4/3/10

Νομισματοκοπείο Αντιόχειας - Mint of Antioch


1. Εισαγωγή

Το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας αποτέλεσε το δεύτερο σημαντικότερο νομισματοκοπείο της Πρωτοβυζαντινής περιόδου έπειτα από αυτό της Κωνσταντινούπολης.1 Ιδρύθηκε επί Αναστασίου Α΄ (491-518) και παρέμεινε ενεργό –με κάποιες μικρές διακοπές– έως τη βασιλεία του Φωκά (602-610). Χαρακτηρίζεται από την αποκλειστική παραγωγή χάλκινων νομισμάτων. Τα προϊόντα του ωστόσο γνώρισαν ευρεία κυκλοφορία, καθώς τα βρίσκουμε σε θησαυρούς και ως μεμονωμένα ευρήματα σε όλες τις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας.

2. Παραγωγή

Το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας εξέδωσε την πλήρη σειρά των χάλκινων υποδιαιρέσεων του 6ου αιώνα (φόλλεις, εικοσανούμμια, δεκανούμμια, πεντανούμμια, νούμμους), αν και όχι καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του. Τα προϊόντα του διακρίνονται εύκολα χάρη στη χρήση του διακριτικού του νομισματοκοπείου:2 αρχικά χρησιμοποιείται το ΑΝΤΙΧ ή παρόμοιο (Αντιόχεια), ενώ από το 529 και εξής χρησιμοποιούνται συντομεύσεις του νέου ονόματος της πόλης (Θεούπολις).3

Σε γενικές γραμμές η παραγωγή του νομισματοκοπείου υπήρξε πολύ μεγάλη και σκόπευε στην κάλυψη των αναγκών της βόρειας Συρίας, όπου το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας αντιπροσωπεύεται με ποστοστό 29% στους θησαυρούς4 και 46,9% στα μεμονωμένα ευρήματα,5 καθώς και άλλων περιοχών της αυτοκρατορίας: σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη το ποσοστό παρουσίας της Αντιόχειας σε βαλκανικούς και μικρασιατικούς θησαυρούς της περιόδου 491-713 ανέρχεται στο 5,67% κατά μέσο όρο.6 Η ίδια μελέτη έδειξε ότι, όπως είναι αναμενόμενο, ο βαθμός παραγωγής του νομισματοκοπείου δεν ήταν πάντοτε ο ίδιος, αλλά παρουσίαζε διακυμάνσεις που οφείλονταν στην οργάνωση της παραγωγής –ήταν για παράδειγμα μεγαλύτερος στις αρχές του πενταετούς κύκλου (βλ. παρακάτω)–, αλλά και στις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες. Έτσι, οι αλλαγές στις βυζαντινοπερσικές σχέσεις αντικατοπτρίζονται στη μείωση της παραγωγής την περίοδο 532-534 ύστερα από τη σύναψη ειρήνης με το Χοσρόη Α΄, στη νέα αύξησή της το διάστημα 532-534 ως συνέπεια της επανέναρξης των εχθροπραξιών το 573, καθώς και στη διατήρηση ενός σχετικά υψηλού βαθμού παραγωγής τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 6ου αιώνα.7

3. Οργάνωση του νομισματοκοπείου

Όπως και τα υπόλοιπα αυτοκρατορικά νομισματοκοπεία, της Αντιόχειας περιλάμβανε εργαστήρια. Θεωρητικά ο αριθμός τους δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα, αν και μετά το 542 προστέθηκε και πέμπτο.8 Φαίνεται όμως πως το τρίτο εργαστήριο (Γ) ήταν υπεύθυνο για το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, ιδιαίτερα κατά το β΄ μισό του 6ου αιώνα.9


Όσον αφορά την οργάνωση της παραγωγής, αυτή φαίνεται να στηριζόταν σε γενικές γραμμές σε πενταετείς κύκλους, γνωστούς ως lustra, οι οποίοι καθόριζαν την αλλαγή των συμπληρωματικών διακριτικών (subsidiary marks). Μολονότι μπορούμε να εντοπίσουμε το σύστημα αυτό με βεβαιότητα μόνο από τη βασιλεία του Ιουστινιανού και εξής, όταν οι μεγάλες χάλκινες υποδιαιρέσεις άρχισαν να φέρουν το έτος βασιλείας,10 πρέπει να ήταν σε εφαρμογή ήδη από την ίδρυση του νομισματοκοπείου: τα συμπληρωματικά διακριτικά της δεύτερης κοπής του Αναστασίου δεν άλλαξαν παρά μόνο μετά το τέλος του lustrum το 522, παρά το θάνατο του αυτοκράτορα και την αλλαγή εικονογραφικού τύπου το 518.11

Τέλος, χαρακτηριστική του νομισματοκοπείου αυτού ήταν η οικονομία στην παραγωγή και τη χρήση των μητρών. Όχι μόνο παλιές μήτρες επαναχρησιμοποιούνταν –με ή χωρίς επαναχάραξη–, αλλά κατασκευάζονταν μήτρες εμπροσθότυπου, οι οποίες μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την κοπή περισσότερων από μία υποδιαιρέσεις.12

4. Κοπές

4.1. Αναστάσιος Α΄ (491-518)

Το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας ιδρύθηκε επί Αναστασίου Α΄, ωστόσο όχι αμέσως έπειτα από τη νομισματική μεταρρύθμιση του 498, αλλά κάποια στιγμή μετά το 512 –πιθανώς το 516–, όταν το βάρος της φόλλεως είχε ήδη αυξηθεί.13 Στην πρώτη αυτή φάση το νομισματοκοπείο εξέδωσε φόλλεις, εικοσανούμμια, δεκανούμμια και πεντανούμμια.14 Από εικονογραφική άποψη αξίζει να αναφερθεί η χρήση συνδυασμού αστερίσκου και ημισέληνου (ήλιος και σελήνη αντίστοιχα) ως συμπληρωματικών διακριτικών, η οποία συνεχίστηκε και σε επόμενες βασιλείες και αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο χαρακτηριστικό του νομισματοκοπείου της Αντιόχειας (εικ. 1),15 καθώς και η εκτεταμένη χρήση στο πορτρέτο του αυτοκράτορα διαδήματος με σταυρό στην κορυφή, το οποίο φαίνεται να είχε θεολογικές προεκτάσεις και να σχετιζόταν με το ρόλο της Αντιόχειας ως κέντρο του μονοφυσιτισμού.16

4.2. Ιουστίνος Α΄ (518-527)

Επί Ιουστίνου Α΄ συνεχίστηκε η έκδοση των ίδιων υποδιαιρέσεων, στις οποίες προστέθηκαν και νούμμοι.17 Η μεγάλη ωστόσο καινοτομία της βασιλείας αυτής αφορά τα πεντανούμμια, όπου το διακριτικό του νομισματοκοπείου αντικαταστάθηκε από την απεικόνιση της Τύχης της Αντιοχείας κάτω από σχηματοποιημένο ναό με την προσωποποίηση του ποταμού Ορόντη στα πόδια της (εικ. 2). Πρότυπο του τύπου αυτού υπήρξε το περίφημο άγαλμα του Ευτυχίδη Σικυώνος (3ος αι. π.Χ.), το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί και παλιότερα σε ρωμαϊκά νομίσματα.18

Η σύντομη περίοδος συμβασιλείας του Ιουστίνου Α΄ και του Ιουστινιανού Α΄ (527) αντιπροσωπεύεται στην Αντιόχεια από τέσσερις υποδιαιρέσεις (από φόλλεις έως πεντανούμμια), οι οποίες πρωτοτυπούν σε σχέση με τα υπόλοιπα νομισματοκοπεία, καθώς φέρουν στον εμπροσθότυπο τα πορτρέτα και των δύο συναυτοκρατόρων (εικ. 3).19

4.3. Ιουστινιανός Α΄ (527-565)

Επί Ιουστινιανού Α΄ η Αντιόχεια εξέδωσε την πλήρη σειρά από χάλκινες υποδιαιρέσεις.20 Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο σεισμός του 528 οδήγησε στην αλλαγή του ονόματος της Αντιόχειας και του διακριτικού του νομισματοκοπείου. Παράλληλα, η απεικόνιση της Τύχης στα πεντανούμμια αντικαταστάθηκε –για λόγους ευλάβειας– από το διακριτικό αξίας Ε, του οποίου μάλιστα η κεντρική κεραία απέκτησε σχήμα σταυρού (εικ. 4).21

Η εφαρμογή της μεταρρύθμισης του 538/539, που μεταξύ άλλων οδήγησε στην αναγραφή του έτους βασιλείας στα νομίσματα,22 καθυστέρησε στην Αντιόχεια κατά ένα χρόνο (539/540)23 και διακόπηκε άμεσα λόγω της περσικής κατάκτησης της πόλης τον Ιούνιο του 540, η οποία προκάλεσε προσωρινό κλείσιμο του νομισματοκοπείου (540-542/543).24 Μια δεύτερη διακοπή, η οποία οφείλεται πιθανώς σε επιδημία πανώλης, μαρτυράται από το νομισματικό υλικό για την περίοδο 543-546/547.25 Ύστερα από τις διακοπές αυτές, η παραγωγή συνεχίστηκε κανονικά, αν και προς το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού οι επιγραφές ήταν σχεδόν πάντοτε λανθασμένες, γεγονός το οποίο έδωσε αφορμή για διάφορες ερμηνείες χωρίς ωστόσο καμία να εμφανίζεται ικανοποιητική.26

4.4. Ιουστίνος Β΄ (565-578) – Μαυρίκιος (582-602)

Επί Ιουστίνου Β΄, Τιβερίου Β΄ (578-582) και Μαυρικίου το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας ακολούθησε σε γενικές γραμμές το πρότυπο της Κωνσταντινούπολης, από το οποίο ωστόσο απέκλινε όσον αφορά τις λεπτομέρειες της εικονογραφίας, τα διακριτικά, την απόδοση των επιγραφών και την τεχνοτροπία.27

4.5. Φωκάς (602-610)

Οι κοπές του αυτοκράτορα αυτού υπήρξαν οι τελευταίες του βυζαντινού νομισματοκοπείου της Αντιόχειας (εικ. 5).28 Πιθανότατα, λόγω του περσικού κινδύνου, το νομισματοκοπείο παρήγε πολύ μεγάλες ποσότητες νομισμάτων: τα προϊόντα του εκπροσωπούνται στους θησαυρούς των περιοχών εκτός Συρίας σε ποσοστό 15%, το μεγαλύτερο από την έναρξη της λειτουργίας του.29

1. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 65· Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 6.

2. Στην περίπτωση των υποδιαιρέσεων, που λόγω του μικρού μεγέθους τους δεν περιλαμβάνουν το διακριτικό του νομισματοκοπείου, η απόδοση στηρίζεται σε τεχνοτροπικά στοιχεία και στην ισχυρή παρουσία των συγκεκριμένων τύπων στο νομισματικό υλικό των ανασκαφών της περιοχής. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

3. Η Αντιόχεια μετονομάστηκε σε Θεούπολιν μετά τον καταστροφικό σεισμό της 29ης Νοεμβρίου 528, με την ελπίδα να αποφευχθούν μελλοντικοί σεισμοί. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66· Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 60. Για τη θεολογική σημασία του ονόματος αυτού και τη χρήση του στα νομίσματα βλ. Salamon, M., “Theology and Coinage. The Name of Theoupolis on the Coins of Antioch”, στο Hackens, T. – Moucharte, G. (επιμ.), Actes du XIe Congrès international de Numismatique: organisé à l’occasion du 150e anniversaire de la Société royale de numismatique de Belgique (Bruxelles, 8-13 septembre 1991) III (Louvain-la-Neuve 1993), σελ. 15-20.

4. Για την περίοδο από τον Αναστάσιο Α´ έως το Μαυρίκιο (582-602) βλ. Pottier, H., Analyse d’un trésor de monnaies en bronze enfoui au VIe siècle en Syrie byzantine (Bruxelles 1983), σελ. 38-41.

5. Για την περίοδο από τον Αναστάσιο Α΄ έως τον Κώνσταντα Β΄ (641-668) βλ. Noeske, H.C., Die Münzfunde der ägyptischen Pilgerzentrums Abu Mina und die Vergleichsfunde aus des Dioecesen Aegyptus und Oriens vom 4. - 8. Jh. n. Chr. Prolegomena zu einer Geschichte des spätrömischen Münzumlaufs in Ägypten und Syrien Ι (Berlin 2000), σελ. 290.

6. Ο μέσος όρος αυτός προέρχεται από τα ποσοστά που αναφέρονται στο Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. κ.ά., Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris 2006), σελ. 58 (εικ. 9).

7. Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. κ.ά., Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris 2006), σελ. 55.

8. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 6, 61. Υπάρχουν και νομίσματα που φέρουν διακριτικά εργαστηρίου μεγαλύτερα από τον αριθμό αυτό (S, Ζ, Η), η ερμηνεία τους ωστόσο παραμένει προβληματική. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

9. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

10. Στις φόλλεις, τα εικοσανούμμια και τα δεκανούμμια του Ιουστινιανού που εκδόθηκαν μετά το 528, η πενταετής οργάνωση της παραγωγής είναι εμφανής στην περιοδική αλλαγή της συντόμευσης του ονόματος της πόλης (Θεούπολις) που χρησιμοποιείται στο διακριτικό του νομισματοκοπείου. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 61. Πρβλ. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 67, πίν. 2, και Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 66-70.

11. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 30.

12. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 36-37, 41, 62· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 26, 40, 67, 70 όπου και συγκεκριμένα παραδείγματα.

13. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 30· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 65-66.

14. Όλες οι υποδιαιρέσεις φέρουν το διακριτικό νομισματοκοπείου ΑΝΤΧ, πλην των πεντανουμμίων που, λόγω μικρού μεγέθους, φέρουν μόνο δύο γράμματα (ΑΝ). Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 26.

15. Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 26· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66. Ο συνδυασμός αστερίσκου και ημισέληνου πρωτοεμφανίστηκε στις φόλλεις του νομισματοκοπείου της Κωνσταντινούπολης, και πιο συγκεκριμένα σε αυτές του πέμπτου εργαστηρίου (Ε), το οποίο ήταν πιθανώς υπεύθυνο για την οργάνωση και την επίβλεψη του νομισματοκοπείου της Αντιόχειας στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 30.

16. Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 11, 26.

17. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 37· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 41.

18. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 37 και σημ. 175· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 40-41· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

19. Οι χάλκινες κοπές των υπόλοιπων νομισματοκοπείων εξακολούθησαν να φέρουν το πορτρέτο του Ιουστίνου Α΄ στον εμπροσθότυπο, ενώ ο Ιουστινιανός αναφερόταν μόνο στη συνοδευτική επιγραφή. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ.41· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 44-45· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

20. Επί βασιλείας του το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας εξέδωσε νούμμους για τελευταία φορά. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 62· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 70.

21. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 60-61· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 66.

22. Για την καινοτομία αυτή, καθώς και για άλλες τις οποίες επέφερε η νομισματική μεταρρύθμιση του 538/539, βλ. ενδεικτικά Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 60-61.

23. Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας δεν ακολούθησε τη μείωση βάρους του 542 παρά μόνο το 546, ενώ δε συμμετείχε στη μεταρρύθμιση του 550. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 17, 61.

24. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 61· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 67-68· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 66.

25. Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 62· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 68.

26. Διαφορετικές απόψεις εκφράστηκαν από τους συγγραφείς G. Bates, P. Grierson και W. Hahn. Βλ. Bates, G.E., “Five Byzantine Notes. 1. A supplement to ‘The Antiochene Copper of Justinian’; 2. A Maurice Pentanummium from Cyzicus; 3. The Antioch Mint under Heraclius; 4. The Third Officine at Seleucia; 5. An Addition to the 30 Nummi Coinage”, Museum Notes 16 (1970), σελ.  73-79· Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 67· Hahn, W. – Metlich, M.A., Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000), σελ. 62 και Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 69.

27. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 67-68· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 118-119 (Ιουστίνος Β΄), σελ. 142-143 (Τιβέριος Β΄), σελ. 165-167 (Μαυρίκιος).

28. Παλιότερα είχαν αποδοθεί στο νομισματοκοπείο αυτό και στη βασιλεία του Ηρακλείου (610-641) κάποιες κοπές που φέρουν το διακριτικό του νομισματοκοπείου της Αντιόχειας. Balty, J.C., “Un follis d’Antioche daté de 623/4 et les campagnes syriennes d’Héraclius”, Schweizer Münzblätter 20 (1970), σελ. 4-12· Bates, G.E., “Five Byzantine Notes. 1. A supplement to ‘The Antiochene Copper of Justinian’; 2. A Maurice Pentanummium from Cyzicus; 3. The Antioch Mint under Heraclius; 4. The Third Officine at Seleucia; 5. An Addition to the 30 Nummi Coinage”, Museum Notes 16 (1970), σελ. 80-82· Pottier, H., “Deux folles d’Héraclius et Héraclius Constantin datés des années XII et XIV”, Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 14 (1977), σελ. 51-59· Pottier, H., “L’atelier d’Antioche sous Héraclius”, Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 16 (1979), σελ. 66-81· Hahn, W., “Minting activity in the diocese of Oriens under Heraclius”, Numismatic Circular 85 (1977), σελ. 307-308.  Η σύγχρονη έρευνα ωστόσο δεν τις θεωρεί επίσημες βυζαντινές κοπές. Grierson, P., Byzantine Coins (London 1982), σελ. 85, 106· Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 194. Για τη νομισματική παραγωγή του Φωκά στην Αντιόχεια βλ. Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005), σελ. 194-195.

29. Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. κ.ά., Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris 2006), σελ. 57-58 (εικ. 9) και σελ. 62 (εικ. 10e).

Πηγή

Συγγραφή : Παπαδοπούλου Παγώνα (8/7/2008)
Για παραπομπή: Παπαδοπούλου Παγώνα, «Νομισματοκοπείο Αντιόχειας», 2008,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:



Mint of Antioch
Συγγραφή : Papadopoulou Pagona (8/7/2008)
Μετάφραση : Loumakis Spyridon
Για παραπομπή: Papadopoulou Pagona, "Mint of Antioch",
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL:

1. Introduction

The mint of Antioch was the second most important mint of the early Byzantine period after the mint of Constantinople.1 It was founded during the reign of Anastasios I (491-518) and remained active – with some short breaks – until the reign of Phokas (602-610). It is characterized by the exclusive production of bronze coins. Its coin products, however, were widely circulated, since we find them in coin hoards and as single findings in all the eastern provinces of the empire.

2. Production

The mint of Antioch issued the full series of the 6th-century bronze coinage denominations (follis, eikosanummia, decanummia, pentanummia, nummus), although not during the whole period of its mint activity. Its products are easily discerned thanks to the use of a mint-mark:2 at the beginning the ΑΝΤΙΧ was used or a similar one (Antioch), while from 529 onwards abbreviations of the city’s new name were used (Theoupolis).3

In general the coin production of the mint was very large and was aiming in covering the needs of North Syria, where the mint of Antioch shared a percentage of 29% in coin hoards4 and 46,9% in single findings,5 as well as of other regions of the empire: according to a recent study the rate of Antioch’s monetary presence in hoards from the Balkans and Asia Minor of the period 491-713 amounts to 5,67% on average.6 The same study showed that, as it is expected, the mint’s rate of production was never the same, but presented fluctuations caused by the organization of the production – it was for example larger during the beginnings of the five-year cycle (see below) –, as well as by the prevailing political situations. Thus, the changes in the Byzantine-Persian relations were reflected in the decrease of production during the period 532-534 after the conclusion of a peace treaty with Chosroe I, in its new increase during the period 532-534 as a consequence of the restarting of hostilities in 573, as well as in the maintenance of a relatively high degree of production the last two decades of the 6th century.7

3. Mint organization

As the rest of the imperial mints did, the mint of Antioch included officina (workshops). In theory their number did not surpass that of four officinae, although after 542 a fifth one was added.8 It seems that the third officina (Γ) was responsible for the largest part of the mint production, especially during the second half of the 6th century.9

As far as the organization of the production is concerned, this seems to be based on five-year cycles in general, known as lustra, which determined the change of the subsidiary marks. Although we can trace this system with certainty only from the reign of Justinian onwards, when the large bronze denominations started bearing the year of reign,10 it must have been already in use since the mint’s foundation: the subsidiary marks of Anastasios’ second issue did change only after the end of the lustrum in 522, in spite of emperor’s death and the change of the iconographic type in 518.11

Finally, what is characteristic for this mint is the sense of saving with regard to the production and use of moulds. Not only older moulds were reused – with or without countermarking – but obverse moulds were created, which could be used for the issue of more than one denominations.12

4. Issues

4.1. Anastasios I (491-518)

The mint of Antioch was founded under Anastasios I, though not after the monetary reform of 498, but some time after 512 – probably in 516 – when follis’ weight had already been increased.13 During this first phase the mint struck folles, eikosanummia, decanummia and pentanummia.14 With regard to imagery, it is worth mentioning the use of a combination of asterisk and crescent (sun and moon respectively) as subsidiary marks, which was continued during the following emperors and became in a way a characteristic element of the mint of Antioch (fig. 1),15 as well as the wide use of the diadem crowned with a cross on the emperor’s portrait, which seems to have theological implications and to be connected with the role of the city of Antioch as a center of Monophysitism.16

4.2. Justin I (518-527)

Under Justin I the same denominations were still issued, to which nummoi were added.17 Nevertheless, the big novelty of this period of reign concerns the pentanummia, on which the mint mark was replaced by the depiction of the Tyche of Antioch under a stylized temple with the personification of river Orontes on her feet (fig. 2). The prototype for this issue was the famous sculpture of Eutychides of Sikyon (3rd century B.C.), which had also been used previously on Roman coins.18

The short period of co-regency between Justin I and Justinian I (527) is represented in Antioch by four denominations (from follis to pentanummia), which were novel in relation to the rest of the mints, since they bear on the obverse the portraits of both the co-emperors (fig. 3).19

4.3. Justinian I (527-565)

Under Justinian I Antioch issued the full series of bronze denominations.20 As has already been mentioned, the earthquake of 528 led to the change of the city’s name and of the mint mark. At the same time, the depiction of Tyche on pentanummia was replaced – for reasons of piety – by the value mark Ε, of which the central arm took the form of a cross (fig. 4).21

The applying of the reform of the year 538/9 which led among other things to record on coins the years of reign,22 was delayed at Antioch for one year (539/540)23 and was immediately interrupted because of the Persian occupation of the city on June 540 that caused a temporary close of the mint (540-542/3).24 A second break, which was probably due to a plague epidemic, is attested by the numismatic material for the period 543-546/7.25 After those breaks, the production continued under normal conditions, although towards the end of Justinian’s reign the inscriptions were almost always wrong, a fact that gave reason for various interpretations without, however, any of them to appear satisfying.26

4.4. Justin II (565-578) – Maurice (582-602)

Under Justin II, Tiberius II (578-582) and Maurice the mint of Antioch followed in broad outline the model of Constantinople, from which, however, it diverged as far as details on the iconography, the mint marks, the rendering of inscriptions and the style are concerned.27

4.5. Phokas (602-610)

This emperor’s issues were the last ones for the Byzantine mint of Antioch (fig. 5).28 Most probably because of the Persian danger, the mint issued very large amounts of coins: its products are represented in coin hoards from the regions outside Syria in a rate of 15%, the largest since the starting of its mint activity.29ctivity.

1. Grierson, Ph., Byzantine Coins (London 1982) p. 65; W. Hahn (with the collaboration of Metlich, M. A.), Money of the Incipient Byzantine Empire (Anastasius I – Justinian I, 491-565) (Veröffentlichungen des Instituts für Numismatik und Geldgeschichte der Universität Wien 6, Wien 2000) (hereafter ΜΙΒΕ) p. 6.

2. In the case of those denominations that do not include mint marks because of their small size, the attribution is based on stylistic elements and the strong presence of certain types among the numismatic findings from excavations of that region. Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

3. Antioch was renamed Theoupolis after the disastrous earthquake of the 29th of November 528 in hope of avoiding future quakes. Grierson, Byzantine Coins, p. 66; ΜΙΒΕ, p. 60. For the theological meaning of this name and its use on the coinage see Salamon, M., “Theology and Coinage: The Name of Theoupolis on the Coins of Antioch”, in Hackens, T. – Moucharte, G. (ed.), Actes du XIe Congrès international de Numismatique : organisé à l’occasion du 150e anniversaire de la Société royale de numismatique de Belgique (Bruxelles, 8-13 septembre 1991) (Louvain-le-Neuve) III, pp. 15-20.

4. For the period from Anastasios I until Maurice (582-602) see Pottier, H., Analyse d’un trésor de monnaies en bronze enfoui au VIe siècle en Syrie byzantine (Bruxelles, 1983) pp. 38-41.

5. For the period from Anastasios I until Constas II (641-668) see Noeske, H. C., Die Münzfunde der ägyptischen Pilgerzentrums Abu Mina und die Vergleichsfunde aus des Dioecesen Aegyptus und Oriens vom 4. - 8. Jh. n. Chr. Prolegomena zu einer Geschichte des spätrömischen Münzumlaufs in Ägypten und Syrien (Berlin 2000) I, p. 290.

6. This average derives from the percentages mentioned in Morrisson, C. – Popović, V. – Ivanišević, V. et collaborateurs, Les trésors monétaires byzantins des Balkans et d’Asie Mineure (491-713) (Réalités byzantines 13, Paris, 2006) p. 58 (fig. 9).

7. Morrisson et al., Les trésors monétaires, p. 55.

8. ΜΙΒΕ, p. 6, 61. There are coins as well that bear mint marks bigger than this number (S, Ζ, Η), though their interpretations remains problematic. Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

9. Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

10. On Justinian’s folles, eikosanummia and decanummia issued after 528, the five-year-cycle organization is obvious in the periodic change of the abbreviation of the city’s name (Theoupolis) used as its mint mark. ΜΙΒΕ, p. 61. Cf. Grierson, Byzantine Coins, p. 67, plate 2 and Hahn, W., Zur Münzprägung des frühbyzantinischen Reiches. Anastasius I. bis Phocas und Heraclius-Revolte, 491-610 (Wien 2005) p. 66-70.

11. ΜΙΒΕ, p. 30.

12. ΜΙΒΕ, p. 36-37, 41, 62; Hahn, Zur Münzprägung, pp. 26, 40, 67, 70 where particular examples can be found.

13. ΜΙΒΕ, p. 30; Grierson, Byzantine Coins, pp. 65-66.

14. All the denominations bear the mint mark ΑΝΤΧ, except the pentanummia, which bear only two letters (ΑΝ) because of their small size. Hahn, Zur Münzprägung, p. 26.

15. Hahn, Zur Münzprägung, p. 26; Grierson, Byzantine Coins, p. 66. The combination of the asterisk with the crescent first appeared on folles of the Constantinopolitan mint and more precisely on those of the fifth officina (Ε), which was probably responsible for the organization and the supervision of the mint of Antioch during its first years of activity. ΜΙΒΕ, p. 30.

16. Hahn, Zur Münzprägung, pp. 11, 26.

17. ΜΙΒΕ, p. 37; Hahn, Zur Münzprägung, p. 41.

18. ΜΙΒΕ, p. 37 and note 175; Hahn, Zur Münzprägung, pp. 40-41; Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

19. The bronze issues of the rest of the mints still bore the portrait of Justin I on the obverse, while Justinian was mentioned only in the accompanying inscription. ΜΙΒΕ, p.41; Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 44-45; Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

20. Under his reign the mint of Antioch issued nummoi for the last time. ΜΙΒΕ, p.62; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 70.

21. ΜΙΒΕ, p. 60-61; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 66.

22. For this novelty brought by the reform of the year 538/9 see for example Grierson, Byzantine Coins, pp. 60-61.

23. It is interesting to mention that it was not until 547 when the mint of Antioch followed the decrease of weight initially imposed in 542, while it did not participate in the reform of the year 550. ΜΙΒΕ, pp. 17, 61.

24. ΜΙΒΕ, p. 61; Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 67-68; Grierson, Byzantine Coins, p. 66.

25. ΜΙΒΕ, p. 62; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 68.

26. Different opinions were expressed by G. Bates [Bates, G. E., “Five Byzantine Notes. 1. A supplement to ‘The Antiochene Bronze of Justinian’; 2. A Maurice Pentanummium from Cyzicus; 3. The Antioch Mint under Heraclius; 4. The Third Officine at Seleucia; 5. An Addition to the 30 Nummi Coinage”, Museum Notes 16 (1970) pp. 73-79], by Ph. Grierson (Grierson, Byzantine Coins, p. 67) and by W. Hahn (ΜΙΒΕ, p. 62; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 69).

27. Grierson, Byzantine Coins, pp. 67-68; Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 118-119 (Justin II), pp. 142-143 (Tiberius II), pp. 165-167 (Maurice).

28. On previous times some issues bearing the mint mark of Antioch had been attributed to this mint under the reign of Herakleios (610-641). Balty, J. C., « Un follis d’Antioche daté de 623/4 et les campagnes syriennes d’Héraclius », Schweizer Münzblätter 20 (1970), pp. 4-12 ; Bates, “Five Byzantine Notes”, pp. 80-82 ; Pottier, H., « Deux folles d’Héraclius et Héraclius Constantin datés des années XII et XIV », Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 14 (1977) pp. 51-59; Pottier, H., « L’atelier d’Antioche sous Héraclius », Bulletin du Cercle d’Études numismatiques 16 (1979) pp. 66-81; Hahn, W., “Minting activity in the diocese of Oriens under Heraclius”, Numismatic Circular 85 (1977) pp. 307-308. Nevertheless, the modern scholarship does not recognize them as official Byzantine issues. Grierson, Byzantine Coins, pp. 85, 106; Ηahn, Zur Münzprägung, p. 194. For Phokas’ mint production at Antioch see Ηahn, Zur Münzprägung, pp. 194-195.

29. Morrisson et al., Les trésors monétaires, pp. 57, 58 (fig. 9) and p. 62 (fig. 10e).

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου