένιους.

Η ανάπτυξη του εμπορίου παρείχε σε πολλές φτωχές οικογένειες τεχνιτών και εμπόρων τη δυνατότητα κοινωνικής ανόδου, την ίδια στιγμή που οικογένειες παλιών δραγομάνων περνούσαν σε δεύτερη μοίρα, καθώς στο διπλωματικό πεδίο παραγκωνίζονταν από Ευρωπαίους διπλωμάτες καριέρας με εκπαίδευση ανατολιστή, όπως ήταν ο Hammer-Purgstall, ενώ η αριστοκρατική τους καταγωγή τους κρατούσε μακριά από το εμπόριο. Όπως συνέβη και στην περίπτωση της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, μερικές οικογένειες συνδέθηκαν με τους κοινωνικά ανερχόμενους έμπορους και τραπεζίτες. Πριν από τη διείσδυση των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών που σημειώθηκε μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και κυρίως μετά από τη Μεγάλη Κρίση του Ανατολικού Ζητήματος (1878), οι επονομαζόμενοι Τραπεζίτες του Γαλατά αποτελούσαν τον πυρήνα της οθωμανικής οικονομικής ελίτ. Σε αυτό το πλαίσιο η οικονομική ελίτ των Λεβαντίνων φρόντιζε να διατηρεί στενές επαφές με τους Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους τραπεζίτες της αυτοκρατορίας.

Στο β΄ μισό του 19ου αιώνα αυτή η ελίτ διευρύνθηκε με μετανάστες από την Ευρώπη, υψηλόβαθμους υπαλλήλους, αξιωματικούς, μηχανικούς, τραπεζίτες και μεγαλέμπορους, οι οποίοι όμως πολύ συχνά κράτησαν αποστάσεις από τα ανώτερα στρώματα των Λεβαντίνων, στάση που εκτός των άλλων αντικατοπτρίζεται και στην όξυνση του λόγου των Ευρωπαίων περί των Λεβαντίνων. Η μετανάστευση αυτή προκάλεσε και τη δημιουργία ενός μέχρι το 1800 ανύπαρκτου ακόμα μεσαίου στρώματος που περιλάμβανε εξειδικευμένους τεχνίτες, καταστηματάρχες, δασκάλους και νέους ελεύθερους επαγγελματίες όπως δικηγόρους, γιατρούς και δημοσιογράφους, και προσπαθούσε να ανταποκριθεί στην ανάγκη για υιοθέτηση ευρωπαϊκών προτύπων ζωής στο χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα κατώτερα στρώματα της εθνοθρησκευτικής ομάδας των Λεβαντίνων γνώρισαν επίσης μεγάλη αύξηση εξαιτίας της μετανάστευσης ενός ναυτικού προλεταριάτου, το οποίο τελικά αφομοιώθηκε και εξελληνίστηκε σε κάποιο βαθμό μέσω της στενής επαφής του με τα ελληνικά κατώτερα στρώματα. Παρόμοιες εξελίξεις σημειώθηκαν και σε σχέση με τα παραβατικά στρώματα ("υπόκοσμο") στο Πέρα και το Γαλατά, τα οποία γνώρισαν σημαντική αύξηση ειδικά κατά την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου.

Τα βασικά χαρακτηριστικά των Λεβαντίνων
Τα εθνοτικά, νομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά των Λεβαντίνων που παρουσιάστηκαν μέχρι στιγμής και τα οποία υπονοούν περισσότερο τις αρνητικές τοποθετήσεις παρά τα συνεκτικά στοιχεία, μας κάνουν να αναζητήσουμε αυτά ακριβώς τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας των Λεβαντίνων: τι είναι αυτό που τους καθιστά ομάδα από τη στιγμή που δεν είχαν συγκροτήσει ένα μιλλέτ, αλλά πολιτικά και θεσμικά κινούνταν διαρκώς μεταξύ του οθωμανικού κράτους και των ευρωπαϊκών δυνάμεων; Καταρχάς το δόγμα, το γεγονός ότι ανήκαν στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία, κάτι που τους διαφοροποιούσε από τους Αρμένιους και Άραβες ουνίτες και στα μάτια των Οθωμανών τους έκανε Φράγκους, οι οποίοι το 18ο και κυρίως το 19ο και τον 20ό αιώνα απολάμβαναν ένα υψηλό κοινωνικό status που τροφοδοτούνταν αφενός από το προνομιούχο νομικό τους καθεστώς και αφετέρου κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα από τη λειτουργία της ευρωπαϊκής κουλτούρας και του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής ως προτύπων για την οθωμανική κοινωνία. Σε μια κοινωνία όπως η οθωμανική, που ήταν οργανωμένη με βάση το θρήσκευμα, η πίστη αποτελούσε βασικό κριτήριο για τη θεσμική ένταξη του ατόμου και για την ταυτότητά του. Για μια μικρή ομάδα που για πολύ μεγάλο διάστημα δεν απειλούνταν μόνο από τους μουσουλμάνους, αλλά κυρίως από τους Ορθόδοξους και τους Αρμένιους, και η οποία ήταν υποχρεωμένη να διεκδικήσει όλες τις υπηρεσίες που της παρείχε το μιλλέτ των χριστιανών, το καθολικό δόγμα λειτουργούσε ως ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο ταυτότητας.

Οι παλιές οικογένειες Λεβαντίνων1 εκδήλωναν μέχρι και αργά στον 20ό αιώνα εμφανώς την πίστη τους στην επίσημη εκκλησία, γεγονός που τους διαφοροποιούσε από τους μετανάστες που έφταναν από την Ευρώπη. Οι Λεβαντίνοι δεν εκδήλωναν τον καθολικισμό τους μόνο στις θρησκευτικές τελετές. Τα μέλη των παλιών οικογενειών και η ελίτ των νεότερων μεταναστών αναλάμβαναν τα σημαντικότερα αξιώματα στις περισσότερες κοσμικές αδελφότητες και τους καθολικούς συλλόγους που γνώρισαν μεγάλη άνθηση μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο. Στο Πέρα συγκεντρώθηκαν γύρω από την παλιά Comunità S. Anna οι σημαντικότερες οικογένειες δραγουμάνων, ενώ το 19ο αιώνα ιδρύθηκε η φιλανθρωπική ένωση Artigiana di Pietà, η οποία υποστηριζόταν από τον ίδιο το σουλτάνο και τους πρεσβευτές και λειτουργούσε ως πλαίσιο επικοινωνίας για τις ελίτ των Λεβαντίνων των Ευρωπαίων, ακόμα και των Οθωμανών χριστιανών υπηκόων. Αυτή η καθολική υποδομή περιλάμβανε επίσης και ένα καλά οργανωμένο σχολικό σύστημα, νοσοκομεία, πτωχοκομεία και γηροκομεία, παρέχοντας έτσι στις ελίτ των Λεβαντίνων ένα ευρύ πεδίο κοινωνικής και φιλανθρωπικής δράσης σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά αλλά και τα ντόπια πρότυπα. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τα παράλληλα ιδρύματα των Ελλήνων και των Αρμενίων.

Άλλος ένας συνεκτικός δεσμός με ιδιαίτερα μεγάλη σημασία ήταν οι συγγενικές σχέσεις. Οι περισσότεροι εξωτερικοί παρατηρητές συμφωνούν ότι όσον αφορά την έννοια της οικογένειας οι Λεβαντίνοι συχνά ήταν υπερβολικοί. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, και με την εξαίρεση των κατώτερων στρωμάτων, δεν παρατηρήθηκαν μεικτοί γάμοι σε σχέση με το θρήσκευμα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι οικογένειες των δραγουμάνων και των εμπόρων να ακολουθούν μια κατευθυνόμενη γαμήλια πολιτική. Η γενεαλογική έρευνα μπόρεσε να ανασυγκροτήσει τα ιδιαιτέρως εκτεταμένα δίκτυα σχέσεων αυτών των ομάδων. Η συνεργασία στον επιχειρηματικό βίο και κυρίως όσον αφορά στον ανταγωνισμό με τους ελληνορθόδοξους, τους Αρμένιους και τους Εβραίους ήταν στενά συνδεδεμένη με τις οικογενειακές σχέσεις. Οι εμπορικοί οδηγοί της Κωνσταντινούπολης μας παρέχουν πολυάριθμα σχετικά παραδείγματα: θρησκεία, οικογένεια και επιχείρηση αποτελούσαν συστατικά στοιχεία της ομάδας.

Οι επαφές με άλλες εθνοθρησκευτικές ομάδες
Παρά την έλλειψη θεσμικού πλαισίου, οι Λεβαντίνοι ήταν υπαρκτοί ως κοινωνική και οικονομική ενότητα και υπό αυτή την έννοια μπορούσαν να συγκριθούν με τα μιλλέτ των χριστιανών.

Εμφανίζονται στην κοινωνική και οικονομική ζωή της αυτοκρατορίας ως μια ομάδα σαφώς διακριτή από τους εκτός αυτής ευρισκόμενους. Ειδικά στον επιχειρηματικό βίο και στο δημόσιο χώρο οι σχέσεις των Λεβαντίνων με κοινωνικά όμοιά τους μέλη των μη μουσουλμανικών ελίτ ήταν πολύ στενές: το χρηματιστήριο του Γαλατά, τα μεικτά δικαστήρια, τα εμπορικά επιμελητήρια, τα καζίνο που λειτούργησαν το 19ο αιώνα, τα νέα ευρωπαϊκά ξενοδοχεία, εστιατόρια, αίθουσες διαλέξεων και καφέ και τα πάρκα στο Πέρα λειτούργησαν ως χώροι επικοινωνίας των διαφόρων ελίτ. Στην κατώτερη πλευρά της κοινωνικής ιεραρχίας οι Λεβαντίνοι συναντούσαν μέλη των άλλων εθνοθρησκευτικών ομάδων σε καπηλειά, καφενεία, πανδοχεία και πορνεία του λιμανιού.

Η διάλυση της θρησκευτικά ομοιογενούς συνοικίας των Λεβαντίνων ήταν αποφασιστικής σημασίας για την εντατικοποίηση των επαφών μεταξύ των εθνοθρησκευτικών ομάδων. Οι κατάλογοι διευθύνσεων του Πέρα αποδεικνύουν ότι γύρω στο 1900 ούτε στο επίπεδο του δρόμου αλλά ούτε και της πολυκατοικίας υπήρχαν πλέον εθνοθρησκευτικοί διαχωρισμοί. Το αποφασιστικό κριτήριο ήταν πια η κοινωνική ένταξη. Έτσι σε δρόμους που κατοικούσαν μέλη των μεσαίων στρωμάτων ζούσαν Λεβαντίνοι, Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες. Υπήρχαν ωστόσο κάποιες προτιμήσεις. Έτσι οι επαφές των ελληνόφωνων Λεβαντίνων με τους ορθόδοξους ήταν εντονότερες σε σχέση με τις αντίστοιχες μεταξύ Λεβαντίνων και Αρμενίων, ενώ η κοινωνική απόσταση που χώριζε τους Λεβαντίνους από τους σεφαρδίτες Εβραίους ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με εκείνη που τους χώριζε από τους νεήλυδες Ασκεναζί από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους περισσότερο Ευρωπαίους.

Στην επικοινωνία τους με μέλη άλλων εθνοθρησκευτικών ομάδων οι Λεβαντίνοι απολάμβαναν ένα ιδιαίτερα υψηλό status ως φορείς της ευρωπαϊκής κουλτούρας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Όμως σε καμιά περίπτωση δε θα τους χαρακτηρίζαμε κινητήριους μοχλούς του εκσυγχρονισμού της οθωμανικής κοινωνίας. Λειτούργησαν ως πρότυπα για την υιοθέτηση της υλικής κουλτούρας της Ευρώπης –κυρίως στη μόδα– αλλά οι φορείς των εξειδικευμένων γνώσεων στη διοίκηση, το στρατό, τη βιομηχανία, την εκπαίδευση κλπ. και οι κύριοι βηματοδότες του εκσυγχρονισμού ήταν οι νεήλυδες ειδικοί από την Ευρώπη οι οποίοι συμπεριφέρονταν συνειδητά ως Ευρωπαίοι και φρόντιζαν να διαφοροποιούνται αυστηρά από τους Λεβαντίνους.

Τα «παιχνίδια με τις ταυτότητες»
Οι Λεβαντίνοι, ως θεσμικά ανύπαρκτη ομάδα, αποτελούν παράδειγμα για μια εξαιρετικά εύκαμπτη και ευέλικτη προσαρμογή σε ένα γοργά εξελισσόμενο πολιτικό, νομικό και κοινωνικό πλαίσιο. Αυτή όμως η ευελιξία δεν αφορά παρά μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας των Λεβαντίνων, δηλαδή τη στρατηγική της επικοινωνίας με τις ευρωπαϊκές και οθωμανικές αρχές από την εύνοια των οποίων εξαρτιόταν το προνομιακό νομικό καθεστώς των Λεβαντίνων. Ο πυρήνας της ταυτότητάς τους, ο οποίος αφορούσε την πίστη στη θρησκεία και στην ομάδα η οποία καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό με όρους συγγένειας, παρέμενε ανέπαφος σε μεγάλο βαθμό. Αυτή η εσωτερική νομιμοφροσύνη είναι δύσκολα ανιχνεύσιμη στις πηγές, επειδή έπρεπε να παραμείνει κρυφή και για τις αρχές, από τη γραφειοκρατική δραστηριότητα των οποίων προέρχονται και οι περισσότερες ειδήσεις για τους Λεβαντίνους. Τελικά θα πρέπει να διακρίνουμε τη συμπεριφορά της ομάδας από τις συμπεριφορές των μεμονωμένων ατόμων.

Για τις στρατηγικές των Λεβαντίνων σε σχέση με την ταυτότητά τους η Γαλλίδα ιστορικός Marie-
Carmen Smyrnelis χρησιμοποιεί τον όρο «παιχνίδι των ταυτοτήτων». Αυτό το παιχνίδι χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη παρουσία των Λεβαντίνων μέσα και ανάμεσα σε δύο πολιτικά συστήματα ακριβώς μέσω της κατά το δυνατόν τέλειας αξιοποίησης των πλεονεκτημάτων που τους παρείχαν αυτά τα συστήματα. Πλάι στα στοιχεία της εσωτερικής ταυτότητας των Λεβαντίνων –πίστη και συγγενικές σχέσεις– εμφανίζονται και παράγοντες όπως η σχέση τους με το χώρο και η γλώσσα. Η εσωτερική σχέση των Λεβαντίνων με το ζωτικό τους χώρο είναι αναμφισβήτητη, δεν ξεπερνά όμως τα όρια της συνοικίας ή το πολύ της πόλης στην οποία ήταν εγκατεστημένοι. Οι Λεβαντίνοι του Πέρα πολύ λίγο ενδιαφέρονταν για τις τύχες των Λεβαντίνων της Σμύρνης και αντίστροφα, και αυτό παρά τις συγγενικές και κοινωνικές σχέσεις που είχαν πιθανόν αναπτύξει. Αυτός ο τοπικός κατακερματισμός δεν ξεπεράστηκε ποτέ και εμπόδιζε τις όποιες διστακτικές προσπάθειες πολιτικής χειραφέτησης. Ο περίγυρος λοιπόν τους παρείχε απλώς τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας τοπικής ταυτότητας και σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συστατικό χαρακτηριστικό του συνόλου της συγκεκριμένης εθνοθρησκευτικής ομάδας.

Αντίστοιχη ήταν η κατάσταση και με τη γλώσσα. Πολύ περισσότερο μάλιστα που η πολυγλωσσία –κατά κανόνα ελληνικά, ιταλικά, γαλλικά και τουρκικά– ήταν η συνήθης κατάσταση, παρότι, όσον αφορά στη σημασία και τη λειτουργία των γλωσσών, σημειώθηκαν αλλαγές στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Έτσι, μετά το 1850 τα γαλλικά πήραν τη θέση των ιταλικών, της παλιάς καθομιλουμένης γλώσσας του Λεβάντε. Στην πραγματικότητα όμως η κατεξοχήν γλώσσα των Λεβαντίνων ήταν η τρέχουσα δημοτική ελληνική. Άλλωστε οι ελληνορθόδοξοι βρίσκονταν πιο κοντά στους Λεβαντίνους όσον αφορά στη γλώσσα και τη νοοτροπία απ’ οποιαδήποτε άλλη εθνοθρησκευτική ομάδα. Έντυπα κείμενα γραμμένα στα φραγκοχιώτικα (ελληνικά με λαττινικούς χαρακτήρες) χρησιμοποιούνταν ακόμα και για θρησκευτικούς σκοπούς. Εξάλλου αυτή την εκδοχή των ελληνικών χρησιμοποιούσαν και για τη σύνταξη ιδιωτικών επιστολών, τραγουδιών, ακόμα και συμβολαίων. Αυτή η γλώσσα, σε αντίθεση με την καθαρεύουσα που καλλιεργούσαν οι ορθόδοξες ελίτ, περιείχε αρκετούς νεωτερισμούς επειδή ήταν πολύ κοντά σε μια μοντέρνα και φροντισμένη δημοτική.

Μέχρι τη δεκαετία του 1860 η ομάδα των Λεβαντίνων με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν πιο πάνω αναπτύχθηκε χωρίς να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα. Η ανάγκη επακριβούς καθορισμού της ταυτότητάς τους και της θέσης τους στο πεδίο του ανταγωνισμού μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των προστατριών ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν είχε ακόμα προκύψει. Η αλλαγή υπηκοότητας και σχέσης προστασίας ανάλογα με τα προσωπικά συμφέροντα του καθενός από αυτούς –είτε πρόκειται για θεσμικά είτε για επιχειρηματικά συμφέροντα– αποτελούσε συνηθισμένο φαινόμενο. Τελικά όμως οι Οθωμανοί μεταρρυθμιστές και οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες ήρθαν, κατ’ εξαίρεση, σε συνεννόηση για να μπορέσουν να ελέγξουν αυτή την οφθαλμοφανή κατάχρηση. Έτσι, το 1863 έθεσαν αυστηρούς περιορισμούς στο καθεστώς των προστατευμένων, το οποίο πια απονεμόταν αποκλειστικά σε Οθωμανούς υπαλλήλους που υπηρετούσαν στο διπλωματικό τομέα. Μάλιστα το καθεστώς της προστασίας ήταν αυστηρά προσωπικό και διαρκούσε μόνο για όσο διάστημα τα πρόσωπα αυτά ασκούσαν τα καθήκοντά τους. Σε συνέχεια των παραπάνω η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήγαγε το 1869 τη δική της υπηκοότητα. Τα μέτρα αυτά υιοθετήθηκαν και από τις δύο πλευρές με στόχο να περιορίσουν τις γκρίζες ζώνες που υπήρχαν στο νομικό τους σύστημα και να περιορίσουν τη χωρίς υποχρεώσεις εκμετάλλευση των προτερημάτων που προσέφεραν τα δύο συστήματα. Ταυτόχρονα οι ευρωπαϊκές δυνάμεις επέκτειναν την ευρωπαϊκή αντίληψη περί εθνικού κράτους και στους ομοεθνείς τους που ήταν εγκαταστημένοι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και άσκησαν πίεση για εθνικοποίηση των «παροικιών» τους στο Πέρα και το Γαλατά, την ώρα που αυτές αναδιοργανώνονταν στο εσωτερικό τους μέσω της δημιουργίας εθνικού χαρακτήρα υποδομών (σχολεία, νοσοκομεία, εμπορικά επιμελητήρια, σύλλογοι διαχείρισης του ελεύθερου χρόνου). Όποιος δε δήλωνε ξεκάθαρα την αποδοχή της νέας εθνικής ταυτότητας διέτρεχε τον κίνδυνο αποκλεισμού από την «παροικία» και υποβιβασμού στο καθεστώς του Οθωμανού υπηκόου, γεγονός που αποτελούσε σταθερά το μεγαλύτερο φόβο των Λεβαντίνων.

Το ίδιο αδύναμοι βρίσκονταν οι τελευταίοι απέναντι στην πιθανότητα αναθεώρησης των διομολογήσεων από τις οθωμανικές αρχές. Από τις μεταρρυθμίσεις της περιόδου του Τανζιμάτ δεν είχαν να περιμένουν κάτι θετικό, αφού κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού του κράτους και της κοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό προνομίων που ήταν ζωτικής σημασίας για τους Λεβαντίνους. Επειδή τα μέλη της ελίτ των Λεβαντίνων κατείχαν κορυφαίες θέσεις στο πλαίσιο των εθνικών παροικιών, δεν ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν την προάσπιση των συμφερόντων της ομάδας συνολικά. Αυτή η έλλειψη ηγεσίας διευκόλυνε τη γοργά εξελισσόμενη διαδικασία της εξωτερικής εθνικοποίησης και αφομοίωσης των Λεβαντίνων από την εκάστοτε προστάτιδα δύναμη. Λίγο μετά το 1900 αυτή η αλλαγή επηρέασε και τις υπερεθνικές δομές της εκκλησίας. Η ταύτιση με το εθνικό κράτος ήταν ένα μήνυμα που είχε συγκεκριμένο σκοπό και μεταδιδόταν κάθε φορά ανάλογα με τους αποδέκτες του.

Όσον αφορά στην κοινωνικοπολιτισμική πραγματικότητα και την καθημερινή ζωή, η κατάσταση άλλαξε ελάχιστα μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα περιθώρια ελιγμών μεταξύ των δύο συστημάτων που παραδοσιακά διέθεταν οι Λεβαντίνοι είχαν σχεδόν εξαφανιστεί: η αυστηρότερη νομοθεσία των ευρωπαϊκών δυνάμεων σε σχέση με τα διαβατήρια έθετε πλέον ως προϋπόθεση για την απόκτηση υπηκοότητας κάποιας ευρωπαϊκής χώρας τη μόνιμη εγκατάσταση του ενδιαφερόμενου στη χώρα αυτή. Το καθεστώς της προστασίας δεν παρείχε πια προστασία από τις επεμβάσεις των οθωμανικών αρχών και η αλλαγή θεσμικού καθεστώτος ήταν πια σχεδόν αδύνατη εξαιτίας των αυστηρών ελέγχων όχι μόνο των οθωμανικών, αλλά και των ευρωπαϊκών αρχών.

Αργότερα, όταν υπό την εξουσία των Νεότουρκων η εθνοποιητική διαδικασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πέρασε σε μια αποφασιστική περίοδο κατά την οποία αναγγελλόταν η απομάκρυνση από τις εθνοθρησκευτικές κοινωνικές δομές, το τέλος των Λεβαντίνων ήταν πια ορατό. Τώρα καλούνταν να πληρώσουν το γεγονός ότι στο παρελθόν κινούνταν σταθερά ανάμεσα στα δύο συστήματα. Σε αντίθεση με άλλες ομάδες χριστιανών που ζούσαν στη Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως οι Ελληνορθόδοξοι, οι Γρηγοριανοί Αρμένιοι, οι Βούλγαροι, ακόμα και οι Αρωμούνοι, οι Λεβαντίνοι δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν το δικό τους έθνος. Αυτή η αδυναμία εξηγείται από την ενδιάμεση θεσμική τους θέση μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των εκάστοτε προστατριών τους δυνάμεων. Άλλωστε τους έλειπαν και όλες οι ουσιώδεις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο: ένας ικανός αριθμός μελών, ένας περιχαρακωμένος γεωγραφικός χώρος, μια κοινή γλώσσα ή η δυνατότητα ανάπτυξης μιας εθνικής επίσημης γλώσσας, μια ηγετική ομάδα με την ικανότητα διατύπωσης πολιτικών αιτημάτων. Πέρα και πάνω απ’ όλα όμως τους έλειπε η θέληση να διαμορφώσουν το μέλλον τους εντός του οθωμανικού συστήματος.

Οι Λεβαντίνοι ήταν μια απολιτική ομάδα. Τα διαβατήρια και τα μπεράτια θεωρούνταν εγγύηση για την κοινωνική και οικονομική ευημερία της ομάδας και έτσι οι Λεβαντίνοι προτίμησαν να αποδεχτούν έστω και εξωτερικά τη νέα ταυτότητα που προπαγάνδιζαν οι προστάτες τους. Το καθεστώς των διομολογήσεων που προερχόταν από το Μεσαίωνα θεωρούνταν αναχρονιστικό στην εποχή των εθνικών κρατών και από τους Οθωμανούς και από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Το ίδιο ξεπερασμένη φάνταζε στις αρχές του 20ού αιώνα η συγκρότηση της ταυτότητας των Λεβαντίνων με αποκλειστικά θρησκευτικά κριτήρια. Η διαδικασία κοινωνικού εκσυγχρονισμού αγνόησε τους Λεβαντίνους. Δεν τους κατάστρεψε, αλλά μάλλον τους άφησε να εξαφανιστούν ως ομάδα. Οι περισσότεροι Λεβαντίνοι δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τα συνεχιζόμενα εμπόδια που τέθηκαν στην επαγγελματική δραστηριότητα των ξένων στην Τουρκία μετά το 1923, αλλά ούτε και την ξενοφοβία που χαρακτήριζε τη νομοθεσία της νέας Τουρκικής Δημοκρατίας.
       

1. Χαρακτηριστικά ονόματα Λεβαντίνων το 1800: Arlaud, Beuf, Boyer, Castagne, Crespin, Dalmas, Dejean , Gravier (καταγόμενοι από τη Γαλλία). Για καθολικούς γεννημένους στα νησιά και την Κωνσταντινούπολη: Babacari, Ballari, Caro, Castelli, Corpi, Corpi-Giustiniani, Dapei, Dhamalà, Drossa, Gallici, Lapiera, Livadhari, Magnifico, Mamachi, Marcello, Marcopoli, Mazzolini, Peri, Privileggio, Rugieri, Salgani, Sari, Stefano, Timoni, Xanthachi.

Author(s) : Schmitt Oliver (12/14/2007)Translation : Καραχρήστος ΙωάννηςFor citation: Schmitt Oliver, «Λεβαντίνοι στην Κωνσταντινούπολη»,Encyclopaedia of the Hellenic World, ConstantinopleURL: Levantiner in Konstantinopel (12/4/2008 v.1)         Λεβαντίνοι στην Κωνσταντινούπολη (5/28/2009 v.1)         Levantines in Constantinople - has not been published yet


Levantiner in Konstantinopel

Author(s) : Schmitt Oliver (12/14/2007)

For citation: Schmitt Oliver, "Levantiner in Konstantinopel", 2007,
Encyclopaedia of the Hellenic World, Constantinople
URL:
Levantiner in Konstantinopel (12/4/2008 v.1)         Λεβαντίνοι στην Κωνσταντινούπολη (5/28/2009 v.1)         Levantines in Constantinople - has not been published yet        


1. Der Terminus "Levantiner" und die Genese einer ethnokonfessionellen Gruppe


Der Terminus "Levantiner" wird erst in jüngster Zeit von der Forschung in einheitlicher Form verwendet worden. Im 19. Jhd. kristallisierte sich eine Verengung des Begriffs heraus, der nicht mehr alle nichtmuslimischen Bewohner ostmittelmeerischer Hafenstädte bezeichnet, sondern nur noch die überwiegend europäischstämmigen Katholiken des römischen Ritus.

Die Levantiner unterscheiden sich von den anderen ethnokonfessionellen Gruppen des osmanischen Reiches vor allem durch ihren supranationalen Charakter. Im Gegensatz etwa zu orthodoxen Griechen und den Armeniern unternahmen sie auch nicht ansatzweise den Versuch, eine gemeinsame ethnische Herkunft zu beanspruchen. Im Gegenteil, die wenigen Selbstaussagen von Levantinern, die erst zu Beginn des 20. Jahrhunderts entstanden sind, betonen den ethnischen Mischcharakter der Gruppe und bestätigen damit ein in der europäischen Publizistik der Zeit gängiges Klischee. Dieses Bild gilt es anhand der Quellen kritisch zu hinterfragen. Die Register der katholischen Pfarreien bieten die Daten, die zur Rekonstruktion der Genese einer übernationalen Gruppe benötigt werden. Die Genese der Levantiner erstreckt sich über mehrere Jahrhunderte und blieb bis zu Beginn des 20. Jahrhunderts ein äußerst dynamischer Prozess. Die Levantiner bieten dabei das Beispiel einer nur sozioökonomisch und kulturell, nicht aber politisch und verfassungsrechtlich existenten Gruppe, die trotz dieses – vermeintlichen - Nachteils faktisch – denn eine bewusste Assimilation der Neuzuwanderer aus Europa wurde nicht betrieben – eine ausgeprägte Integrationskraft aufwies.

2. Die Inselkatholiken und die Peroten

Die Entstehung der Gruppe lässt sich in mehrere zeitliche Etappen gliedern: am Anfang standen die Nachfahren italienischer, vorwiegend venezianischer und genuesischer Kaufleute und Siedler, die sich vor und vor allem nach dem vierten Kreuzzug im Ägäisraum niedergelassen hatten und nach der osmanischen Eroberung Konstantinopels in der Levante geblieben waren; zum einen als osmanische Untertanen bzw. rechtlich privilegierte Ausländer, zum anderen als Bewohner der bis in das 17. Jahrhundert, im Falle von Tinos bis 1718, venezianisch beherrschten Ägäisinseln. Dieser ägäische Katholizismus griechischer Kulturprägung spielte auf den Inseln Chios, Naxos, vor allem aber Tinos, Syros und Santorin eine sehr bedeutende Rolle; viele katholische Orden, von den Kapuzinern bis zu den Lazaristen, waren in der Levante aktiv. Diese gräzisierten Inselbewohner sollen im folgenden als Inselkatholiken bezeichnet und so von den sog. Peroten, den katholischen Bewohnern des Konstantinopler Vororts Pera, unterschieden werden. Während die Inselkatholiken sich in Sprache und Lebensweise kaum von den orthodoxen Bewohnern der Inseln unterschieden und in der Regel in der Seefahrt, der Fischerei, dem einfachen Handwerk – oft als Wanderarbeiter – und der Landwirtschaft tätig waren, dominierten in Pera Geschlechter, die sich auf genuesische Patrizierfamilien zurückführten und als Dragomane/Übersetzer bei den europäischen Gesandtschaften und bis zum endgültigen Aufstieg der Phanarioten auch bei der Pforte die Orientpolitik der Mächte im wesentlichen prägten. Durch Heiratsbündnisse eng miteinander verflochten, bildeten sie eine kompakte Gruppe, die den Anspruch auf adligen Rang nach europäischem Muster erhob; auch sie sprachen Griechisch und folgten in Kleidung und Sitten einheimischen Vorbildern. Im späten 17. und besonders im 18. Jahrhundert erfolgte durch das Auftreten der Seemächte England und Holland und das verstärkte wirtschaftliche Engagement Frankreichs, seit dem 16. Jahrhundert offizielle Schutzmacht der Levantekatholiken, eine erste Erweiterung der Gruppe, sowohl zahlenmässig wie auch räumlich. In Pera blieb die Diplomatie Schwerpunkt der katholischen Bewohner, in Smyrna dominierte eindeutig der Handel. Um 1800 bildeten die Levantiner in Pera und dem Hafenviertel Galata eine verhältnismässig kleine 2400 Personen zählende Gemeinschaft. Um 1900 lebten in Galata- Pera rund 60.000 Levantiner und Europäer, d.h. rund 3% der Stadtbevölkerung. Dieser Zuwachs ist das Ergebnis einer massiven Zuwanderung vor allem aus Europa, doch auch von den Inseln, aus Kleinasien und dem Nahen Osten.

3. Die katholischen Zuwanderer

Im 19. Jahrhundert verschmolzen durch Heiraten katholische Zuwanderer aus Europa mit katholischen Migranten aus dem Ostmittelmeerraum – Dalmatiner, Maltesen und Ionier – und katholischen bzw. unierten Armeniern und Arabern, die vor Krieg, Verfolgung und wirtschaftlicher Not nach Konstantinopel abgewandert waren. Dieser Verschmelzungsprozess dauerte beinahe ein Jahrhundert lang und war erst um 1900 weitgehend abgeschlossen. Die Heiratsregister der Pfarreien belegen, dass die katholischen Zuwanderer aus Ost und West ein in unterschiedlichem Masse hohes Endogamieverhalten zeigen: besonders die ostmediterranen Zuwanderer, v.a. die Maltesen, bildeten noch im letzten Viertel des 19. Jahrhunderts kompakte Herkunftsgemeinschaften.

Die Zuwanderer aus Europa gelangten aus unterschiedlichen Motiven in den osmanischen Ägäisraum; daher ist ihr Integrationsverhalten differenziert zu betrachten. Seit der französischen Revolution ist die Einwanderung ein Spiegel der europäischen Geschichte: auf französische Royalisten folgten Anhänger Napoleons – darunter etwa sein Polizeiminister Savary -, dann aber polnische und ungarische Emigranten und italienische Carbonari, Mazzinianer und Garibaldisten. Häufig war der Unterschied zwischen politischen Emigranten und Kriminellen fliessend. Der Abenteurer ist ein eigener ostmediterraner Typus, der eine genauere Untersuchung verdiente. Das fluktuierende Bevölkerungselement ist in den typischen Hafenstädten wie Galata nicht zu unterschätzen. Mit dem Beginn des Tanzimat verbesserten sich die Lebensumstände von Christen im osmanischen Reich, und zugleich wuchs der Bedarf an europäischen Spezialisten für die Modernisierung des Reichs, diese wiederum benötigten für die Fortführung eines europäischen Lebensstils, der auch von der einheimischen, besonders der nichtmuslimischen Elite übernommen wurde, eine grosse Zahl von beruflich spezialisierten Zuwanderern - vom Friseur bis zum Kutschenbauer. Diese Einwanderer waren überwiegend Männer – man geht von einem Verhältnis von 5:1 Männer: Frauen aus. Viele von ihnen blieben im osmanischen Reich und heirateten einheimische Katholikinnen. Franzosen, Briten, Deutsche wurden so innerhalb von einer Generation in die einheimische katholische Gemeinschaft integriert und kulturell - durch sprachliche Gräzisierung - assimiliert. Die Zuwanderer aus Südeuropa, v.a. Italien, wurden durch Heiraten derart rasch assimiliert, dass im Jahre 1905 in einer Konsulatsstatistik von Konstantinopel 75% der Inhaber eines italienischen Passes als Levantiner bezeichnet wurden. Um 1900 waren die letzten Reste endogamer Inseln innerhalb der katholischen Gemeinschaft weitgehend verschwunden. Der Männerüberschuss und die schwindende ideologische Bindekraft der katholischen Kirche führten zu einer Expansion in das griechisch- orthodoxe und armenische, in geringerem Masse in das jüdische Milieu. Konfessionelle Mischehen nahmen zu Beginn des 20. Jahrhunderts sehr stark zu. Um 1900 waren durch die Vermischung katholischer Europäer, Peroten und Inselkatholiken mit arabischen und armenischen Katholiken und den ostmediterranen Zuwanderern sowie Angehörigen der nichtmuslimischen Millets eine Gruppe entstanden, die jeden Herkunftscharakter verloren hatte und sich durch die katholische Konfession, einen betont europäischen Lebensstil – besonders sichtbar in der materiellen Kultur: Konsumgüter, Kleidung und Wohnung – und eine besondere Rechtsstellung auszeichnete.

4. Die Rechtsstellung der Levantiner

Diese Rechtsstellung war keine Eigentümlichkeit der Levantiner, da auch Angehörige der orthodoxen, armenischen und jüdischen Millets verschiedenen rechtlichen Kategorien angehören konnten. Die Levantiner unterschieden sich aber von diesen Gruppen dadurch, dass sie in der Regel eine privilegierte Rechtsstellung besassen. Levantiner sind katholische Christen, die im islamischen Machtbereich dauerhaft leben und sich daher dem islamischen Staats- und Gesellschaftsmodell anpassen müssen. Das islamische Recht unterscheidet bei Nichtmuslimen zwischen steuerpflichtigen Untertanen (zimmis oder reayas) und von Abgaben befreiten Ausländern, die freilich nur eine beschränkte Zeit Wohnsitz im islamischen Machtbereich haben dürfen (sog. Harbis). Von Anfang an, d.h. seit 1453, gehörten Levantiner beiden Kategorien an, denn Mehmed II. betrachtete die nach der Halosis in Galata verbliebenen Franken, d.h. Genuesen, als osmanische – kopfsteuerpflichtige – Untertanen. Nur zeitweilig sich aufhaltende genuesische Kaufleute galten aber als Harbis, ebenso die Venezianer, mit denen Mehmed II. 1454 einen Handelsvertrag abschloss, in dem modellhaft für spätere Abkommen gleichen Typs mit Frankreich, England, den Niederlanden, Preussen, Österreich, Schweden usw. die besonderen Vorrechte der Harbi- Franken festgelegt waren, Vorrechte, die auf diplomatischen Druck der europäischen Mächte im Laufe der Zeit eine immer weitere Ausdehnung erfuhren und zu Beginn des 19. Jahrhunderts folgende Elemente umfassten: Steuerfreiheit, konsulare Gerichtsbarkeit bei Streitfällen zwischen zwei Ausländern, im 19. Jahrhundert gemischte Gerichte bei Streitfällen zwischen Osmanen und Ausländern: de facto also wurden Ausländer dem osmanischen Rechtssystem entzogen; polizeilicher Zugriff der osmanischen Behörden auf Ausländer nur in Anwesenheit eines Diplomaten, Schutz des Domizils. Diese Privilegien wurden bald auch auf die osmanischen Angestellten der europäischen Konsulate und Gesandtschaften ausgedehnt, was v.a. die Dragomane, unter ihnen viele Levantiner, betraf. Als sog. Schutzgenossen/Protégés konnten sie diese Privilegien auf ihre Familie übertragen und sogar vererben. In der zweiten Hälfte des 18. Jhd.s und der ersten Hälfte des 19. Jhd.s verteilten bzw. verkauften die europäischen Diplomaten derartige Schutzbriefe auch an Reayas, die nicht im diplomatischen Dienst standen. Nach den osmanischen Bezeichnungen der Schutzbriefe wurden diese privilegierten Personen als Fermanlı bzw. Beratlis/Barattario/barataire bezeichnet. Viele levantinische, orthodoxe, armenische und jüdische Zimmis erwarben derartige Schutzbriefe, die europäischen Mächte bauten zudem durch eine grosszügige Vergabe Anhängerschaften im osmanischen Reich auf. In der ersten Hälfte des 19. Jhd.s gestaltete sich der Erwerb, aber auch der Wechsel der Schutzgenossenschaft ausserordentlich leicht. Dies öffnete einem opportunistischen Verhalten Tür und Tor: geschickte Zimmis wechselten den Schutz je nach Einfluss und Strenge des Rechtssystems der jeweiligen Macht. Doch nicht alle Levantiner kamen in den Genuss derartiger Privilegien. Die levantinischen Zimmis – überwiegend Inselkatholiken sowie katholische Araber und Armenier - bildeten kein Millet und hatten daher keine von der Pforte anerkannte Vertretung. Die katholische Amtskirche pflegte keine offiziellen Beziehungen zur osmanischen Regierung, dies wurde traditionell von der französischen Botschaft übernommen. Durch die Zuwanderung von Zimmi-Katholiken aus Kleinasien und dem arabischen Raum und die Schaffung eines armenisch- katholischen Millets (1831) stellte sich die Frage nach der Rechtsstellung dieser Gruppe. Gelöst wurde sie auf Betreiben des apostolischen Vikariats von Konstantinopel zu Beginn der vierziger Jahre durch die Schaffung einer „Gemeinschaft der lateinischen Rayas“ unter einem Vekil, der in Galata-Pera erblich von der Familie Vartalithi gestellt wurde. Da die Latin rayası kein Millet bildeten, war ihre Stellung von Anfang an her schwach, und ihre Angehörigen bemühten sich weiterhin um europäische Schutzbriefe. Die rechtliche Zersplitterung der Levantiner auf vollwertige Harbis, Schutzgenossen und Zimmis verhinderte ein gemeinsames politisches Agieren der Gruppe, politische Bestrebungen nach dem Vorbild der geschlossen auftretenden orthodoxen Griechen und gregorianischen Armenier vermochten die Levantiner auch nicht ansatzweise zu entwickeln. Individuell bemühten sie sich um einen sozioökonomischen Aufstieg durch Erlangung europäischer Papiere.

5. Die gesellschaftliche Struktur der Levantiner

Die gesellschaftliche Struktur der Levantiner war durch das rasante Wachstum der Gruppe im 19. Jhd. einem tiefgreifenden Wandel unterworfen. Schon um die Mitte des 19. Jhd.s war die soziale Ausdifferenzierung vormals kleiner kompakter katholischer Kaufmanns- bzw. Dragomangemeinschaften weit vorangeschritten: früher als die Griechen und Armenier bildeten die Levantiner ein Wirtschaftsbürgertum nach europäischem Vorbild, das materielle Kultur und Lebensstil des bewunderten Modells Frankreich nachahmten. Der Aufschwung des Handels ermöglichte vielen ärmeren Handwerker- und Händlerfamilien den sozialen Aufstieg, gleichzeitig wurden die alten Dragomangeschlechter in den Hintergrund gedrängt: in der Diplomatie wurden sie durch europäische Karrierediplomaten mit orientalistischer Ausbildung (man denke nur an einen Hammer- Purgstall) verdrängt, ihr Adelsdünkel hielt sie vom Handel fern. Nach dem Vorbild des europäischen Adels verbanden sich einige Familien mit den sozialen Aufsteigern aus Handel und Bankwesen. Vor dem Auftreten der europäischen Grossbanken nach dem Krimkrieg und besonders nach der Grossen Orientkrise bildeten die sog. Galata Bankers den Kern der osmanischen Finanzwelt; in diesem Rahmen pflegte die levantinische Finanzelite enge Kontakte zu den griechischen, armenischen und jüdischen Bankiers des Reiches. In der zweiten Hälfte des 19. Jhd.s vergrösserten Zuwanderer aus Europa, hohe Beamte, Offiziere, Ingenieure, Bankiers, Grosskaufleute, diese Elite, grenzten sich aber nicht selten deutlich gegen die levantinische Oberschicht ab, was sich u.a. in einer Verschärfung des europäischen Levantinerdiskurses widerspiegelt. Die Zuwanderung beförderte auch die Ausbildung einer um 1800 noch kaum vorhandenen Mittelschicht aus Fachhandwerkern, Ladenbesitzern, Lehrern und neu: Freiberuflern wie Anwälten, Ärzten und Journalisten, die alle die Nachfrage nach Attributen europäischen Lebens im osmanischen Reich befriedigten. Die Unterschicht wuchs aber durch die Zuwanderung von maritimem Proletariat an, das durch den engen Kontakt zur griechischen Unterschicht teilweise assimiliert, d.h. gräzisiert wurden. Ähnliches gilt für das besonders im Krimkrieg explosionsartig gewachsene kriminelle Milieu in Galata und Pera.

6. Die gruppenkonstitutiven Elemente

Die bisher vorgestellten ethnischen, rechtlichen und sozialen Charakteristika der Levantiner, die alle eher auf Verwerfungslinien denn auf einigende Momente hindeuten, werfen die Frage nach den gruppenkonstitutiven Elementen auf. Was machte die Levantiner, die kein Millet bildeten, sondern politisch und rechtlich zwischen dem osmanischen Staat und den europäischen Mächten oszillierten, zu einer Gruppe? Zunächst und vor allem die Konfession, die Zugehörigkeit zur katholischen Kirche des römischen Ritus, die sie auch von den unierten Armeniern und Arabern abhob und in den Augen der osmanischen Gesellschaft zu „Franken“ machte, die im 18. und besonders im 19. und 20.Jhd. ein hohes Sozialprestige genossen, das sich aus ihrer privilegierten Rechtsstellung und im 19./20.Jhd. aus dem Vorbildcharakter der europäischen Kultur und Lebensweise speiste. In einer konfessionell organisierten Gesellschaft wie dem osmanischen Reich bildete der Glaube das zentrale Moment der rechtlichen Zugehörigkeit und der Identität. Als kleine und lange Zeit nicht nur von den Muslimen, sondern v.a. von den Orthodoxen und den Armeniern bedrohte Gruppe - das gilt besonders für die katholischen Zimmis, die die Dienste der christlichen Millets z.B. für Prozesse und Begräbnisse in Anspruch nehmen mussten - wirkte die katholische Konfession als ausserordentlich starkes Moment der Identität. Die alteingesessenen Levantinerfamilien1 pflegten bis weit in das 20. Jhd. hinein eine ausgeprägte Treue zur Amtskirche und setzten sich so von den Zuwanderern aus Europa deutlich ab. Ihren Katholizismus lebten die Levantiner nicht nur in den Gottesdiensten, vielmehr bekleideten die alten Geschlechter und die Elite der Neuzuwanderer die wichtigsten Ämter in der grossen Zahl von Laienbruderschaften und katholischen Vereinen, die nach dem Krimkrieg eine grosse Blüte erlebten. In Pera gruppierte sich um die alte Comunità von S. Anna der Kern der Dragomanfamilien, im 19. Jhd. wurde die karitative Vereinigung Artigiana di Pietà gegründet, die vom Sultan und den Botschaftern unterstützt wurde und der levantinischen, europäischen, aber auch der osmanisch- christlichen Elite als Plattform der Kommunikation diente. Diese katholische Infrastruktur umfasste insbesondere auch ein gut ausgebautes Schulwesen, Krankenhäuser, Armen- und Altenasyle und bot der levantinischen Elite ein weites Welt des sozialen und karitativen Engagements nach europäischem, aber auch einheimischen Vorbild - man denke besonders an die parallelen Einrichtungen der Griechen und Armenier.

Ein Bindeglied von kaum zu überschätzender Bedeutung waren die Verwandtschaftsbeziehungen; die meisten auswärtigen Beobachter stimmen darin überein, dass der Familiensinn der Levantiner „bis ins Extrem getrieben sei“. Bis zum Ende des 19. Jhd.s kam es mit Ausnahme der Unterschicht kaum zu konfessionellen Mischehen; dafür pflegten die Dragoman- und Kaufmannfamilien eine gezielte Heiratspolitik; die genealogische Forschung hat umfangreiche Beziehungsnetzwerke freigelegt, die im wesentlichen die Gruppe trugen und ausmachten. Eng mit diesen familiären Beziehungen verbunden war die Zusammenarbeit im Geschäftsleben besonders in Konkurrenz zu den orthodoxen Griechen, Armeniern und Juden. Die Handelsalmanache von Konstantinopel listen hiefür zahlreiche Beispiele auf. Konfession, Familie und Geschäft waren konstitutive Elemente der Gruppe.

7. Die interkonfessionellen Kontakte

Trotz einer fehlenden rechtlichen Klammer existierten die Levantiner als soziale und wirtschaftliche Einheit und sind in diesem Sinne mit den christlichen Millets zu vergleichen.

Als von der Aussenwelt deutlich als eigene Einheit aufgefasste Gruppe traten die Levantiner im gesellschaftlichen und wirtschaftlichen Leben des Reiches auf. Besonders im Geschäftsleben und im öffentlichen Raum gestalteten sich die Beziehungen zu sozial gleich gestellten Angehörigen der nichtmuslimischen Millets eng: die Börse von Galata, die gemischten Gerichte, die Handelskammern, die im 19. Jhd. eingerichteten Kasinos, die neuen europäischen Hotels, Restaurants, Lektüreclubs und Cafés, die Parks von Pera waren Schauplätze der Elitenkommunikation. Am unteren Ende der sozialen Skala trafen Levantiner und Angehörige anderer ethnokonfessioneller Gruppen in den Schenken, Kaffeehäusern, Mietwohnungen und Bordellen der Hafenviertel zusammen.

Von entscheidender Bedeutung für die Intensivierung des interkonfessionellen Kontakts war die Auflösung konfessionell homogener levantinischer Viertel. Die Adressverzeichnisse von Pera etwa belegen, dass um 1900 selbst auf der Ebene der Strasse und des Mehrfamilienhauses keine ethnokonfessionellen Schranken mehr bestanden. Entscheidend war das Kriterium der sozialen Zugehörigkeit, so lebten in Strassen der Mittelschicht levantinische, griechische, armenische und jüdische Angestellte und Freiberufler zusammen. Wahrnehmbar sind jedoch gewisse Präferenzen, so war der Kontakt zwischen den gräkophonen Levantinern und Orthodoxen wesentlich intensiver als etwa zwischen Levantinern und Armeniern, die soziale Distanz zu den sephardischen Juden war grösser als zu den neuzugewanderten, sich europäischer gebenden Aschkenasen aus Mittel- und Ostmitteleuropa. In der Kommunikation mit Angehörigen anderer ethnokonfessioneller Gemeinschaften genossen die Levantiner zwar das Prestige des Europäertums, als Vermittler europäischer Kultur, hier: als Motor allgemein der Modernisierung der osmanischen Gesellschaft, kann man sie jedoch kaum bezeichnen. Sie nahmen eine Vorbildrolle bei der Übernahme der materiellen Kultur Europas - besonders in der Mode - ein, die Vermittler von Fachwissen in Verwaltung, Militär, Industrie, Unterrichtswesen usw. und die eigentlichen Schrittmacher der Modernisierung waren aber neuzugewanderte Spezialisten aus Europa, die bewusst als Europäer auftraten und sich von den Levantinern scharf abgrenzten.

8. Die Identitätsstrategien der Levantiner

Als verfassungsrechtlich inexistente Gruppe sind die Levantiner ein Beispiel für eine äusserst flexible und geschmeidige Anpassung an sich rasch verändernde politische, rechtliche und gesellschaftliche Rahmenbedingungen. Diese Flexibilität kennzeichnet aber nur die äussere Identität der Levantiner, d.h. die Strategie in der Kommunikation mit den europäischen bzw. osmanischen Behörden, von deren Wohlwollen die privilegierte Rechtsstellung der Levantiner abhing. Weitgehend unberührt blieb die innere Identität, die Loyalität zur Konfession und zur verwandtschaftsmässig definierten Gruppe. Diese innere Loyalität ist in den Quellen schwer fassbar, da sie vor den Behörden, aus deren Amtsstuben die Nachrichten zu den Levantiner fast ausschliesslich stammen, verborgen werden musste. Schliesslich ist zu differenzieren zwischen dem Verhalten der Gruppe und der einzelnen Individuen, diese Kategorien gliedern die folgenden Bemerkungen. Für die Identitätsstrategien der Levantiner ist von der Pariser Historikerin Marie-Carmen Smyrnelis der Begriff des „Spiels der Identitäten“ verwendet worden. Dieses Spiel ist durch die Existenz in und zwischen zwei politischen Systemen unter optimaler Ausnützung von deren Vorteilen gekennzeichnet.

Neben die Elemente der inneren Identität der Levantiner - Glaube und Verwandtschaftsbeziehungen – treten die Faktoren Raumbezug und Sprache. Eine innere Verbundenheit zum unmittelbaren Lebensraum ist unverkennbar, doch geht sie nicht über das Stadtviertel und die Stadt hinaus. Die Peroten interessierten sich nur wenig für das Schicksal der Smyrnioter Levantiner - und umgekehrt, dies trotz verwandtschaftlicher und geschäftlicher Beziehungen. Diese räumliche Fragmentierung wurde nie überwunden und behinderte die zaghaften Ansätze politischer Emanzipation. Die lebensräumliche Umgebung bot nur eine lokale Identität und kam als konstitutives Element der Gesamtgruppe nicht in Frage.

Genauso wenig spielte eine gemeinsame Sprache eine Rolle; vielmehr war die Mehrsprachigkeit - in der Regel Griechisch, Italienisch, Französisch und Türkisch- an der Tagesordnung, wobei die Bedeutung und Funktion im Laufe des 19. Jhds. Änderungen unterworfen waren, so lief das Französische der alten Umgangssprache der Levante, dem Italienischen, nach 1850 den Rang ab. Am ehesten ist das Volksgriechische als Sprache der Levantiner zu bezeichnen. Überhaupt standen die orthodoxen Griechen den Levantinern von allen ethnokonfessionellen Gruppen des osmanischen Reiches in Sprache und Mentalität am nächsten. Frankochiotika-Texte wurden für kirchliche Zwecke sogar gedruckt, daneben finden sich Privatbriefe, Lieder und sogar Verträge in dieser Sonderform des Griechischen, die im Gegensatz zu der von den Orthodoxen kultivierten Reinsprache sprachlich innovativ, weil einer modernen gepflegten Dimotiki sehr nahe, war.

Bis in die sechziger Jahre des 19. Jhd.s entwickelte sich die Gruppe mit den genannten Charakteristika ohne grössere äussere Beeinträchtigungen. Die Frage einer Präzisierung ihrer Identität und ihrer Stellung im Spannungsfeld von osmanischem Reich und ihren Schutzmächten stellte sich nicht. Der Wechsel von Staatsangehörigkeit und Schutzverhältnis ganz nach persönlichem – rechtlichem und geschäftlichem – Vorteil war eine gängige Erscheinung. Die osmanischen Reformer und die europäische Diplomatie fanden aber schliesslich ausnahmsweise zusammen, um diesen offenkundigen Missbräuchen einen Riegel zu schieben, und schränkten 1863 den Protégéstatus massiv ein – verliehen wurde er nur noch den tatsächlichen osmanischen Angestellten im diplomatischen Dienst und zwar ad personam und nur für die Dauer der Dienstzeit - und 1869 führte das osmanische Reich eine eigene Staatsbürgerschaft ein. Diese Massnahmen wurden von beiden Seiten ergriffen, um rechtliche Grauzonen zu beseitigen und das von Pflichten losgebundene Profitieren von Vorzügen beider Systeme zu unterbinden. Gleichzeitig übertrugen die europäischen Mächte das europäische Konzept des Nationalstaates auch auf ihre Konationalen im osmanischen Reich und schufen den Nationalisierungsdruck auf ihre „Kolonien“ (Niederlassungen) in Galata und Pera, indem diese durch den Aufbau einer nationalen Infrastruktur (Schulen, Krankenhäuser, Handelskammern, Vereinswesen, Freizeitgestaltung) zu straff organisierten Vertretungen der jeweiligen Machtinteressen umgestaltet wurden. Wer kein klares Bekenntnis zu der neuen nationalen Identität ablegte, drohte aus der „Kolonie“ ausgeschlossen zu werden und zum osmanischen Untertanen herabzusinken - und dies war stets die grösste Furcht der Levantiner. Ebenso machtlos standen sie der Unterhöhlung der Kapitulationen durch die osmanischen Behörden gegenüber. Den Tanzimatreformen vermochten sie kaum positive Seiten abzugewinnen, da jede Modernisierung von Staat und Gesellschaft die Beseitigung der für die Levantiner so wichtigen Privilegien nach sich zog. Da die levantinische Elite Spitzenpositionen in den nationalen Kolonien übernommen hatte, fehlte ihr das Interesse, sich für die Gesamtgruppe einzusetzen. Das Fehlen einer Gruppenführung erleichterte den rasch voranschreitenden Prozess der – äusserlichen - Ethnisierung und identitätsmässigen Assimilierung der Levantiner an die jeweilige Schutzmacht. Kurz nach 1900 waren auch die übernationalen kirchlichen Strukturen von diesem Wandel erfasst worden. Das Bekenntnis zum Nationalstaat war eine zweckorientierte Botschaft, die adressatengerecht kommuniziert wurde. An der soziokulturellen Realität, der Weiterexistenz der Gruppe im Alltag, änderte sich bis zum Beginn des 20. Jhd.s nur wenig. Am Vorabend des ersten Weltkrieges war der Spielraum der Levantiner zwischen den beiden Systemen jedoch beinahe verschwunden: verschärfte Passgesetze der Mächte machten den Erwerb einer europäischen Staatsangehörigkeit von der Wohnsitznahme im entsprechenden Land abhängig, der Protégéstatus vermochte kaum noch vor den Übergriffen der osmanischen Behörden zu schützen, das Wechseln des Rechtsstatus war angesichts der genauen Kontrolle durch die osmanischen und europäischen Behörden kaum mehr möglich.

Spätestens als unter den Jungtürken die Ethnisierung und Nationalisierung des osmanischen Staates in eine entscheidende Phase getreten war, als die Abkehr von der konfessionellen Gesellschaftsstruktur sich ankündigte, war das Ende der Levantiner absehbar. Jetzt rächte es sich, dass sie stets zwischen beiden Systemen laviert hatten. Im Gegensatz zu anderen christlichen Gruppen im osmanischen Reich, so etwa den orthodoxen Griechen, den gregorianischen Armeniern, den Bulgaren und sogar den Aromunen gelangten die Levantiner nicht zu einer auch nur ansatzweisen Ausbildung einer eigenen Nation. Begründet lag dies in ihrer rechtlichen Zwischenstellung zwischen dem osmanischen Reich und ihren Schutzmächten; dann fehlten ihnen auch sonst alle wesentlichen Voraussetzungen: eine ausreichende Zahl, räumliche Geschlossenheit, eine gemeinsame Sprache – bzw. die Möglichkeit der Entwicklung einer nationalen Hochsprache, eine eigene Führungsschicht mit der Fähigkeit, politische Interessen zu formulieren - vor allem aber fehlte der Wille, eine politische Zukunft innerhalb des osmanischen Systems aufzubauen. Die Levantiner waren eine unpolitische Gruppe. Pass und Schutzbrief wurden als Rückversicherung für die soziale und wirtschaftliche Existenz verstanden, und so zogen die Levantiner es vor, das von ihren Schutzmächten propagierte neue Identitätsmuster äusserlich anzunehmen. Die aus dem Mittelalter stammenden Kapitulationen waren im Zeitalter des Nationalstaates zu einem für das osmanische Reich wie die europäischen Mächte ärgerlichen Anachronismus geworden, ebenso überholt wirkte zu Beginn des 20. Jhd.s der rein konfessionelle Identitätsbezug der Levantiner. Die gesellschaftliche Modernisierung ging über die Levantiner hinweg - sie zerstörte die Gruppe nicht, eher liess sie sie verschwinden. Den nach 1923 verhängten weitgehenden Berufsverboten für Ausländer und der ausländerfeindlichen Gesetzgebung der jungen türkischen Republik mussten die meisten Levantiner weichen.

       

1. Typische Namen waren um  1810: aus Frankreich stammend: Arlaud, Beuf, Boyer, Castagne, Crespin, Dalmas, Dejean , Gravier; Inselkatholiken bzw. in Konstantinopel geborene Katholiken: Babacari, Ballari, Caro, Castelli, Corpi, Corpi- Giustiniani, Dapei, Dhamalà, Drossa, Gallici, Lapiera, Livadhari, Magnifico, Mamachi,  Marcello, Marcopoli, Mazzolini, Peri, Privileggio, Rugieri, Salgani,  Sari, Stefano, Timoni, Xanthachi.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου